ὑπὲρ τοὺς Κέρκωπας: οὗτοι ἐν Βοιωτίᾳ δι⸤έτριβον
Οἰχαλιεῖς ὄντες γένος Σίλλος καὶ Τρι⸤βα⸥λὸς ὀνομαζόμενοι, ἐπίορκοι καὶ ἀργοί, ὡς Κρατῖνος Ἀρχιλόχοις
[fr. 12. C. A. F. Ι K.]
καὶ Διότιμος
Σίλλος τε Τριβαλός τε δύω βαρυδαίμονες ἄνδρες.
ἀπ’ αὐτῶν δὲ καὶ τὸ παροιμιαζόμενον
Κερκώπων ἀγορά. ἀπελιθώθησαν ⸤δ’⸥ οὗτοι, ὡς Φερεκύδης φησί. Ξεναγόρας δὲ εἰς πιθήκους διὰ κακοήθειαν μεταβαλεῖν φησιν ἐν τῷ Περὶ νήσων
[fr. 13. F. H. G. IV p. 528 MüIler]
. ὁ δὲ Eὐρύβατος ὡς πονηρὸς καὶ πανοῦργος, πρὸς δὲ καὶ προδότης εἰσάγεται Ἀριστοφάνει τῷ κω⸤μικῷ⸥
[fr. Daedali 184. C. A. F. I 435 K.]
καὶ Δημοσθένει τῷ ῥήτορι [18, 24]. ὡσαύτως καὶ ὁ Φρυνώνδας ἐπὶ πονηρίᾳ βοᾶται Εὐπόλιδι ἐν Ἀστρατεύτοις
[fr. 39. C. A. F. I 267 K.]
, Δήμοις
[fr. 127. C. A. F. I 291 K.]
, Ἀριστοφάνει δὲ Προάγωνι
[fr. 468. C. A. F. I 512 Κ.]
, Ἀμιφιαράῳ
[fr. 26. C. A. F. Ι 398 K.]
, Θεσμοφοριαζούσαις [861]. ὁ Ἀριστόδημος δὲ μιαρὸς καὶ καταπύγων ἐς ὑπερβολήν, ἀφ’ οὗ καὶ ὁ πρωκτὸς Ἀριστόδημος καλεῖται· Κρατῖνος Πανόπταις
[fr. 151. C. A. F. Ι 60 Κ.]
ἐν τοῖς Κιμωνίοις ἀνὴρ ἐρειπίοις.
ὡσαύτως καὶ Ἀριστοφάνης Δαιταλεῦσιν
[fr. 231. C. A. F. Ι 451 Κ.]
. τούτοις ὅμοιος καὶ ὁ Σώστρατος. ~ ⸤B⸥CVφΩ