Anonymus Londinensis Iatrica 23

ed. Hermann Diels

Iatrica. Anonymus Londinensis. ed. Hermann Diels. Germany. 2014.

Sponsored by University of Leipzig.

Funding provided by European Social Fund Saxony.

Current edition First1KGreek

Iatrica (Greek) (Anonymi Londinensis ex Aristotelis Iatricis Menoniis et aliis medicis eclogae (Supplementum Aristotelicum, Volume 3). Diels, Hermann, editor. Berlin: Reimer, 1893.)

Notes on the current edition

Iatrica

1. XXIII
2. XXIII 11] cf. Galencs de causis respir. [IV 466 K. fortasse Erasistrati memor]: ἀρχὴ μὲν οὖν διὰ τοῦ στόματος καὶ τῶν ῥινῶν ἑλκόμενος ἀὴρ ὕλη τυγχάνων τῆς κατὰ τὴν ἀναπνοὴν χρείας . . . διὰ τῆς τραχείας ἀρτηρίας εἰς τὸν πνεύμονα κομιζόμενος.
3. XXIII 1. 2 sensus τὰ πρῶτα, ἀλλὰ πλείω. ݲ οὐδὲ ταῦτα εἶναι | τοῖς σώμασι κυριωτατα κτλ. 7 ὕστερον] locus non servatur 15 πνεύμονα] prima littera simillis τε, sed, nisi π omisit P, non fuit τε πνεύμονα; etiam extremae litterae dubiae, sed aliud vocabulum fingi nequit cf. testim. 17–21 K 25 εισπνοιμενου
4. XXIII
5. XXIII 39 φησιν] vix Erasistratus cf. Galenus 1. c. [IV 471] ἢ τῆς ἐμφύτου θερμασίας ἀνάψυξίς τις, ὡς Φιλιστίων τε ἰαὶ Διοκλῆς ἔλεγον, . . . ἢ τούτων με) οὐδέν, ἐπιπληρώσεως δὲ ἕνεκεν ἀρτηριῶν ἀναπνέομεν, ὠς Ἐρασίστρατος οἴεται.
6. XXIII 42] Aristoteles de somno et vigiiia 3 [p. 456a30–32]: ἐχόμενον δὲ τῶν ἐστὶν ἐπελθεῖν, τίνων γινομένων καὶ πόθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ πάθους γίγνεται, τοῦ τ’ ἐγρηγορέναι καὶ τοῦ καθεύδειν. ibidem [456 b 17—24]: οὐκ ἴστω ὁ ὕπνος ἀδυναμία πᾶσα τοῦ αἰσθητικοῦ, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς περὶ τὴν τροφὴν ἀναθυμιάσεως γίνεται τὸ πάθος τοῦτο· ἀναγκαῖον γὰρ τὸ ἀναθυμιώμενον μέχρι του ὠθεῖσθαι, εἶτ᾿ ἀντιστρέφειν καὶ μεταβάλλειν καθάπερ εὔριπον, τὸ δὲ θερμὸν ἑκάστου τῶν ζῴων πρὸς τὸ ἄνω πέφυκε φέρεσθαι· ὅταν δ᾿ ἐν τοῖς ἄνω τόποι; γένηται, ἀθρόον πάλιν ἀντιστρέφει καὶ καταφέρεται. Ibid. [456b26–28]: ὅταν δὲ ῥέψῃ κάτω καὶ ἀπώσῃ τὸ θερμόν, τότε γίνεται ὁ ὕπνος καὶ τὸ ζῷον καθεύδει. Ibid. [457 b 29.30] : πάντων δ᾿ ἐστὶ τῶν ἐν τῷ σώματι ψυχρότατον ὁ ἐγκέφαλος, τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι τὸ ἀνάλογον τούτῳ μόριον. ibid. [458a1–5]: οὕτως ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ θερμοῦ τῇ πρὸς τὸν ἐγκέφαλον ἡ μὲν περιττωματικὴ ἀναθυμίασις εἰς φλέγμα συνέρχεται διὸ καὶ οἱ κατάρροι φαίνονται γιγνόμενοι ἐκ τῆς κεφαλῆς), ἡ δὲ τρόφιμος καὶ μὴ νοσώδης καταφέρεται συνισταμένη καὶ καταψύχει τὸ θερμόν. Ibid. [458a8–12]: τῆς μὲν οὖν καταψύξεως τοῦτ᾿ ἐστὶν αἴτιον, τὴς ἀναθυμιάσεως ὑπερβαλλούσης τῇ θερμότητι, ἐγείρεται δ᾿ ὅταν πεφθῇ καὶ κρατήσῃ ἡ συνεωσμένη θερμότης ἐν ὀλίγῳ πολλὴ ἐκ τοῦ περιεστῶτος.
7. XXIII 34 γε vel Τε P 49 K
8. XXIII