Methodius De Resurrectione 1.44.1

ed. D.G. Nathanael Bonwetsch

View: By Chapter

De Resurrectione. Methodius. ed. D.G. Nathanael Bonwetsch. Germany. 2014.

Sponsored by University of Leipzig.

Funding provided by European Social Fund Saxony.

Current edition

De Resurrectione (German) (Methodius, De Resurrectione, Bonwetsch, Hinrichs, 1917)

Notes on the current edition

De Resurrectione

1. 2 Symp. 3, 5 S. 31, 18ff; vgl. zu S. 289, 1 u. 291, 4. Theoph. Ad Autol. II, 26. Iren. Adv. haer. III, 23, 6. Novat. De trin. 1 — 4 vgl. De res. III, 6,1 2 Eriph. Panar. haer. 64, 65 S. 674, 15ff. 675, 16ff. Greg. Naz. Orat. 38, 12 PGr 36, 324. Chrysost. hom. 18 in Gen. PGr 53, 1, 151. August. Encheir. 89. Za- char. Mityl. PGr 85 S. 1125. 1132 — 4 vgl. Nilus Ep. II, 200 PGr. 79, 305 1 πρόσχες V U C | γὰρ < V Cr | ὅπως < S: πῶς nach ἔφην C 1f τοῦ ἀνθρ. S 2 νῖκος] νεῖκος w. e. sch. S, so vermuteten auch Cornarius u. Pet: Dd verweist richtig auf Thesaur. V, 1522 | καταλείψειν V | τὸ ἑαυτῆς ἔργον] τὸν ἄν- θρωπον S | Theoph. καὶ τοῦτο δὲ ὁ θεὸς μεγάλην εὐεργεσίαν παρέσχεν τῷ ἀνθρώπῳ, τὸ μὴ διαμεῖναι αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἐν ἁμαρτίᾳ ὄντα. ἀλλὰ . . ἐξέ- βαλλεν αὐτὸν ἐκ τοῦ παραδείσου, ὅπως διὰ τῆς ἐπιτιμίας . . παιδευθεὶς εἰς ὕστερον ἀνακληθῇ . . . οὐ μήν, ἀλλὰ καὶ καθάπερ σκεῦός τι, ἐπὰν πλασθὲν αἰτίαν τινὰ σχῇ, ἀναχωνεύεται ἤ ἀναπλάσσεται εἰς τὸ γενέσθαι καινὸν καὶ ὁλόκληρον, οὕτως γίνεται καὶ τῷ ἀνθρώπῳ διὰ θανότου. Iren. eiecit eum de paradiso et a ligno vitae transtulit; non invidens ei lignum vitae . . sed miserans eius, ut non per- severaret semper transgressor, neque immortale esset, quod esset circa eum pec- catum, et malum interminabile et insanabile. prohibuit . . , interponens mortem et cessare faciens peccatum . . per carnis resolutionem. Novat. ne vivens in aeternum circumferret secum in poenam sui semper immortalem delictum. Greg. Naz. κερδαίνει μέν τε κἀνταῦθα, τὸν θάνατον καὶ τὸ διακοπῆναι τὴν ἁμαρτίαν, ἵνα μὴ ἀθάνατον ᾖ τὸ κακόν. Chrysost. ἵνα μὴ . . μέλλῃ ἀθάνατα ἁμαρτάνειν, βέλτιον αὐτὸν (τὸν Ἀδάμ) ἐντεῦθεν ἔξω βαλεῖν. Zachar. S. 1125 τῆς ἀναπλάσεως . . αἰτία . . ἀγαθότης θεοῦ . . καὶ φιλανθρωπίας ὑπερβολή. ἐλεήσας γὰρ ὁ δη- μιουργὸς τὸ πλάσμα καὶ νικᾶσθαι τοῦτο πρὸς τῆς κακίας μὴ ἀνασκόμενος, διαλύει μὲν τὸ ὑποδεξάμενον τὸ κακὸν ἀγγεῖον, ἀναπλάττει δὲ αὖθις καὶ ἀναχαλκεύει. 1132 ἐμηχανήσατο ἡ μεγάλη καὶ παμποίκιλος τοῦ θεοῦ σοφία διὰ τῆς λύσεως τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων καταλῦσαι τὴν φθορὰν ἥν εἰσενήνοχεν ἡ κακία καὶ τῆς ἀθανασίας μεταδοῦναι τοῖς θνητοῖς 3 ηὐδόκησεν: »wollend« S | κίβδ. . . ἀδικ. α. λυμ.] »indem er umdundelt ist« S | κίβδηλον] δῆλον C | τῷ πον.: πονηροῦ U, τὸ πονηρὸν Cc; »von dem Eifersüchtigen« S | ἀδίκ. ἀπολυμηνα- μένω C | λυμηναμένου U 4 ἀλλὰ < Cr | Nilus ποῖον γὰρ . . μεῖζον . . , ἀνδριάντα πλάσαι τὸν πρώην μὴ ὑφεστῶτα, ἤ τὸν διαπεσόντα ἀναχωνεῦσαι εἰς τὸ αὐτό; | ἀνατήξασα ἀνέλυσεν C, ἀναστήσασα ἀνέλυσε μὲν Cr: »zestört habend machte er« S | ἀνέδευσεν: ὅδευσεν V | αὖ|θις V 362v | εἰς πηλόν] πηλῷ oder πηλόν S | κερ. S 84