Apollonius Rhodius Argonautica 1.512

ed. R. C. Seaton

View: By Book

Argonautica. Apollonius Rhodius. ed. R. C. Seaton. Oxonii. 1900.

Sponsored by Perseus Project, Tufts University.

Current edition Experimental

Apollonii Rhodii Argonautica, edited by R. C. Seaton (OCR draft) (Greek) (R. C. Seaton's Oxford Classical Text of the Argonautica, with a concise critical apparatus. Oxford: Clarendon Press, 1900.)

Provisional text from uncorrected OCR; expect errors.

Editions (2)
Argonautica Perseus (The Argonautica of Apollonius Rhodius, Apollonius, Rhodius, creator; Mooney, George W, editor, translator. London: Longmans, Green, and Co., 1912.) — 1.512 focus
Apollonii Rhodii Argonautica, edited by R. Brunck (OCR draft) Experimental (R. Brunck's edition of the Argonautica, with a concise critical apparatus. Leipzig: Teubner, 1810.) — 1.512 focus
Translations (4)
The Argonautica, translated by E. P. Coleridge (OCR draft) Experimental (E. P. Coleridge's English translation of Apollonius Rhodius, published by Harvard University Press in 1912.) — 1.512 focus

1.512-1.518


He ended, and checked his lyre and voice divine; but they, as he ceased, still leant their heads towards him with eager ears, one and all hushed but hungry still by his en chantment, so strong a spell of music had he left within their hearts. But not long after did they mix libations for Zeus, as was his due, and piously poured them on the blazing tongues, 2 and so bethought them of sleep for the night.
The Argonautica, translated by R. C. Seaton (OCR draft) Experimental (R. C. Seaton's English translation of Apollonius Rhodius, published by Harvard University Press in 1912.) — 1.512 focus

1.512-1.518


He ended, and stayed his lyre and divine voice. But though he had ceased they still bent forward with eagerness all hushed to quiet, with ears intent on the enchanting strain; such a charm of song had he left behind in their hearts. Not long after they mixed libations in honour of Zeus, with pious rites as is customary, and poured them upon the burning tongues, and bethought them of sleep in the darkness.
The Argonautica, translated by F. A. Fawkes (OCR draft) Experimental (F. A. Fawkes's English translation of Apollonius Rhodius.) — 1.512 focus
Here the ſweet bard his tuneful lyre unſtrung,
And ceas'd the heavenly muſic of his tongue;
650
But, with the ſound entranc'd, the listening ear
Still thought him ſinging, and ſtill ſeem'd to hear:
In ſilent rapture every chief remains,
And feels within his heart the thrilling ſtrains.
Forthwith the bowl they crown with roſy wine,
655
And pay due honours to the powers divine;
Then on the flaming tongues libations pour,
And wait ſalubrious ſleep's compoſing hour.
Soon as the bright-ey'd morning's ſplendid ray
On Pelion's ſummit pour'd the welcome day,
660
Light ſkimm'd the breezes o'er the liquid plain,
And gently ſwell'd the fluctuating main;
The Argonautica, translated by R. C. Seaton and modernized by OpenAI 5.6 Sol (OCR draft) Experimental (R. C. Seaton's English translation of Apollonius Rhodius, published by Harvard University Press in 1912 and modernized by OpenAI 5.6 Sol in 2026.) — 1.512 focus

1.512-1.518


He ended, and stayed his lyre and divine voice. But though he had ceased they still bent forward with eagerness all hushed to quiet, with ears intent on the enchanting strain; such a charm of song had he left behind in their hearts. Not long after they mixed libations in honour of Zeus, with pious rites as is customary, and poured them upon the burning tongues, and thought them of sleep in the darkness.

Notes on the current edition

Argonautica

1. 487 ἐνίσπες Merkel: ἔνισπες L: ἐνίσπε G
2. 515 τοῖόν . . . θέλκτρον ἀοιδῆς Meineke: τοῖόν θέλκτην ἀοιδῆς LG: τοῖόν... θέλκτιν ἀοιδήν vulg. 516 Aıl Vat. unus a m.s. et coniecerat Stephanus : δὴ vulg. 517 ἡ θέμις, εὐαγέως Merkel 542 κήκιεν Stephanus : ἐκήκιεν LG
3. 551 Ἰτωνίδος schol., Et. Magn. s. v. Ιτωνίς, Tzetzes ad Lycophr. 355: supr. τριτωνίδος scr. γρ. ἰτωνίδος L: Τριτωνίδος G Pariss. 561-861 om. G 565 ἐπ᾿] ὑπ᾿ schol. Ven. in Π 183, Et. Magn. s. v. ἠλακάτη

Commentary

Scholia on Apollonius' Argonautica (Scholia in Apollonium Rhodium vetera. Wendel, Carl, editor. Weidmann: Berlin, 1935.) focus

31-34a. 31—34 a. Πιερίηθεν: Πιερία ὄρος Θράκης, ἐν ᾗ διέτριβεν
Ὀρφεύς. φησὶ δὲ Ἡρόδωρος (31 fg 43 a J.), ὅτι παρήνησεν ὁ Χείρων τῷ Ἰάσονι, ὅπως τὸν Ὀρφέα σὺν τοῖς Ἀργοναύταις παραλάβῃ.

31-34b. b. 〈τοῖον:〉 οἷον εἴπομεν δηλονότι. L g

31-34c. c. Βιστωνίδι κοιρανέοντα: γράφεται καὶ Βιστῶνι τε κοιρανέοντα. L mP

35. 35. 〈αὐτοσχεδόν:〉 ἀντὶ τοῦ παραχρῆμα, εὐθέως. L g

37-38a. 37—38 a. 〈Πειρεσιάς:〉 ὄνομα πόλεως· ὡς Ἐρυθραὶ καὶ Πειρεσιαί. L g

37-38b. b. Ἀπιδανός τε μέγας καὶ δ〈ῖος〉: Ἀπιδανὸς καὶ Ἐνιπεὺς ἀμφότεροι Θεσσαλίας ποταμοί. τὸ δὲ

37-38b. Φυλλήιον ὄρος Μαγνησίας.

37-38c. c. ἡ δὲ Πειρεσία χώρα ἢ πόλις, ἧς ἐγγὺς ἦν τὸ Φυλλεῖον. P

40-41. 40—41. Λάρισαν δ’ ἐπὶ τοῖ〈σι〉: Λάρισαν τὴν Θεσσαλίας λέγει, ἣν ἔκτισεν Ἀκρίσιος, ἥτις ὠνομάσθη ἀπὸ Λαρίσης τῆς Πελασγοῦ, ὡς φησιν Ἑλλάνικος (4 fg 91 J.). εἰσὶ δὲ Λάρισαι τρεῖς· ἀρχαιοτάτη μὲν ἡ Ἀργειῶτις, ἥτις ἐστὶν αὐτὴ ἡ ἀκρόπολις· δευτέρα δὲ ἡ ἐν τῷ Πελασγικῷ τῆς Θεσσαλίας, ἣν Ὅμηρος (Β 738) Ἄργισσάν φησι, πλησίον
οὖσα τῆς Γυρτώνης, ἧς νῦν ὁ Ἀπολλώνιος μέμνηται· ἔστι δὲ καὶ περὶ Τροίαν, ἧς Ὅμηρος (Β 840 sq.) μνημονεύει· ‘φῦλα Πελασγῶν τῶν, οἳ Λάρισαν’. τὸν δὲ Πολύφημον Ἐλάτου παῖδα εἶπεν Ἀπολλώνιος, Σωκράτης (fg 10 M. IV 498) δὲ καὶ Εὐφορίων (fg 87 Scheidw.) Ποσειδῶνος. οἱ δὲ Λαπίθαι ἀπὸ Λαπίθου τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ
Στίλβης νύμφης ὠνομάσθησαν.

