Dioscurides Pedianus De materia medica 3.54

ed. Max Wellmann

View: By Chapter

De materia medica. Dioscurides Pedianus. ed. Max Wellmann. United States. 2018.

Funding provided by Harvard Library Arcadia Fund.

Current edition First1KGreek

De materia medica (Greek) (Dioscurides Pedianus. De materia medica, Volumes 1-3. Wellmann, Max, editor. Berlin: Weidmann, 1907-1914.)

Notes on the current edition

De materia medica

1. 5 EXC.: Orib. XII l. s. (τὸ δὲ — Ἴδῃ).
2. 11 SIM.: Pl. XXIV 177 (e S. N.) — Pl. l. s. eup. II 77 (290).
3. 11 EKC.: Orib. XII s. v. (τόρδιλον — ἀρωματίζον); Boiss. Anecd. II 407.
4. 1 δὲ om. COrib. μέγας ὡς δίπηχυς R: μέγας ἐστι EDi κλήματα ὡς διπήχη ἔχων Di ἀφ᾿ οὗ Orib. καυλοὶ ROrib.E (superacr. A2) 2 πυκνὸν] πικρόν C: superscr. A2: πικρὸν πυκνόν E: πυκνόν, μέλαν, πικρόν Di: semen est spissu et nigru Dl 3 καὶ δριμύτερον ROrib. δὲ om. ROrib. ὑδὺ — ναρθηκοειδῆ om. HA 4 δύναται — αὐτὰ om. C αὐτὰ ποιεῖ N 5 nov habet cap. Di cum tit. σέσελι πελοποννησιακόν marg. add. σέσελι τὸ ἐν Πελοποννήσῶ P σέσελι πελοποννησιακόν Orib. γινόμενον om. F: γεννώμενον NHDi φύλλα μὲν E παραπλήσια κωνίω (κλω superscr.) Orib. 6 τραχότερα δὲ καὶ om, 0rib. τραχύτερα] πλατύτερα RDi: τραχυτε καὶ παχύτερα (aberravit libr. ad alt. ε) P: παχύτερα δὲ καὶ τραχύτερα E: grossiora et aspriora Dl 7 νάρθηκος R ἄκρῳ RDi δὲ (pr.) om 0rib. post δὲ (pr.) inser. τούτου (τοῦτῳ C) RE σκιάδιον — τοῦτῳ om. R 8 καυλὸς| καὶ καρπός E καρπὸν πλατύτερον καὶ σαρκωδέστερον Orib. καὶ σαρκωδέστερος om. R καὶ (alt) om. Orib. εὐώδης REDi (σαρκ. post εὐώδης transpos. Di): εὐώδη Orib. 9 δυνάμεις δὲ τὰς αὐτάς Orib. δὲ ἔχε: FHA δὲ (alt) om. RDi: δὲ καὶ HA τόποις τράχεσι ROrib. Di 10 ἐφύγροις RDi: ἐνύδροις FHA γεννᾶται] φύεται Orib.Di γεννᾶται — Ἴδῃ om. RDl δὲ om. Orib. ἐν νήσοις Di: εἴνδη E
5. 11 num. cap. τξη 0Di: ξα E tit. περὶ τορδέλου FHDi κροκοδίλιον οἱ δὲ τορδίλιον· οἱ δὲ γορδίλιον· ἔνιοι δὲ καὶ τοῦτον σέσελι καλοῦσιν κρητικόν E τόρδυλον Plin.: τορδίλιον· οἱ δὲ τόρδιλον Di: grodilion Dl: τορδύλιον D. eup II 77 (290): τόρδειλον Nic. Th. 841 ὃ ἔνιοι οέσελι κρ. καλοῦσι 0rib. καὶ τοῦτο om. Di 12 φύεται καὶ Orib.Dl: φύεται δὲ EH τὴν κιλικίαν FH ἀχανῷ FH: ἀμένῳ Di 13 ἀσπιδισκίοις Orib.: ἀσπιδίσκω (2 litt. eras. E2) E: ἀσπίδι καὶ PFHA 14 ὑπόδριμυ καὶ EDi: καὶ eras. E2 δυσουρίας E 16 ἐγχλώρου (om. τι) Di ὅσον δραγμῆς τριώβολον E (δρ. seclus. E2) πρὸς ἡμέρας EDi