Philo Judaeus De Virtutibus 144

ed. Leopold Cohn

De Virtutibus. Philo Judaeus. ed. Leopold Cohn. Germany. 2014.

Funding provided by European Social Fund Saxony.

Current edition First1KGreek

De Virtutibus (Greek) (Philo Judaeus. Opera quae supersunt, Volume 5. Cohn, Leonard, editor. Berlin: Reimer, 1906.)

Translations (1)
On Three Virtues, that is to say, on Courage, Humanity, and Repentance First1KGreek (The works of Philo Judaeus, the contemporary of Josephus, volume 3. Yonge, C. D., translator. London: Henry G. Bohn, 1855.) — 144 focus

Notes on the current edition

De virtutibus

1.
1 φάσκων SC: φάσκων ἀλλ’ G2 (cf. Clem. Α1.), φάσκων ἄλλο ceteri (Mang.) οὐκ S1, corr. S2
2 ἄτοπον ὑπέλαβεν εἶναι S: ὑπέλαβεν εἶναι δεινὸν ceteri (v) τροφὸν F
4 ὅ—διετάξατο (5) om. in textu C, add. mg C2 ὅ] οἱ Λ διὰ μαστῶν SCG1: δ’ οἷα μαστῶν G2 δ’ οἷα μαστὸν FHP, δ’ οἶα μασθὸν Α
5 οἷα δεξαμενῶν SG2: ὡς ἐκ δεξαμενῶν C (v), ἀναδεξαμένων GHP, ἀναδεξάμενον AF φέρεσθαι SCG1: φέρεται ceteri
6 ἀκρισίαν G2HP1 ὡς τῷ] ὥστε S καταχρῆσθαι S
7 καὶ om. C ἀνάλυσιν S εἰ δὴ τις scripsi: εἰ δὴ τὰ S, ἐπειδὴ τὰ ceteri (Turn.) ; εἰ δὲ τὰ Mang. ἐπειδὴ—ἑψέτω (8) om. in textu C, add. mg C2 ἐν γάλακτι om. G1 ἐν SC: σὺν ceteri (Turn.)
8 χωρὶς διασεβείας (sic) S δ’ Α
9 εἰσὶν ἀγέλαι S: ἀγέλαι εἰσὶ ceteri (v) καὶ om. CG2 9.
10 ἀναμελγόμεναι A
10 ποιμένων] ποιμνίων F οἷς] τοῖς S, τοῖς ex οἷς corr. Η
11 ἐστὶ γάλα S: γάλα AP2, τὸ γάλα FG1 (Mang.), om. CG2HP (Turn.) κεχυμένον S: ἐκκεχυμένον Α, ἐγκεχυμένον ceteri (v) συνεστλμἐνον τὲ S: συνιστάμενον ceteri (v)
12 ὥστ’ Α, ὥστε om. S; ὡς conicio τὸν scripsi: τῶν δὲ S, τῶν in τῶ corr. C2, τῶν ceteri (v) ἢ ἐρίφων ἤ] πφωνη (sic) S
13 ante γάλακτι add. τόν Η2 (v), om. ceteri μητρώων G2 κρέα] γάλα A συνέψοντα SG2H2: ἀνέψοντα F, συνἐψοντι ceteri
14 τύ S: om. ceteri (Turn.)
2.
1 sqq. pergit Clem. .Alex. l. l. (οἱ δὲ καὶ περιλακτίζοντες τὰς γαστέρας πρὸ τῆς ἀποτέξεως ζῴων τινῶν, ἵνα δὴ γάλακτι ἀνακεκρμένην σάρκα θοινάζωνται, τάφον τῶν κυοφορουμένων τὴν εἰς γένεσιν κτισθεῖσαν μήτραν πεποιήκασι), διαορήδην τοῦ νομοθέτου κελεύοντος „ἀλλ' οὐδὲ ἑψήσεις ἄρνα ἐν γάλακτι μητρὸς αὐτοῦ“· μὴ γὰρ γινέσθω ἡ τοῦ ζῶντος τροφὴ ἥδυσμα τοῦ ἀναιρεθέντος ζῴου, φησίν, μηδὲ τό τῆς ζωῆς αἴτιον συνεργὸν τῇ τοῦ σώματος καταναλώσει γινἐσθω.