45-47a. 45—47 a. οὐδὲ μὲν Ἴφικλος: οὔτε Ὅμηρος οὔτε Ἡσίοδος (fg 50 Rz. 2) οὔτε Φερεκύδης (3 fg 110 J.) λέγουσι τὸν Ἴφικλον συμπεπλευκέναι τοῖς Ἀργοναύταις. ὅτι δὲ μητρὸς ἦν Ἀλκιμέδης ὁ Ἰάσων, Φερεκύδης (3 fg 104 a J.) μὲν συμφωνεῖ τῷ Ἀπολλωνίῳ. Ἡρόδωρος
(31 fg 40 J.) δὲ Πολυφήμην τὴν Αὐτολύκου φησὶν Ἰάσονος εἶναι μητέρα. Ἄνδρων δὲ ἐν τῇ ἐπιτομῇ τῶν Συγγενειῶν (10 fg 5 J.) Αἴσονος καὶ

45-47b. b. τὸν δὲ Ἴφικλον Ἡσίοδος (fg 117 Rz. 2) ἐπὶ πυρίνων ἀθέρων τρέχειν φησίν, Δημαρέτης (42 fg 1 J.) δὲ ἐπὶ τῆς θαλάσσης. ἔστι δὲ υἱὸς Φυλάκου καὶ Κλυμένης τῆς Μινύου.

45-47c. c. ὁ δὲ τρόπος ἀντίφρασις. ἀντὶ τοῦ ‘ταχέως δὲ ὁ Ἴφικλος ἦλθεν’· ‘οὐ πολὺν χρόνον ἔμεινεν ἐν Φυλάκῃ’.

45-47d. d. 〈μήτρως:〉 ὁ θεῖος. L gr

45-47e. e. κασιγνήτην γὰρ ὄπυιεν: διὰ τοῦ παρεπομένου τὸ προηγούμενον δηλοῖ.

45-47f. f. 〈ὄπυιεν:〉 τὸ ἐγεγαμήκει· ἤτοι ἀπὸ τῶν ὠπῶν ἐσχηματισμένης
τῆς λέξεως, ὅ ἐστιν ὀφθαλμῶν· ἢ ἀπὸ τοῦ

45-47f. ὄπτω καὶ ἐπιτηρῶ· ἢ ἀπὸ τῆς ὀπός, τῆς φωνῆς, διὰ τὰς τῶν ἀνδρῶν πρὸς τὰς γυναῖκας ὁμιλίας, ἀφ’ οὗ καὶ ‘ὄαροι’ (I 327) αἱ γυναῖκες.

48a. 48 a. 〈πηοσύνη:〉 συγγένεια L g.

48b. b. ταύτης δὴ αὐτὸν ἡ συγγένεια παρεκέλευσεν. L mr

49a. 49 a. οὐδὲ Φεραῖς Ἄδμη〈τος〉: αἱ Φεραὶ ὠνομάσθησαν ἀπὸ Φέρητος τοῦ Κρηθέως, τοῦ Ἀδμήτου πατρός.

49b. b. 〈ἐυρρήνεσσι:〉 ταῖς καλὰ πρόβατα ἐχούσαις. L gr

49c. c. ἐυρρήνεσσι δὲ ἀντὶ τοῦ πολυπροβάτοις. P

50. 50. ὄρος ὑπεράνω Φερῶν τὸ Χαλκωδόνιον. L g (P)

51-52. 51—52. οὐδ’ Ἀλόπῃ μίμνον: Θεσσαλίας πόλις ἢ Μαγνησίας.

51-52. πολυλήιοι δὲ ἤτοι ἀπὸ τοῦ ληίου, τουτέστι σιτοφόρου πεδίου, ἢ ἀπὸ τῆς λείας, ὅπερ βέλτιον· ἐπιφέρει γὰρ

51-52. εὖ δεδαῶτε δόλους . ἱστοροῦνται δὲ ἄυπνοι καὶ δεινοὶ καὶ φερέπονοι.

53. 53. 〈γνωτός:〉 ἀντὶ τοῦ ἀδελφός. L g

54-55a. 54—55 a. Αἰθαλίδης: ὄνομα κύριον. ἔστι δὲ υἱὸς Ἑρμοῦ καὶ Εὐπολεμείας τῆς Μυρμιδόνος.

54-55b. b. Ἄμφρυσσος γράφεται καὶ διὰ τοῦ β, ὡς Διονύσιος (32 fg 12 J.). ἔστι δὲ ποταμὸς Θεσσαλίας. προπαροξύνεται δέ, ὡς ἐν
τῇ η’ τῆς Καθόλου (Herodian. I 213, 16 L.).

57-64a. 57—64 a. Γυρτῶνα Κόρωνος: ἣν Ὅμηρός φησι (Β 738) ‘Γυρτώνην τε νέμοντο’. ἔστι δὲ πόλις Θεσσαλίας ἢ Περραιβίας, ὡς 〈Σου〉ίδας (fg 5 M. II 464), ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ Γυρτώνης τῆς Φλεγύου. ὁ δὲ Κόρωνος υἱός ἐστι Καινέως. μεμύθευται δὲ ὁ Καινεὺς πρότερον
γεγονέναι γυνή, εἶτα Ποσειδῶνος αὐτῇ πλησιάσαντος μεταβληθῆναι εἰς ἄνδρα· τοῦτο γὰρ ἤτησε καὶ ἀτρωσίαν. ἤρισε δὲ καὶ Ἀπόλλωνι καὶ ἐνικήθη. καὶ ἐκέλευε τοὺς παριόντας ὀμνύναι εἰς τὸ δόρυ αὐτοῦ· ἔνθεν ἡ παροιμία ‘τὸ Καινέως δόρυ’. τινὲς δέ φασι Καινέα συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις, οὐ Κόρωνον· ὁ δὲ Ἀπολλώνιος παρὰ Πινδάρου
εἴληφε λέγοντος (fg 167 Schr.)· ‘ὁ δὲ χλωραῖς ἐλάτῃσι τυπεὶς ᾤχετο Καινεύς, σχίσας ὀρθῷ ποδὶ γᾶν.’ τοῦτο δὲ αὐτῷ συνέβη διὰ τὸ μήτε θύειν τοῖς θεοῖς μήτε εὔχεσθαι ἀλλ’ 〈ἢ〉 τῷ ἑαυτοῦ δόρατι· διὸ Ζεὺς ἐφορμᾷ αὐτῷ τοὺς Κενταύρους, οἵτινες κατὰ γῆν αὐτὸν ὠθοῦσιν.

