Notes on the current edition
De materia medica
1.
63 RV: κορίαννον ἡ κόριον, Αἰγύπτιοι ὄχιον, Ἄφροι γοίδ.
2.
3 SIM.: Pl. XX 216 (e S. N.) Garg. Mart. 4, 138 R (e Gal. et Pl.) Sim. Seth. s. v. (57 L) — Cels. (II 27) Ruf. (ed. Ruelle 541) Pl. 217 — Pl. 216 eup. I 168 (180) 169 (181) — Pl. 217 — Pl. 216 eup. I 171 (183) — Pl. 216. 217 eup. I 141 (164) I 199 (196) — eup. I 154 (173) — Pl. 216 — Pl. 218 enp. II 66 (281) — eup. II 96 (300) — eup. I 145 (167).
3.
3 EXC.: Gal. XII 36 (unde Aet I s. v. Paul. Aeg. VII 3 s. v.); Ps. Ap. 102 (unde Pa. Orib. I 83 cf. 103); Isid. XVII 11, 7. Hes s. v. κορίαννον.
4.
3 TEST.: Gal. XII 36: κορίαννον ἢ κόριον ἢ ὅπως ἂν ἐθέλῃς ὀνομάζειν οἱ μὲν γὰρ Ἐλληνεσ οἱ παλαιοὶ κορίαννον καλοῦσιν, οἱ νεώτεροι δʼ ἐατροὶ πάντες ὀνομάζουσιν κόριον, ὥσπερ καὶ Διοσκουρίδης ψυκτικὴν λέγων εἶναι τὴν πόαν οὐκ ὀρθῶς . . . μὴ τοίνυν μηδὲ τὸ τηνικαῦτα βοηθοῦν αὐτῇ [sc. ἐρυσιπέλατος διαθέσει) ψυκτικὸν εἶναι νομίζωμεν, ὥσπερ ὁ Διοσκουρίδης τὸ κορίαννον, ὅτι καταπλαττόμενον, ὡς αὐτός φησι, μετ᾿ ἄρτου ἢ ἀλφίτου (ἀλφίτων ed) ἰᾶται τὰ ἐρυσίπελας . . ὄτι δὲ πόρρω τοῦ ψύχειν ἐστὶ κορίαννον ἔνεστί σοι κἂξ αὐτῶν ὧν Διοσκουρίδης ἔγραψε καταμαθεῖν· χοιράδας γοῦν φησι διαλύειν αὐτὸ μετ᾿ ἐρεγμοῦ.
5.
1 post συγχριόμενον haec habet E μετὰ δὲ (add. E2) σταφίδος ἐπὶ τὸ |χολοδέστερον ἢ| χλωρότερον καὶ ῥιτίνης (corr. E2) 2 καὶ μετὰ σταφίδος Di ὑποθυμιώμενον μετὰ στ. C ὑστέρας C
6.
4 num. cap. τοζ 0Dl: ξθ E tit περὶ κορίου PHADi post κόριον add. ὸ παῤ ἡμῖν κορίανδρον λεγόμενον V: ἢ κορίανον. Di: γνώριμον ἢ κορίαννον A γνώριμον δύναμιν ἔχον ψυκτικήν RDi: γνώριμον superscr. H2 initio syn. e R add DiA: mg. H2 5 ἄρτων Di ἢ] καὶ E 7 μετὰ δὲ ἐρεχμοῦ R ἐρεγμοῦ ἀλεύρου φάβατος superacr.) PV: mg. Add. ἐρεγμός ἐστιν φάβα C (m rec.) 8 ὀλίγον μὲν om, R: μὲν om, Di πινόμενον κετὰ γλυκέος R: ποθὲν μετὰ γλυκέος EPaul. Aeg. 9 πλείω HA 10 φυλάττεσθαι RHD 11 καὶ αυνεχῆ om. R πόσιν] PV: πρίσιν F: χρῆσιν reliqui: unde debet quisquis usum eius non frequentare Dl 12 ἢ ῥοδίνῳ R 13 τὰς πυρώδεις om R
7.
14 C fol. 156r: N 46 ὁμοίως Αἰγύπτιοι C ὄχεον HDi: ochion Ps. Ap. (Ack.) de Afr. syn. cf. Low l. s. 406. Hehn Kult.6 205.