Notes on the current edition
De materia medica
1.
106 RV: ἄρκιον ἢ προσωπίδα· οἱ δὲ προσώπιον, οἱ δὲ ποταμογείτων, οἱ δὲ σίνηπι Περσικόν, οἱ δὲ πανάκεια, οἱ δὲ κρήνιον, οἱ δὲ θλάσπι, οἱ δὲ ἀπαρίνην, Ῥωμαῖοι περσωνάκιαμ, οἱ δὲ λάππαμ.
2.
3 SIM.: Pl. XXV 113 (e S. N) — Pl. XXVI 28 D. eup. II 30 (239) — eup. I 184 (191).
3.
3 EXC.: Orib. XI s. v. (ἄρκιον — λεικῄ); Gal. XI 837 s. v. ἕτερον ἄρκτιον (═ Paul. Aeg. VII 3 s. v.).
4.
10 EXC.: Orib. XII s. v. (πετασῖτις—μύκης); cf. Gal. XII 98 (═ Paul. Aeg. VII 3 s. v.).
5.
11 SIM.: Ps. Ap. 37.
6.
1 πραύνειν DiE (ν eras. E2) πυρίκαυτα καὶ χέμεθλα καταντλούμενα R χιμέτλης E: χεμέτλης PVF χυμέθλης HADi 2 πίνεται] ποιεῖ R ἰσχιάδας RHADi δυσουρίας R
7.
3 num. cap. φοη PADi: φοθ FH: ργ E tit. περὶ ἀρκείου HADi ἄρκιον Orib.NDl. Pl. Paul. Aeg.: ἄρκειον HADi D. eup. II 112 (311): ἀρκεῖον E: ἄρκτιον Gal. PVF (frustra def. Salm. de hom. 53) post ἄρκιον syn. e R add. A, mg. H2 δὲ pr.] μὲν HA οἱ δὲ προσώπιον om. Orib. προσώπειον FHD] 4"ἐοικότα ἔχει τὰ φύλλα N: φύλλα ἔχει ὅμοια FHADi post τῆς c. 16 litt. eras. E2 5 μελάντερα καὶ EDi δὲ om. A: δέ ἐστιν E ἄκαυλος δὲ ἡ πόα] καυλὸν ὑπόλευκον N: καυλὸν ὑπόλευκον, ἐνίοτε δὲ καὶ ἄκαυλος ἡ πόα Di cf. Dl hasta maior cum foliis (?): 6 καὶ om. NOrib.E λευκή] μέλαινα κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν, ἔνδοθεν λευκή N: λευκὴ ἔνδοθεν, ἔξωθεν δὲ μέλαινα ADi: radicem albam et grandem Pl. τὸ πλῆθος F: δραχμῆς ὁλκὴ πλῆθος N 7 αἱμοπτυι- κοῖς καὶ τὰ ἐνπυρι (sic) N : αἱμοπτοικοῖς, ἐμπυικοῖς Di: ἐμπυικοῖς καὶ αἱμο- πτοικοῖς E: αἱμοπτυικοῖς καὶ om. O (superscr. om. καὶ H 2) cf. Pl. XXVI 28 contra purulentas contraque cruentas excreationes persollatae radix drachma ponderis cum pineis nucleis XI: emptoicis et empiicis Dl cf. D. eup. II 30 (239) 8 λιγυσμῶν F
8.
10 num. cap. φοθ PHDi: φπ FH: ρδ E tit. περὶ πετασίτου FHDi: περὶ πεντασίτου A πετασίτης FHDiOrib. l. s.: πετασσεῖτις E: πεντασίτης A μόσγος] θαμνίσκος E ἐστὶ om. Orib. μείζων πήχεως ROrib.EDi
9.
11 N fol. 21: om. C οἱ δὲ ποταμογείτων—θλάσπι om. H 12 ποταμογεῖτις N: correxi πανάκια N: correxi 13 κρήνιον N: correxi prsolate Pl.: perso- natiam Ps. Ap. cf. Pelag. ed. Ihm 138. 198. 14 λαμπαμ N: λαπάμ H: λαμπάν A