57-64b. b. 〈Κενταύροισιν:〉 ἀντὶ τοῦ ὑπὸ Κενταύρων. L g

57-64c. c. 〈καταΐγδην:〉 καταφορικῶς, μεθ’ ὁρμῆς. L g

65. 65. Ἀμπύκου υἱὸς ὁ Μόψος τοῦ Τιτάρωνος, μητρὸς δὲ Χλώρι- δος. L m (P)

67-68a. 67—68 a. ἄγχι δὲ λίμνης Ξ〈υνιάδος〉: Ξυνιὰς λίμνη τῆς Θεσσαλίας· τινὲς δὲ πόλιν, ᾗ παράκειται 〈...〉 Βοιβηὰς λίμνη. ἀπὸ δὲ τῆς πόλεως εἴρηκε 〈λίμνην〉 Ξυνιάδα, ἐπειδὴ πλησίον αὐτῆς ἐστιν ἡ πόλις. ξυνὸν δὲ εἴρηται τὸ κοινόν· κοινὴ δέ ἐστιν Θεσσαλίας καὶ Βοιω-
τίας αὕτη.

67-68b. b. Κτιμένην Δολοπηίδα: Κτιμένη πόλις τῆς Θεσσαλίας. Δολοπηίδα δὲ τὴν Θεσσαλικήν εἶπε· Δόλοπες γὰρ ἔθνος Θεσσαλίας. Ὅμηρος (Ι 484)· ‘ναῖον δ’ ἐσχατιὴν Φθίης Δολόπεσσιν ἀνάσσων’.

69. 69. ἐξ Ὀπόεντος: Ὀποῦς πόλις τῆς Λοκρίδος, ἀπὸ Ὀπόεντος
τοῦ Ἠλείου. Ὅμηρος (Β 531)· ‘οἳ Κῦνόν τ’ ἐνέμοντ’ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε.’

71-74. 71—74. ἀλκήεις Ἐρ〈ιβώτης〉: ἰσχυρός· παραγώγως δὲ ἐσχημάτισται παρὰ τὴν ἀλκήν, ὡς φωνήεις παρὰ τὴν φωνήν. Ἡρόδωρος δὲ ἐν τοῖς Ἀργοναυτικοῖς (31 fg 5 J.) τοῦτον Εὐρυβάτην καλεῖ καί
φησιν αὐτὸν Τελέοντος υἱόν. Ἄκτορος δὲ υἱοὶ Μενοίτιος καὶ Ἶρος, τούτων δὲ υἱοί, Μενοιτίου μὲν καὶ Σθενέλης Πάτροκλος, Ἴρου δὲ Εὐρυτίων.

75-76. 75—76. καὶ ἐπαῖξαι: ἀντὶ τοῦ ἐπιδιῶξαι. περιττὸν μὲν τὸ

75-76. μετόπισθεν , λείπει δὲ ὁ καὶ· καί ὅτε κλίνειαν φάλαγγας, εἰς φυγὴν
τρέψειεν.

77-78. 77—78. Κάνθος κίε: τὸν Κάνθον καὶ ὁ Κλέων καταλέγει.

79a. 79 a. 〈Κήρινθον:〉 πόλις Εὐβοίας. L g

79b. b. 〈ὑπότροπος:〉 ὑποστρέψας. L g

81-82. 81—82. δηωθῆναι: καινότερον νῦν δηωθῆναι τὸ φθαρῆναι.
ἑξῆς δὲ ὁ ποιητὴς ὡς δυσφορῶν ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ἡρώων ἐπιφωνεῖ·

81-82. ὡς οὐκ ἀνθρώ〈ποισιν〉 . ὁ δὲ νοῦς· οὐδέν ἐστι μέγιστον κακόν, οὗ ἄνθρωπος ἀποτυγχάνει. ἔδει οὖν διὰ τοῦ ᾱ ἀπαυρεῖν. ἢ ὅτι οὐδὲν κακὸν μέγιστον, ὃ εἴη 〈ἂν〉 ἀνθρώποις δυσχερὲς ἐπαυρεῖν, ὅ ἐστιν ἐπιτυχεῖν.

83-85. 83—85. δύσιές τε καὶ ἀντολ〈αί〉: τοσοῦτόν φησι κεχωρισμένους τῆς τῶν Κόλχων χώρας, ὅσον τῶν ἀνατολῶν αἱ δύσεις ἀφεστήκασιν, ἐπεὶ ἡ μὲν Λιβύη ἐν δύσει, ἡ δὲ Κολχὶς ἐν ἀνατολῇ.

87. 87. Οἰχαλίης ἐπίουροι: παῖδες Ἀντιόπης. Οἰχαλίας δὲ τῆς
ἐν Εὐβοίᾳ. οἱ γὰρ νεώτεροί φασιν ἐν Εὐβοίᾳ εἶναι, Ὅμηρος δὲ ἐν τῷ Πελασγικῷ Ἄργει καταλέγει τὴν Οἰχαλίαν (Β 730)· ‘οἵ τ’ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος’, οἱ δὲ ὁμώνυμόν φασιν.

90-94a. 90—94 a. οὐδ’ ὁμόθεν: οὐδ’ ἐκ τοῦ αὐτοῦ τόπου. τὸ δὲ

90-94a. οὐ μέν ἀντὶ τοῦ οὐ μήν. διεχωρίσθησαν γὰρ διὰ τὸν φόνον Φώκου, καὶ
ὁ μὲν ἐν Σαλαμῖνι κατῴκησεν, ἥν φησι νῆσον

90-94a. Ἀτθίδα , ὁ δὲ Πηλεὺς ἐν Φθίᾳ.

90-94a. ἀφραδίῃ δὲ ἢτοι ἀνοίᾳ ἢ κακοβουλίᾳ.

90-94b. b. 〈λιασθείς:〉 ἀντὶ τοῦ φυγών. L g

95-96. 95—96. τοῖς δ’ ἔπι Κεκροπίηθεν: ἀντὶ τοῦ· σὺν τούτοις
ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς. Κεκροπία γὰρ λέγεται ἡ Ἀττικὴ ἀπὸ Κέκροπος τοῦ βασιλεύσαντος. ἕτερος δέ ἐστιν ὁ Τελέων οὗτος ὁ Βούτου πατὴρ

95-96_cont. ἐυμελίης δὲ ὁ πολεμικός, ἀπὸ τῆς μελίας.

97-100. 97—100. Ἄλκων: ὄνομα κύριον, πατὴρ Φαλήρου. τὸν δὲ Ἄλκωνα Πρόξενός (fg 5 M. II 462) φησιν Ἐρεχθέως. φυγεῖν δὲ αὐτὸν
λέγει ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς μετὰ τῆς θυγατρὸς Χαλκιόπης εἰς Εὔβοιαν, ἐξαιτοῦντος δὲ τοῦ πατρὸς οὐκ ἐκδοῦναι τοὺς Χαλκιδέας. τὸ δὲ

97-100. τηλύγετον ἐνταῦθα οὐ τὸν μονογενῆ, πρόσκειται γὰρ καὶ

97-100. μοῦνον ἐόντα , ἀλλὰ καταγηράσαντι αὐτῷ γενόμενον· οἱ γὰρ τοιούτοι τῶν παίδων εἰσὶ προσφιλεῖς.

