Philo Judaeus Quod Omnis Probus Liber Sit 131

ed. Leopold Cohn, ed. Siegfried Reiter

Quod Omnis Probus Liber Sit. Philo Judaeus. ed. Leopold Cohn, ed. Siegfried Reiter. Germany. 2014.

Funding provided by European Social Fund Saxony.

Current edition First1KGreek

Quod Omnis Probus Liber Sit (Greek) (Philo Judaeus. Opera quae supersunt, Volume 6. Cohn, Leonard; Reiter, Siegfried, editors. Berlin: Reimer, 1915.)

Translations (1)
To Prove that every Man who is virtuous is also free First1KGreek (The works of Philo Judaeus, the contemporary of Josephus, volume 3. Yonge, C. D., translator. London: Henry G. Bohn, 1855.) — 131 focus

Notes on the current edition

Quod omnis probus liber sit

1.
1 τῶν] τὸν F
2 ἕρμα] ἔρυμα M ἐναυβάρει GHP1: ἐ(??)βάρει F, ἐναυβάτει M (prob. Mang.), ἐναυάγει AQTP2
3 μετανέστην FGHP: μετανάστης MAQT 4.
5 ὕψει—δυνηθέντων om. AQT
5 post συνδραμεῖν add. μὴ θελήσας ἀθηναίοις AQT ἅμα M: ἀλλὰ ceteri (v) προσαναφερομένου L
6 μὴ om. M ἐξέπεσε ATP2, ἐκπέσας M πάλιν om. Η (Turn.), om. in ἁ lac. M ἀποκρίνεσθαι M
7 δ’ MA πατρὶ,] πάτριος HP1
8 σεμέλην M
9 καταπλαγεὶς] καταλαβὼν coni. Mang. 9.
10 Ζεὺς— φύσιν om. T
10 ἠλιγόμηνον Α ἐξελκύσας M: ἐξετέλεσε καὶ Α, ἐξέκαυσε καὶ ceteri (v) ἀπέφανε Α, ἐναπέφηνε P
11 ἢ om. M
12 φιλοσόφου] φιλοτιμίαν AQT ὄγκον τὲ τοσοῦτον AQT τις om. M
13 ἀθηνῶν AQT ἀποικῆσαι M
14 τῆς] τοῖς G δ’ A
15 κἀν H: ἐν ceteri ἄν τις σκοπῶν transp. M εὕροι om. M
16 οὕτως] ὄντως M, ὅπως F φιλοκινδύνως] φιλωδύνως M, φιλογύνως G, φιλοτίμως F ὑπὲρ] ὑπὸ QT
2.
1 sqq. Apollod, Bibl. I 9, 19,
3 Φερεκύδης δέ αὐτὸν (Ἡρακλέα) ἐν Ἀφεταῖς τῆς ἀπολειφθῆναι λέγει, τῆς Ἀργοῦς φθεγξαμένης μὴ δύνασθαι φέρειν τὸ τούτου βάρος. Schol. Apoll. Rh. I 1290 Ἀντίμαχος ἐν τῇ Λύδῃ φησὶν ἐκβιβασθέντα τὸν Ἡρακλέα διὰ τό καταβαρεῖσθαι τὴν Ἀργὼ ὑπὸ τοῦ ἥρωος
5 sqq. Plut. de exilio
16 . . . θαυμαστὸν γάρ, εἰ Θεόδωρος ἀπαρρησίαστος ἦν, ὅς, Λυσιμάχου τοῦ βασιλέως εἰπόντος πρὸς αὐτὸν ἡ πατρίς σε τοιοῦτον ὄντ’ ἐξέβαλε᾿, ‘ναί᾿, εἶπε, ‘μὴ δυναμένη φέρειν ὥσπερ ἡ Σεμέλη τὸν Διόνυσον᾿. Diog. La. II 102 ὅτε καὶ παρρησιαζομένῳ φησὶν ὁ Λυσίμαχος, ‘λέγε μοι, Θεόδωρε, οὐ σὺ εἶ
6 ἐκπεσὼν Ἀθήνηθεν;᾿ καὶ ὅς, ‘ὀρθῶς ἀκήκοας· ἡ γὰρ τῶν Ἀθηνίων πόλις οὐ δυναμένη με φέρειν, ὥσπερ ἡ Σεμέλη τόν Διόνυσον, ἐξέβαλε᾿.