Notes on the current edition
De materia medica
1.
110 RV: λωτός· οἱ δὲ τρίφυλλον καλοῦσιν, οἱ δὲ τριπόδιον, οἱ δὲ τρίβολον.
2.
111 RV: λωτὸς ἄγριος· οἱ δὲ τρίφυλλον, οἱ δὲ Λιβυὸν
καλοῦσι, Ῥωμαῖοι τριφόλιουμ μίνους.
3.
5 SIM.: P. XXII 55 (e S. N.) — D. eup. I 41 (112).
4.
5 EXC.: med. Gal. XII 65 (═ Aet. I s. v. Paul. Aeg. VII s. v.); Hes. s. v, λωτός.
5.
8 SIM.: Pl. XXII 56 (?) — D. eup. II 105 (305).
6.
8 EXC.: Orib. XI s. v. (λωτὸς — γεύσει); cf. Gal. XII 65 (═ Aet. I s. v. Paul. Aeg. VII 3).
7.
1 τούτου HDi δακρύων RDi post ἀγωγὸς add. ἀποσπῶν δάκρυον E: ὥσπερ ὁ καπνὸς e Gal. addi vult Sarac. 2 τοὔνομα RDi καὶ (alt.) om. NDi 3 ἑλκυσθείσας PVFE: διπλᾶς RADiH (in ras.): τιλθείσας coni. Marc. κόλλα ἢ κόμη E καταχρισθείς Di: καταχρισθείσας FHA : καταπλασθεῖσα R (καταπλα- σθείσας A 2) 4 πλείονα χολὴν E οὖρα ἄγει (om. χολήν) R: οὖρα ἄγει χολώδη Di
8.
5 num. cap. φπ PADi: φπγ FH: ρζ E tit. λωτὸς F: περὶ λωτοῦ ADi: περὶ ἡμέρου λωτοῦ H λωτὸς ὃν ῥωμαιστὶ δριύλατον λέγουσιν mg. add. E2: λωτὸς ἥμερος (om. R), οἱ δὲ τρίφυλλον, οἱ δὲ τριπόδιον, οἱ δὲ τρίβολον καλοῦσι (post τρίφ. colloc. R)· φύεται ἐν παραδείσοις, ὃς (δστις N) χυλισθεὶς κτλ. RDi] 6 folia loti sativae argema discutere Pl. l. s. testatur καὶ (alt.) om. RE 7 καὶ (pr.) om. RE καθαίρει καὶ θεραπεύει E: ἀποκαθαίρει ἐνχριόμενος N in fine e R add. A λωτὸς λέγεται καὶ ἥμερος· οἱ δὲ τρίφυλλον, οἱ δὲ τριπό- διον, οἱ δὲ τρίβολον
9.
8 num. cap. φπγ PADi: φπδ FH: ρη E tit. περὶ λωτοῦ ἀγρίου HDi: περὶ ἀγρίου λωτοῦ A : om. F post ἄγριος syn. e R add. DiA, superscr. H2 πλεῖστος om. ROrib. 9 διπηχη καὶ (sic) R: ἢ om. Orib. πολλά P cf. Dl ramulos plurimos habet 10 φύλλα om. PVF ὁμοίας F λωτῷ om. Orib. λωτῷ τῷ RDi cf. Salm. Plin. exercit. 172 D. IV 112 χορτοκοπείοις RDi: χορτο- κοποίοις AE
10.
12 C fol. 207r: N 111 λωτὸς ἥμερος HDi καλοῦσιν om. H
11.
14 C fol. 208r: N 111 οἱ δὲ τρίφυλλον om. A. λίβυον libri: cor- rexi 15 καλοῦσι om. HA τριφολλιούμ βίνους HDi: τριφόλιουμ βίνους A τριφολιουμίνους superscr. A2)