101-04a. 101—04 a. Θησέα δ’ ὃς περὶ πά〈ντας〉: Θησεὺς καὶ Πει-
ρίθοος, ὄντες τὸ γένος ὁ μὲν ἐκ Διός, ὁ δὲ Ποσειδῶνος, ἐφάμιλλον τῷ γένει τὴν πρᾶξιν ἐποιούντο. καὶ ὁ μὲν Θησεὺς τῆς Ἑλένης ἐρασθεὶς ἔσχεν συμπράττοντα αὐτῷ τὸν Πειρίθουν, ὁ δὲ Πειρίθοος τὴν Περσεφόνην ἐθελήσας ἀγαγέσθαι ἀναγκαίως εἶχε τὸν Θησέα ἑπόμενον. καὶ
δὴ διὰ Ταινάρου κατελθόντες καὶ ἐπί τινος πέτρας καθεσθέντες αὖθις ἀναστῆναι οὐ δεδύνηνται. Ἡρακλῆς δὲ ὕστερον κατελθὼν διὰ τὸν Κέρβερον, τὸν μὲν Θησέα ἀπέσωσεν ὡς μὴ ἑκοντὶ κατελθόντα, τὸν δὲ Πειρίθουν εἴασεν, ἐπειδὴ προαιρέσει ἰδίᾳ κατῆλθεν. ἐπεστράτευσαν δὲ κατὰ τῆς Τροιζῆνος οἱ Διόσκουροι διὰ τὴν ἀδελφὴν Θησέως ὄντος
ἐν Ἅιδου καὶ πορθήσαντες ἔλαβον αἰχμάλωτον Αἴθραν τὴν Θησέως μητέρα.

101-04b. b. Ταιναρίην: Φερεκύδης ἐν τῇ θ' (3 fg 39 J.) φησὶν ‘ὅτι Ἔλατος ὁ Ἰκαρίου γαμεῖ Ἐριμήδην τὴν Δαμασίκλου· τῶν δὲ γίνεται Ταίναρος, ἀφ’ οὗ Ταίναρον καλεῖται ἡ πόλις καὶ ἡ ἄκρα καὶ ὁ λιμήν’. L mP

101-04c. c. κεινὴν ὁδόν: ἀντὶ τοῦ ματαίαν. ὁ δὲ νοῦς· ἀμφότεροι γὰρ οὗτοι συνοδεύσαντες πάντας ἂν μόχθων ἀνέπαυσαν τοὺς Ἀργοναύτας. τὴν δὲ αἰτίαν ἐνταῦθά φησιν ὁ Ἀπολλώνιος τοῦ μὴ συμπλεῦσαι αὐτούς. ἀναγινώσκεται δὲ καὶ

101-04c. κείνην βαρυτόνως κατὰ ἀναφορὰν καὶ

101-04c. κεινὴν ὀξυτόνως ἀντὶ τοῦ κενήν.

105-08a. 105—08 a. Τῖφυς δ’ Ἀγνιάδ〈ης〉: αἱ Σῖφαι τῆς Βοιωτίας πόλις, Σιφαεὺς δὲ δῆμος Θεσπιέων· Θέσπεια δὲ 〈καὶ〉 πόλις Θεσσαλίας. Φερεκύδης (3 fg 107 J.) δὲ Ποντέως ἱστορεῖ τὸν Τῖφυν, ὁ δὲ Αἰσχύλος ἐν τῇ Ἀργοῖ (fg 21 N. 2) τὸν Τῖφυν Ἴφυν καλεῖ.

105-08b. b. προδαῆναι: προμαθεῖν. ἀρίστου γὰρ αὕτη τέχνη κυβερνήτου.
ὁ δὲ λόγος· ἀγαθὸς μὲν καὶ ἡμέρας τῷ ἡλίῳ, νυκτὸς δὲ πρός τινα τῶν ἀστέρων τὸν καιρὸν τοῦ πλοῦ τεκμήρασθαι.

109. 109. Τριτωνίς: Τρίτωνες τρεῖς, Βοιωτίας, Θεσσαλίας, Λιβύης· ἐν δὲ τῷ κατὰ Λιβύην ἐτέχθη ἡ Ἀθηνά.

112. 112. 〈κείνης ὑποθημοσύνῃσι:〉 διὰ τὸ ταῖς βουλαῖς τῆς
Ἀθηνᾶς γενέσθαι. L g

115. 115. Φλείας δ’ αὖτ’ ἐπὶ τοῖσιν: πόλις Πελοποννήσου ἡ Ἀραιθυρέα, ἡ νῦν ὀνομαζομένη Φλιοῦς ἀπὸ Φλιοῦντος τοῦ Διονύσου καὶ Χθονοφύλης. κεῖται δὲ ἡ Φλιοῦς ἐπὶ ὅροις τῆς Σικυῶνος. καὶ αὐτὸς δὲ Διόνυσος Φλιοῦς ὠνομάζετο ἀπὸ τοῦ φλεῖν τὸν οἶνον, ὅ
ἐστιν εὐθηνεῖν.

117. 117. ἐφέστιος Ἀσωπ〈οῖο〉: Ἀσωπὸς ποταμὸς Θηβῶν ἔχων

118-21a. 118—21 a. Ἀργόθεν αὖ Ταλαός: ἐκ τοῦ Ἄργους τῆς χώρας,
οὐ τῆς πόλεως. ἐν δὲ ταῖς Μεγάλαις Ἠοίαις (Hesiodi fg 149 Rz. 2) λέγεται, ὡς ἄρα Μελάμπους φίλτατος ὢν τῷ Ἀπόλλωνι ἀποδημήσας κατέλυσε παρὰ Πολυφόντῃ. βοὸς δὲ αὐτῷ τεθυμένου, δράκοντος ἀνερπύσαντος παρὰ τὸ θῦμα, διαφθεῖραι αὐτὸν τοὺς θεράποντας τοῦ βασιλέως· τοῦ δὲ βασιλέως χαλεπήναντος τὸν Μελάμποδα λαβεῖν καὶ
θάψαι, τὰ δὲ τούτου ἔγγονα τραφέντα ὑπὸ τούτου λείχειν τὰ ὦτα καὶ ἐμπνεῦσαι αὐτῷ τὴν μαντικήν. διόπερ κλέπτοντα αὐτὸν τὰς βόας τοῦ Ἰφίκλου περιληφθέντα δεθῆναι καὶ τοῦ οἴκου μέλλοντος πεσεῖν, ἐν ᾧ ἦν ὁ Ἴφικλος, τῇ διακόνων πρεσβύτιδι μηνῦσαι καὶ τούτου χάριν ἀφεθῆναι τῷ Ἰφίκλῳ. σαφὴς δὲ ἡ ἱστορία.

