Dioscurides Pedianus De materia medica 3.13

ed. Max Wellmann

View: By Chapter

De materia medica. Dioscurides Pedianus. ed. Max Wellmann. United States. 2018.

Funding provided by Harvard Library Arcadia Fund.

Current edition First1KGreek

De materia medica (Greek) (Dioscurides Pedianus. De materia medica, Volumes 1-3. Wellmann, Max, editor. Berlin: Weidmann, 1907-1914.)

Notes on the current edition

De materia medica

1. 13 RV: ἄκανθα Ἀραβική· οἱ δὲ ἀκανθίς, Ῥωμαῖοι σπίνα.
2. 6 SIM.: D. eup. II 30 (239) — II 47 (258) — II 112 (310) 1 I 147 (167) — I 70 (128) — I 229 (212) — Pl. XXIV 108 eup. II 115 (315) — II 132 (324).
3. 11 SIM.: Pl. XXIV 107: (e S. N.) cf. XIII 63.
4. 11 EXC.: Orib. XI s. v. (ἄκανθα — στόφουσα) cf. Gal. XI 819 (unde Aet. I s. v. Paul. Aeg. VII 3 s. v.).
5. 1 καὶ ὑποδασέα Ps. D. δασέα C: superscr. A2: spissa Ps. D. καὶ (alt.) om. COrib.EADi: aspra et spinosa Dl ἀκανθώδη λευκὸν post καυλὸν transpos. Orib. 2 μεγάλου πάχος COrib. ἢ om. E μείζονα CA: μείζω Orib. τὸ πάχος A: πάχος ἔχοντα E 3 κενὸν ἔνδοθεν CEFHADi πρόσεστι κεφαλὴ A 4 πλὴν ἐλάσσων] οὐλὴ ἔλαττον C: marg. add. A2 καὶ om. Orib. ἐπιμήκης Orib. 5 στρογγυλότερον F 6 ταύτης — πινομένη marg. add. (cum ??) P ἡ δὲ ῥίζα ταύτης A κοιλιακούς, στομαχικούς CEDl. Ps. D.: κοιλιακοὺς καὶ στομαχικοὺς AGal. 7 τε (pr.)] δὲ CA καὶ καταπλάσσεται (τε eras. E2) E 8 καὶ om. C τὸ δὲ ἀφέψημα C ἀδονταλγίαν FHDi: ὀδονταλγίαις ἁρμόδιος εἰς διάκλυσμα C: ὀδονταλγίας ἐστὶ διάκλυσμα A 9 τὸ] παι P ποιεῖ παιδίοις E: παιδίοις om. Gal. Aet. Paul. Aeg. l. s. 10 φασὶ — διώκει om. C: del. A2 ὅτι καὶ E
6. 11 num. cap. τκζ P: τκη FHADi: ιδ E tit. περὶ ἀρραβικῆς FA: περὶ ἀκάνθης ἀραβικῆς HDi ἄκανθα Αἰγυπτία, ἔνιοι δὲ Αραβικὴν ὀνομάζουσιν Gal. marg. add. καὶ ἡ Ἀραβικὴ ἀκάνθη εἶδός ἐστιν ἀκάνθης λευκῆς φυόμενον ἐν Αἰγόπτῳ καὶ Ἀραβίᾳ P (pr. man.) cf. Salm. Pl. exerc. 369 post ἀραβική syn. add. ADi ἐοικεν τῇ λευκῇ ἀκάνθῃ, στύφει Orib.: ἐοικυῖα τὴν φύσιν ADi: ἐοκυῖα τῆ πρώτη φύεται E (corr. E2) Dl ἐοικυῖα N φύσεως εἶναι RADi τῆς λευκῆς ἀκάνθης R 12 στύφει γὰρ R στύφουσα καὶ ξηραίνουσα in P exstare noν recte adnotat Salm. l. s. γυναικεῖον ποιεῖ N 13 ἀναγωγὴν δὲ τοὺς om. E 14 εὐθετεῖ παραπλησίως ή ῥίζα E. in fine add. φύεται (δὲ add. A) ἐν τραχώδεσι τόποις DiA (del. A2)
7. 15 C fol. 52r: N 22 κοινῶς ζοχής add. C (man. rec.) cf. Heldreich l. s. 78. cf. D. III 16.