περϲίη, ἧϲ τ’ ἕνεκεν πένθοϲ ἀπωμόϲατ ο,
ἰωνίζοντοϲ πολλάκιϲ τοῦ Καλλιμάχου (fr. 485 Schneider) ὑπολαβόντοϲ αὐτοῦ καὶ τ . . . καὶ τὸ τοὔνεκα οὕτωϲ ἔχειν. καὶ οὐκ ἔϲτιν ε . . ματοϲ ἡ αὐτὴ ἀπολογία. οὐ γὰρ οἷόν τε τὸ . . . ξαϲθαι τοὔνεκεν, ἐπεὶ οὐδέποτε τὰ ἄρθρα τ . . τῆϲ ἐκθλίψεωϲ παραδέχεται.
εἵνεκα τῆϲ ἀρετῆϲ ἐριδαίνομεν (β 206),
εἵνεκα Νηλῆοϲ κούρηϲ (ο 233),
εἵνεκ’ ἐμεῖο κυνόϲ (Ζ 356)·
εἴγε πάλιν καὶ παρατετηρημένωϲ τὸ οὕνεκα ἐπὶ ῥῆμα φέρεται,
οὕνεκα τὸν Χρύϲην ἠτίμαϲεν (Α 11 ).
ἀλλὰ κἂν δύο μέρη λόγου καθεϲτήκῃ τὸ οὕνεκα, ἔχει προκειμένην τὴν τοῦ γενικήν. τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τοῦ οὕνεκα. ἐπίμεμπτοι οὖν οἱ τὰϲ ϲυντάξειϲ παραϲυγχέοντεϲ, ὧν ἐϲτι Καλλίμαχοϲ·
οὐδ’ ἕνεκ’ Εὐρυνόμη Τιτηνιάϲ (fr. 471 Schneider),
εἵνεκεν οὐχ ἓν ἄειϲμα διηνεκέϲ (fr. 287 Schneider)·
φέρεται γὰρ ὁ ϲύνδεϲμοϲ ἐπὶ τὸ ἤνυϲα, καὶ δέον τῷ οὕνεκα καταχρήϲαϲθαι.
De Conjuctionibus. Apollonius Dyscolus. Teubner. 1878.
Funding provided by Center for Hellenic Studies.