118-21b. b. 〈τῆς δ’ ἀμφί:〉 διὰ τὸν ἀδελφὸν Βίαντα. L g

118-21c. c. 〈Αἰολίδης:〉 Ἀμυθάονος γὰρ ἔστι τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου τοῦ Ἕλληνος τοῦ Διός. L m (P)

118-21d. d. σταθμοῖσιν ἐν Ἰφίκ〈λοιο〉: Ἴφικλος Φυλάκου παῖς τοῦ Δηιονέως. μήτηρ δὲ Μελάμποδος Δωρίππη, ὡς Διευχίδας (fg 9 M.
IV 390). φησὶ δὲ καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ ὀνόματος, ὅτι τεκοῦσα αὐτὸν ἡ μήτηρ εἰς σύνδενδρον ἐξέθετο τόπον, συνέβη δὲ τοὺς πόδας αὐτοῦ ὑπὸ ἡλίου μελανθῆναι ἀσκίους ὄντας.

124-29a. 124—29 a. νεῖον ἀπ’ Ἀρκαδ〈ίης〉: προπερισπωμένως ἀντὶ

124-29a_cont. Λάμπεια δὲ ὄρος Ἀρκαδίας, ἐξ ἧς Ἐρύμανθος ποταμὸς
ἔχει τὰς πηγάς.

124-29b. b. Λυγκήιον: ἀπὸ Λυγκέως τοῦ βασιλεύσαντος Ἄργους. ἐὰν δὲ

124-29b. Λυρκήιον , ἀπὸ ὄρους Ἄργους ἀκουστέον, ἀφ’ οὗ ὁ Ἴναχος καταφέρεται ποταμός.

124-29c. c. τῖφος: ὁ κάθυγρος τόπος, ἔνθα διέτριβεν ὁ κάπρος. περὶ
δὲ τοῦ κάπρου καὶ Ἡρόδωρός (31 fg 24 J.) φησιν, ὅτι ἐπὶ τὰς πύλας τῶν Μυκηνῶν κομίσας αὐτὸν ἀπέθετο.

124-29c. ἰλλόμενον δὲ δεδεμένον. διὰ δὲ τοῦ

124-29c. ἀπεθήκατο τοῦ βαστάζοντος ἐπιδείκνυται ἡ δύναμις, ὅτι εὐχερῶς.

131. 131. σὺν καί οἱ Ὕλας: οὗτος Ἡρακλέους ἐρώμενος, υἱὸς δὲ
Θειοδάμαντος τοῦ Δρύοπος. καὶ Μνασέας (fg 10 M. III 151) μὲν οὕτως. Ἑλλάνικος (4 fg 131 a J.) δὲ Θειομένη ἀντὶ Θειοδάμαντος ὀνομάζει.

132a. 132 a. 〈ἰῶν:〉 τῶν βελῶν. L g

132b. b. φύλακος: Ἰωνικῶς ὁ φύλαξ. Ἴωνες γὰρ τὰς γενικὰς ποιοῦ-
σιν εὐθείας· τοῦ φύλακος ὁ φύλακος, τοῦ μάρτυρος ὁ μάρτυρος. τοῦ δὲ φύλακος ὀξυτονητέον τὴν πρώτην· Ἡρωδιανὸς (I 150, 3 L.) δὲ τὴν τελευταίαν ὀξύνει.

132b. φορεὺς δὲ ὁ φέρων. L m(P)

133-38. 133—38. Ναύπλιος υἱὸς Ποσειδῶνος καὶ Ἀμυμώνης τῆς Δαναοῦ.

133-38_cont. Προίτου δὲ λέγει τοῦ Βελλεροφόντου ἐχθροῦ, ἀνδρὸς δὲ Ἀντείας· καὶ Ὅμηρος (Ζ 152 sqq.) οἶδεν.

139-44a. 139—44 a. Ἴδμων δ’ ὑστάτ〈ιος〉: Χαμαιλέων (fg 6 Koepke) φησι τὸν Θέστορα Ἴδμονα παρὰ τοῖς ἀρχαίοις καλεῖσθαι διὰ τὸ ἔμπειρον εἶναι,
ἄλλοι φασὶ καὶ Θέστορα συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις. τὸν Ἀμφιάραον δὲ φησι συμπλεῦσαι Δηίοχος (fg 1 M. II 17). ὁ δὲ Ἴδμων, ὡς ἱστορεῖ Φερεκύδης (3 fg 108 J.), ἐγένετο παῖς Ἀστερίας τῆς Κορώνου καὶ Ἀπόλλωνος, οὗ καὶ Λαοθόης Θέστωρ· τοῦ δὲ Κάλχας. ἀναιρεῖται δὲ Ἴδμων ἐν Μαριανδυνίᾳ ὑπὸ κάπρου. ὅτι δὲ Ἄβαντος υἱὸς Ἴδμων, φησὶ
καὶ Ἡρόδωρος (31 fg 44 J.).

139-44b. b. 〈ὑστάτιος:〉 τῶν ἐξ Ἄργους ὕστατος. L g

139-44c. c. μὴ ὁ δῆμος μέμψηται αὑτοῦ τὸ κλέος. L m(P)

139-44d. d. Αἰολίδῃσιν: τοῖς υἱωνοῖς 〈Αἰόλου〉. Αἰόλου γὰρ τοῦ
Ἕλληνος Κρηθεὺς καὶ Ἀθάμας, Κρηθέως δὲ Αἴσων, Αἴσονος δὲ ὁ Ἰάσων. Ἄβας δὲ Μελάμποδος ἦν τοῦ Ἀμυθάονος τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου. L m(P)

146-49a. 146—49 a. καὶ μὴν Αἰτωλὶς κρα〈τερόν〉: εἰκότως αὐτὴν Αἰτωλίδα εἶπεν, ἐπεὶ Αἰτωλὸς ὁ Θέστιος. καὶ εἴρηκεν ἀπὸ τῆς χώρας,
ὡς ἐάν τις τὸν Συρακόσιον Σικελὸν λέγῃ ἢ τὸν Ῥωμαῖον Ἰταλόν. ὁ δὲ Ἴβυκος (fg 41 B. III 249) αὐτὴν Πλευρωνίαν φησίν, Ἑλλάνικος (4 fg 119 J.) δὲ Καλυδωνίαν. ἡ δὲ Λήδα ἦν Θεστίου θυγάτηρ τοῦ βασιλέως τῆς Αἰτωλίας, Ἄρεως υἱοῦ καὶ Δημοδίκης, μητέρα δὲ αὐτῆς 〈λέγουσι Δηιδά〉μειαν. Γλαύκου δὲ αὐτὴν τοῦ Σισύφου εἶναι πατρὸς
ἐν Κορινθιακοῖς λέγει Εὔμηλος (fg 6 Kink. 191) καὶ Παντειδυίας μη-

146-49a_cont. τηλυγέτους δὲ νῦν ἀντὶ τοῦ ἀγαπητούς, Ὅμηρος δὲ τοὺς ἐν γήρᾳ γεννωμένους.

