2.
9 Plato Gorg. 478D. 480 C D — Clem. Alex. Paed. I, 8, 67 — 10 vgl. Plato Tim. 88B — 16 Plato Gorg. 480 D — 17 vgl. De autex. 14,4 — 20 Plato Prot. 325 D 1 Τὸ δὲ U 139 | πάγκαλλον (aber Punkte beim 2. λ) V 2 ἈΓΛ. und MΕΘ. Ζ. 3 < S | ὁμολόγει V (S 71v), ὁμολογεῖ U 3 δικαίως γὰρ κρίνει < S 4 σύμφημι κἀγὼ S 7 ἆρα V 8 κολουομένη Md, aber vgl. S. 267, 4: < S 9 Pl 478 D Οὐκοῦν τὸ δίκην διδόναι μεγίστου κακοῦ ἀπαλ- λαγὴ ἦν, πονηρίας; 10 μεγάλην νόσον < S | ἀδικίαν tilgt Md, aber es erscheint hier wie ein Eigenname 11 ἈΓΛ. ὡμολ. < S: ὁμολόγει U 12 ΜΕΘ. < S | οὐ] (τί δὲ) οὖν; οὐ w. e. sch. S 12f κωλάσεις V 13 τ. κολαζ. δικαίως < S 16 θανά|τ. (V 354) smerti: smertj is S | δράσας ἄξ. θαν. V | ἄξια] πράξεις w. e. sch. S | θανότου τῇ δίκῃ wohl m. Recht S 17 πληγῶν] πλήττων V 18 ἈΓΛ. — ΜΕΘ. Ζ. 19 < S: ὁμολόγει U 19 ὁ ὀφλήσας: »der Bestrafte« S | ὁ < V | ἔφην — τιμωρίᾳ Ζ. 20
3.
1 Plato Prot. 324 B — 2 vgl. De res. I, 54, 5 — 8 vgl. Plato Gorg. 505 B — 15 Plato Gorg. 478 D — 19 De res. I, 4, 4. 5, 6 21 Dial. Adam. V, 21 S. 218, 14f 1f Pl οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται . . ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ 2 ἕνεκα ὁ δικαστής < S | ὅπως S 72 | καὶ μὴ V | αὖθις: »ferner« S | ποιῆ U 3f τοῦτο δῆλον VU 5 δῆλον ὡς < S | πρὸς τὴν τὸ V 9 ἀλλὰ—σωφρονεῖν Z. 10f < S 10 τιμᾶν U 139v | αὐτὸς μ. Holl: οὐτὸ μάθη V: ἀπομάθη U Jh (unter Hinweis auf Worte wie ἀποθεωρεῖν) 12 Φαίν., ἔφη: »Auch ich sage es« S 13 οὔτε V U | παραίτιον V | γίνεται V 14 ὡς ἔοικεν U: »So ist es« S 15 Pl σωφρονίζει γάρ που καὶ δικαιοτέρους ποιεῖ | καὶ—ψυχῆς Z. 16 < S | δικαιωτέρους U 16 μὲν] »obschon wenn auch .. ist« S | δεκτικὸν U | ἀλλὰ U 17 Δῆλον, ἔφη: »Ja, ich sage es« S 18 Τί γάρ: τί δέ S | φέρε γὰρ U S: γὰρ < V | ἐξετάζομεν V: + »Nachweis, daß der Leib keine Fessel ist« S 19 διὰ τὴν παράβασιν u. εἶναι < S 20 καὶ] ναί S 21 Ἁμαρτ. δὲ] Οὐχ ἁμαρτ. καὶ S 21f τὸ δὲ σῶμα συνεργεῖ τῇ ψυχῇ εἰς φόνους καὶ μοιχείας D 22 τῷ μ. φ. τε κ. ἀσ. <ἢ ἄλλῃ> ἁμ. (vgl. S) συνευδοκεῖ, ἣν Holl | φονεύειν—δοκεῖ] »und eine andere Sünde« S