a.
οὐδ᾿ ἁσύχιμον: λέγει ὅτι ἄδηλος ἡ τύχη τῶν 1 ἀνθρώπων. τὴν δὲ ἡμέραν θυγατέρα τοῦ Ἡλίου ἔφη ἐναντίως Ἡσιόδῳ· ἐκεῖνος γάρ φησι (Theog. 124) ·b.
ἀμφίβολον δὲ πότερον αὐτῷ ὁ λόγος καὶ ἐπὶ τοῦ θανάτου· οὐδὲ ὁπότε τελευτήσομεν τὴν ἐσχάτην ἡμέραν . . . . ὅτι ἀθορύβως ἐν τῷ τοῦ ζῆν χρόνῳ. οὕτω δὲ καὶ Ἀρίσταρχος ἀκούει.c.
οὐδ᾿ ἁσύχιμον: ἥσυχον. ἀπράγμονα. εὐτυχῆ. 2d.
οὐδ᾿ ὁπότε ἐν ἡσυχίᾳ ἐσόμεθα | ἀθορύβως καὶ ἀταράχως 3 ἐν τῷ τοῦ ζῆν χρόνῳ.e.
οὐδ᾿ ὁπότε διατελέσομεν 4 ἡμέραν ἥσυχον.f.
ἡμέρα δὲ ἡσύχιος, ἡ τοῦ θανάτου· ἐπεὶ ἐν αὐτῇ θανόντες ἡσυχάζομεν.g.
(ἁσύχιμον:) θανάσιμον. 5Scholia in Pindarum Olympian Odes. Scholia in Pindarum. ed. A. B. Drachmann. Medford, MA. .
Funding provided by Google Digital Humanities Awards Program.