146-49b. b. Αἰτωλὶς δὲ ἤτοι διὰ τὴν χώραν ἢ ἀπὸ Αἰτωλοῦ τοῦ
ἥρωος. L

152. 152. Ἀρήνηθεν: Φερεκύδης (3 fg 127 J.) τὴν μητέρα τῶν περὶ Ἴδαν Ἀρήνην φησίν, ἀφ’ ἧς ἡ πόλις, Πείσανδρος (16 fg 2 J.) Πολυδώραν, Θεόκριτος (XXII 206) Λαοκόωσαν. οὗτοι δὲ συνηκμασαν τοῖς Διοσκούροις. Ἀρήνη δὲ πόλις Πελοποννήσου πλησίον Πύλου· καὶ
Ὅμηρος (Β 591)· ‘οἱ δὲ Πύλον τ’ ἐνέμοντο καὶ Ἀρήνην ἐρατεινήν’.

156-60a. 156—60 a. σὺν δὲ Περικλύμενος: ὅτι Νηλέως παῖς Περι- κλύμενος, δῆλον. φησὶ γὰρ ὁ ποιητὴς (λ 286)· ‘Νέστορά τε Χρόμιόν τε Περικλύμενόν τ’ ἀγέρωχον’. τοῦτον δὲ ὡς ἔγγονον αὑτοῦ ὁ Ποσει- δῶν — Νηλεὺς γὰρ Ποσειδῶνος — καὶ τοῖς ἄλλοις ἐκόσμησεν καὶ
ἐχαρίσατο αὐτῷ εἰς πάντα μεταβάλλεσθαι, ὡς καὶ ὁ Εὐφορίων (fg 74 Scheidw.)· ‘ὅς ῥά τε πᾶσιν ἔικτο, θαλάσσιος ἠύτε Πρωτεύς’. ἀνήρηκεν

156-60b. b. 〈Πύλῳ:〉 ἀφ’ ἧς ἦν ὁ Νέστωρ, ἥτις ἐστὶ καὶ ἀμμώδης ἀπὸ τοῦ παραρρέοντος ποταμοῦ. Νηλεὺς δὲ ἔσχεν παῖδας ἐκ μὲν Χλώριδος Νέστορα, Περικλύμενον, Χρόμιον, ἐκ δὲ διαφόρων γυναικῶν Ταῦρον, Ἀστέριον, Πυλάωνα, Δηίμαχον, Εὐρύβιον, Ἐπιλέοντα, Φράσιν, Ἀντι-
μένη, Εὐαγόραν ἤ, ὡς Ἀσκληπιάδης (12 fg 21 J.) φησίν, Ἀλάστορα. καὶ ὁ ποιητής (Λ 692)· ‘δώδεκα γὰρ Νηλῆος ἀμύμονος υἱέες ἦμεν’.

156-60c. c. 〈συνοχῇ:〉 τῇ συμβολῇ. L g

161-63. 161—63. οἳ Τεγέην: Τεγέα πόλις Ἀρκαδίας.

161-63. κλῆρον δὲ 〈Ἀφειδάντειον〉 τὴν βασιλείαν τὴν Ἀφείδαντος. ὁ γὰρ Ἀλεὸς ἱστο-

164. 164. Ἀγκαῖος: Λυκούργου καὶ Ἀντινόης Ἀγκαῖος καὶ Ἔποχος·
τιμᾶται δὲ ὁ Λυκοῦργος παρ’ Ἀρκάσιν, ὥς φησιν Ἀριστομένης (M. IV 336). μνημονεύει καὶ Ὅμηρος τούτου τοῦ Λυκούργου (Η 142—45): ‘τὸν Λυκό- οργος — ὑποφθὰς δουρὶ μέσον περόνησε’. καὶ ἄγεται Μώλεια ἑορτὴ παρὰ Ἀρκάσιν, ἐπειδὴ Λυκοῦργος λοχήσας κατὰ τὴν μάχην εἷλεν Ἐρευθα- λίωνα·

164. μῶλος δὲ ἡ μάχη.

168-70. 168—70. βῆ δ’ ὅγε Μαιναλίης: Μαίναλος ὄρος Ἀρκαδίας
καὶ πόλις, ἀπὸ Μαινάλου τοῦ Ἀρκάδος, οὗ πατὴρ Λυκάων.

168-70. καλιῇ δὲ ἀντὶ τοῦ οἰκίᾳ, κυρίως δὲ ἡ ἐκ κάλων κατεσκευασμένη· κάλα δὲ τὰ ξύλα. ξυλίναις γὰρ ἐχρῶντο τὸ παλαιὸν οἰκίαις λιθ〈ίν〉ων μηδέπω ἐπινοηθέντων.

172-73. 172—73. βῆ δὲ καὶ Αὐγείης: οὗτος γόνῳ μὲν ἦν Ἡλίου,
ἐπίκλησιν δὲ Φόρβαντος ἐκ τῆς Νηλέως Ὑρμίνης· οἱ δέ φασιν ἀπὸ τῆς Νυκτέως, οἱ δὲ αὐτὴν Ἐπειοῦ θυγατέρα εἶναι. δοκοῦσι δὲ ἀκτῖνες ἀπο- λάμπειν αὐτοῦ τῶν ὀφθαλμῶν. τούτου δὲ τῶν βοσκημάτων ὁ Ἡρακλῆς τὴν κόπρον ἐκάθηρεν.

176. 176. Ἀστέριος δέ: τὸν Ἀστερίωνα λέγει. ἀπὸ δὲ τοῦ Ὑπερ-
ασίου βασιλέως τῆς Ἀχαΐας πόλις Ὑπερασία. Ὅμηρος (Β 573)· ‘οἵ θ’ Ὑπερασίην’.

177. 177. Πελλήνης: ἡ Ἀχαϊκὴ Πελλήνη διὰ τοῦ ε, ἡ δὲ ἑτέρα ἡ τῆς

179. 179. Ταίναρον ἀκρωτήριον τῆς Λακωνικῆς ἀπὸ Ταινάρου τοῦ Ποσειδῶνος.

181. 181. Εὐρώπη Τιτυοῦ τοῦ Ἐλάρης παιδός. οὗτος δὲ ἐν Ἅιδου
τετιμώρηται διὰ τὸ εἰς Πυθῶνα στελλομένην κατασχεῖν τὴν Λητώ, ὡς καὶ Ὅμηρος (λ 576)· ‘Τιτυὸν Γαίης υἱόν’. ὁ δὲ Εὐφορίων (fg 123 Scheidw.) Ἀρτέμιδός φησιν αὐτὸν ἧφθαι καὶ διὰ τοῦτο τιμωρεῖσθαι.

184. 184. διερῇ πεφόρητο: διερή κυρίως ἡ ἐκ Διὸς γινομένη
κάθυγρος γῆ, ἐξ οὗ καὶ διαίνω τὸ βρέχω. παρὰ δὲ τὸ Ὁμηρικόν (Υ 226—29)· ‘αἱ δ’ ὅτε δὴ σκιρτῷεν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν’ καὶ τὰ ἑξῆς.

