Herodianus Περὶ ὀρθογραφίας 3.16.46

ed. August Lentz

View: By Chapter

Περὶ ὀρθογραφίας. Herodianus. ed. August Lentz. United States. 2017.

Funding provided by Harvard Library Arcadia Fund.

Current edition First1KGreek

Περὶ ὀρθογραφίας (Greek) (Aelius Herodianus, Περὶ ὀρθογραφίας, Grammatici Graeci 3.2, Lentz, Teubner, 1868)

Notes on the current edition

Περὶ ὀρθογραφίας

1. νιφάϲ. Hes. habet πέδιλα ὑποδήματα καὶ ἔϲτιν οἷον ποδόειλα idem etiam πέδειλα.
2. l. 4 Choer. 251, 24. l. 5 Hes., qui tamen etiam πίκειν πίκεται habet cf. Lob. Rhem. 58 E M. 667, 40 πείκω καὶ πέκτω, ὅθεν πεξαμένη· ἢ παρὰ τὸ πέκω καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ ῑ πείκω. Arcad. 152, 10 πέκω καὶ πείκω καὶ πέκτω. E. Gul. 456, 25 optime servavit praeceptum: πείκειν ϲημαίνει τὸ ξαίνειν. διὰ τῆϲ ει διφθόγγου· πρῶτον ὅτι τὸ πείκειν — ϲημαίνει τὸ κτενίζειν, ἐξ οὗ καὶ παρὰ τῷ ποιητῇ «πεξαμένη χειρὶ πλοκάμουϲ ἔπλεξε φαεινούϲ» (Ξ 176) — γέγονε πέκειν καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ ῑ πείκειν, δεύτερον δὲ διὰ τῆϲ ει διφθόγγου γράφεται, ὅτι ἀντιπαράκειται αὐτῷ τὸ πόκοϲ, τὰ δὲ ἔχοντα τὸ ο ἀντιπαρακείμενον ἔχει τὸ ε ἐγκείμενον οἶον λείβω λοιβή, πείκω πόκοϲ. l. 6 Choer. 251, 24 E. M. 667, 36. l. 8 Hes. E. M. 667, 47 πεινῶ παρὰ τὸ πενω πένομαι, ᾦ παρέπεται πολλάκιϲ τοῦτο. l. 9 Chocr. 252, 7. — Hes. πεῖρα, πειράζω, πειράν, πείρατα πέρατα, πειραταί, πειρατήριον. cf. E. M. 667, 668. l. 11 E. M. 667, 58, Choer. 252, 22. l 14 St. B. l. 15 Choer. 252, 29, E. M. 668, 4 etymologiae a πεῖρα, a πέραϲ ἄπεροϲ ἄπειροϲ ἀπειρήνη ἡ πολλή, ἀπὸ Πειρῆνόϲ τινοϲ sane dubiae sunt. l. 16 Choer. 251, 32, E. M. 668, 15. l. 17 E. M. 668, 21. extrema explicatio Herodiani videtur, qui etiam Apionis et Didymi protulisse potandus est. cf. E. M. 489, 5, Schol. Ω 190, Lob. El. I 153, Choer. 253, 4 πείρινθοϲ: ει· παρὰ γὰρ τὸ περιθέειν γέγονε πέρινθοϲ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ ῑ πείρινθοϲ. l. 23 cf. Il. Pr. h. l., E M. 668, 30. l. 24 E. M. 667, 39, nam sic pro πεῖρα scribendum est. ct. Arc. 97, 20 πεῖϲα ἡ πειθώ. Hes. πείϲῃ, qui tamen etiam πίϲῃ. l. 25 Choer. 253, 18, E. M. 668, 46 καὶ Πείϲανδροϲ ὁμοίωϲ Choer. 253, 25. l. 26 E. M. 668, 39. Hes. habet etiam πίϲματα.