Schol. A ad II. 272. ἄωρτο. —τοῦ ἄρω ὁ παρακείμενοϲ ἦρκα, ὁ παθητικὸϲ ἦρμαι, ὑπερϲυντέλικοϲ ἤρμην, τὸ τρίτον ἦρτο, ϲυϲτολῇ ἄρτο, ἐπενθέϲει τοῦ ω ἄωρτο ὥϲπερ εἶθα εἴωθα. οὕτωϲ Ἥρωδιανὸϲ ἐν τῷ β τμήματι τῷ περὶ παθῶν Διδύμου.
Περὶ παθῶν. Herodianus. ed. August Lentz. United States. 2017.
Funding provided by Harvard Library Arcadia Fund.