185-88a. 185—88 a. καὶ δ’ ἄλλω δύο παῖδε: ὁ μὲν ἦν υἱός, ὁ δὲ Ἐργῖνος ἀπόγονος· Ἀγκαῖος υἱὸς Ἀστυπαλαίας τῆς Φοίνικος καὶ Ποσει-
δῶνος, Ἐργῖνος δὲ Κλυμένου τοῦ Πρέσβωνος καὶ Βουζύγης τῆς Λύκου. ὁ δὲ Μίλητος, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πόλις Μίλητος, Εὐξαντίου τοῦ Μίνωος, οἱ δέ φασιν αὐτὸν Ἀπόλλωνος καὶ Ἀρείας τῆς Κλεόχου· ἐκλήθη δὲ Μί- λητος, ὅτι ἐκρύβη ὑπὸ τῆς μητρὸς ἐν μίλακι. οἱ δέ φασιν ὑπὸ Σαρπη- δόνος τοῦ Διὸς Μίλητον κτισθῆναι, ὀνομασθεῖσαν ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ.
ὀνομασθῆναι δὲ αὐτὴν πρῶτον λέγουσι Πιτυοῦσσαν, οἱ δὲ Ἀστερίαν, εἶτα Ἀνακτορίαν, εἶτα Μίλητον. καὶ Ἀριστόκριτός (fg 1 M. IV 334) φησι,

185-88b. b. 〈ὁ δ’ Ἰμβρασίης ἕδος Ἥρης Παρθενίην:〉 τὴν Σάμον φησίν. Ἴμβρασος γὰρ ποταμὸς Σάμου, ὃς μετεκλήθη Παρθένιος διὰ τὸ ἐκεῖ παρθένον ἔτι οὖσαν τετράφθαι τὴν Ἥραν. καὶ Καλλίμαχος (fg 213 Schn.) μέμνηται. ὁ δὲ Ταρραῖος οὕτως (fg 10 Linnenkugel) Παρθενία δὲ ἡ Σάμος ἀπὸ
Παρθενίας τῆς Σάμου γυναικὸς ὠνομάσθη. L m (P)

185-88c. c. 〈Παρθενίης〉 Ἀγκαῖος: Ἀριστοτέλης (fg 530 Rose) φησὶ τιθεὶς ἐπὶ Ἀγκαίου τὴν παροιμίαν, ὅτι γέγονε φιλογεώργος Ἀγκαῖος καὶ πολλὰς ἐφύτευσεν ἀμπέλους. εἰπόντος δὲ αὐτῷ τοῦ θερά-
ποντος, ὅτι θᾶττον ἀποθανεῖται ἢ πίεται ἐκ τῶν καρπών τῆς ἀμπέλου, Ἀγκαῖος ὡρίμου γενομένου τοῦ καρποῦ, τρίψας βότρυν ἐκάλεσε τὸν θε- ράποντα καὶ εἶπεν, ὡς ἔζησεν μέχρις οὗ καρποφορήσῃ ἡ ἄμπελος, καὶ ἔμελλε πίνειν. τοῦ δὲ θεράποντος εἰπόντος ‘πολλά μεταξὺ πέλει κύλικος καὶ χείλεος ἄκρου’ διηγγέλη αὐτῷ τις σῦς διαλυμαινόμενος τὴν χώραν
ἐφ’ ὃν ἐκδραμὼν πρὶν πίῃ, ἀνηρέθη ὑπ’ αὐτοῦ· διὸ ἐπεκράτησεν ἡ παρ- οιμία ἐπὶ τῶν παρὰ προσδοκίαν τι πασχόντων. καὶ Φερεκύδης ἐν τῇ η’ (3 fg 36 J.) φησὶ τὸν Ἀγκαῖον ὑπὸ τοῦ Καλυδωνίου συὸς πληγέντα τὸν μηρὸν ἀποθανεῖν.

193. 193. ἀλλά ἑ θῆσσα γυ〈νή〉: θῆσσα ἡ δούλη. Ἀθηναῖοι δὲ καὶ τοὺς
πενιχροὺς θῆτας λέγουσιν ἀπὸ τοῦ θητεύειν ἐπὶ μισθῷ διὰ τὸ ἐνδεεῖς εἶναι τῶν ἐπιτηδείων· καὶ ὥσπερ τῷ Κρὴς παράκειται τὸ Κρῆσσα θη- λυκόν, οὕτω καὶ τῷ θὴς θῆσσα.

194. 194. 〈κοσμήτορα:〉 ἀντὶ τοῦ καθηγητήν. L g

195a. 195 a. 〈ὧδ’ ἔτι κουρίζων:〉 οὕτως ἀκμάζων ἔτι. L g

195b. b. τὸ δὲ κουρίζων ἐνταῦθα ἀντὶ τοῦ κοῦρος ὤν, ἀλλαχοῦ δὲ καὶ ἀντὶ τοῦ κούρους τρέφων. P

196. 196. 〈τοῦ δ’:〉 τοῦ Μελεάγρου. L g

198. 198. 〈λυκάβαντα:〉 ἐνιαυτόν. L g

199-201a. 199/201 a. μήτρως: Ἀλθαία καὶ Ἴφικλος ἀδελφοὶ ἐκ Δηιδαμείας
τῆς Περιήρους. L m (P)

199-201b. b. Θεστιάδης Ἴφικλος: κασίγνητος Τοξέως καὶ Πληξίππου καὶ Ἀλθαίας τῆς Μελεάγρου μητρός. μήτρως οὖν ὁ Ἴφικλος Μελεάγρου [ἐκ τῆς Ἐφύρης ἵκανεν]. Η

202. 202. Ὠλενίοιο: Ὤλενοι δύο, τῆς Ἀχαΐας 〈καὶ〉 τῆς Αἰτωλίας.
Ὅμηρος (Β 639)· ‘οἳ Πλευρῶν’ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον’.

204a. 204 a. σιφλός: ἀντὶ τοῦ κεκακωμένος· οἱ δὲ τὸν κακόποδα καὶ ἐπιμωμητὸν ἀπέδοσαν.. σιφλὸς δὲ ὁ μῶμος.

204b. b. 〈σιφλός:〉 χωλός. S g

205. 205. 〈ὅ:〉 ἀντὶ τοῦ διό. L g

207-09a. 207—09 a. ἐκ δ’ ἄρα Φωκή〈ων〉: οἱ Φωκεῖς ἐκλήθησαν ἀπὸ Φώκου τοῦ Αἰακοῦ. τὸν δὲ Ἴφιτον γενεαλογοῦσι Ναυβόλου καὶ Περι- νείκης τῆς Ἱππομάχου. ἡ δὲ Πυθὼ πόλις Φωκίδος, ἔνθα τὸ μαντεῖον, ἀπὸ τοῦ πυνθάνεσθαι τῶν μαντειών οὕτω κληθεῖσα ἢ ἀπὸ τοῦ ἐκεῖσε
σεσῆφθαι τὸν δράκοντα.

