ἔντι μὲν χρυσαλακάτου τεκέων Λατοῦς ἀοιδαὶ
ὥριαι παιανίδες· ἔντι ⟨δὲ καὶ⟩ θάλλοντος ἐκ κισσοῦ στεφάνων [ἐκ] Διο⟨νύσου⟩
⟨διθύραμβον μ⟩αιόμεναι· τὸ δὲ — υ — υ —
. . . . . . . . . . ἀποφθιμένων
ἃ μὲν ἀχέταν Λίνον αἴλινον ὑμνεῖ,
ἃ δ’ Ὑμέναιον, ⟨ὃν⟩ ἐν γάμοισι χροϊζόμενον
⟨Μοῖρα⟩ σὺμ πρωτὰ λάβεν
ἐσχάτοις ὕμνοισιν· ἃ δ’ Ἰάλεμον ὠμοβόρῳ νούσῳ [ὅτι] πεδα θέντα σθένος,
υἱὸν Οἰάγρου ⟨δὲ
Scholia in Euripidem (scholia vetera). Scholia in Euripidem. ed. Eduard Schwartz. Berlin. 1887.