207-09b. b. 〈ξεῖνος:〉 τοῦ Ἰάσονος φίλος ἦν. L g

211-15a. 211—15 a. 〈Ζήτης:〉 ὄνομα κύριον. L g

211-15b. b. 〈Κάλαϊς:〉 ὄνομα κύριον. L g

211-15c. c. Ζήτης καὶ Κάλαϊς: τούτους ἐκ διαφόρων τόπων συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις φασίν. οἱ μὲν γὰρ ἐκ Θράκης ὡς Ἀπολλώνιος, Ἡρό-
δωρος (31 fg 46 J.) δὲ ἐκ Δαυλίδος, Δοῦρις (76 fg 86 J.) δὲ ἐξ Ὑπερβορέων. καταλέγει δὲ τούτους καὶ Ἀντίμαχος (fg 7 B. II 290). Φανόδικος δὲ ἐν α’ Δηλιακῶν (fg 1 M. IV 473) ἐξ Ὑπερβορέων φησὶν αὐτοὺς ἐλθεῖν ἐπὶ τὸν πλοῦν. τὴν δὲ Ὠρείθυιαν Σιμωνίδης (fg 3 B. III 382) ἀπὸ Βριλησσοῦ φησιν ἁρπαγεῖσαν ἐπὶ τὴν Σαρπηδονίαν
πέτραν τῆς Θράκης ἐνεχθῆναι· ἔστι γὰρ καὶ τῆς Κιλικίας ὁμώνυμος, ὡς Καλλισθένης (124 fg 39 J.) Στησίχορος δὲ ἐν τῇ Γηρυονίδι (fg 10 B. III 210) καὶ νῆσόν τινα ἐν τῷ Ἀτλαντικῷ πελάγει Σαρπηδονίαν φησί. περὶ δὲ τῆς Θρᾳκίας Σαρπηδονίας πέτρας, ὅτι πρὸς τῷ Αἵμῳ ὄρει ἐστί, Φερε- κύδης (3 fg 145 J.) φησί, περὶ τῆς ἁρπαγῆς ἱστορῶν τῆς Ὠρειθυίας.
Χοιρίλος (fg 5 Kink.) δὲ ἁρπασθῆναί φησιν αὐτὴν ἄνθη ἀμέργουσαν ὑπὸ τὰς τοῦ Κηφισοῦ πηγάς. Ἡραγόρας δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς (fg 4 M. IV 427) τὸν τὴν Ὠρείθυιαν ἁρπάσαντα Βορέαν υἱὸν Στρυμόνος φησίν, οὐχὶ δὲ τὸν ἄνεμον. ἡ δὲ Ὠρείθυια Ἐρεχθέως θυγάτηρ, ἣν ἐξ Ἀττικῆς ἁρπάσας ὁ Βορέας ἤγαγεν εἰς Θράκην, κἀκεῖσε συνελθὼν ἔτεκε
Ζήτην καὶ Κάλαϊν, ὡς Σιμωνίδης ἐν τῇ Ναυμαχίᾳ (v. supra). 〈...〉 Φινεύς δὲ Κλεοπάτραν τὴν Ὠρειθυίας πρώτην ἔγημεν, μετὰ ταῦτα δὲ Ἰδαίαν τὴν Δαρδάνου, ἥτις ἀπεχθῶς ἔχουσα πρὸς τοὺς προγόνους, λέγω δὴ πρὸς τοὺς ἀπὸ Κλεοπάτρας υἱούς, ἐπειρᾶτο τυφλῶσαι αὐτούς. οἱ δέ, ὅτι ὁ πατὴρ ἐτύφλωσεν αὐτοὺς διαβαλούσης τῆς μητρυιᾶς πρὸς αὐτόν.

211-15d. d. Κεκροπίηθεν: 〈...〉 Κρέουσα, Ὠρείθυια, Πρόκρις· Ὠρει- θυίας δὲ Χιόνη, Χθονία, Κλεοπάτρα, Ζήτης καὶ Κάλαϊς. ὁ δὲ Βορέας ἰδὼν παίζουσαν Ὠρείθυιαν πρὸς τῷ Ἰλισσῷ ἠράσθη αὐτῆς· ἐξ ἧς οὗτοι.

211-15e. e. Κεκροπίηθεν: ἡ ἀκρόπολις τῆς Ἀττικῆς Κεκροπία ἐκαλεῖτο
τὸ πρότερον. L m (P)

211-15f. f. 〈Ἰλισσοῦ:〉 ποταμὸς Ἀττικῆς. L g

216-17a. 216—17 a. Σαρπηδονίην ὅθι πέ〈τρην〉: πόλις τῆς Ἀστι- κῆς ἀπὸ Σαρπηδόνος τοῦ τῆς Θράκης βασιλέως, ἀδελφοῦ Πόλτυος. 〈ποταμοῖο παρὰ ῥόον Ἐργίνοιο:〉 τοῦτο δὲ προσέθηκεν, ἐπεὶ
καὶ ἑτέρα ἐστὶ Σαρπηδονία πέτρα τῆς Κιλικίας.

216-17b. b. 〈Ἐργίνοιο:〉 ποταμὸς Θράκης. L g

218. 218. λυγαίοις: σκοτεινοῖς, κατὰ μετωνυμίαν· λύγος γὰρ τὸ σκότος ἀπὸ τοῦ λύγου τοῦ φυτοῦ, ὅπερ ἐστὶ πυκνὸν καὶ δασύ. L mP

219-20. 219—20. ἐπ’ ἀκροτάτοισι ποδ〈ῶν〉: τοῖς σφυροῖς ἢ τοῖς
ἀστραγάλοις. ἐρεμνὰς δὲ ἤτοι κατὰ συγκοπὴν τὰς ἐρεβεννάς, τουτέστι [καταπληκτικὰς] σκοτεινὰς κυρίως, ἐξ οὗ μελαίνας. ὁ δὲ λόγος· ἔσειον μελαίνας πτέρυγας κινούμενοι, καταπληκτικὰς τῷ ἰδέσθαι.

221-22. 221—22. φολίδεσσι: ταῖς στίξεσι, τοῖς ποικίλμασι τῶν πτερῶν. 〈κράατος〉 ὑπάτοιο δὲ ἄκρας κεφαλῆς.

224-26a. 224—26 a. οὐδὲ μὲν οὐδ’ αὐτοῖο πά〈ις〉: Ἄκαστος Πελίου
υἱὸς ἔγημεν Κρηθηΐδα ἤ, ὥς τινες, Ἱππολύτην. ἡ δὲ Πηλέως ἐρασθεῖσα

224-26a. 224/26 a. ἀπήτει συνελθεῖν. ὡς δὲ ἀπετύγχανεν, προβαλοῦσα τὸν Πηλέα τῷ ἀνδρὶ κατηγόρει, ὅτι ἤθελεν αὐτῇ συνελθεῖν. ὁ δὲ δεξάμενος τὸν Πηλέα ὡς ἐπὶ θήραν εἰς τὸ Πήλιον κατέλειψεν ἄοπλον, ἵνα ὑπὸ θηρίων διαφθαρῇ. ἐπιστὰς δὲ Ἑρμῆς ἤ, ὥς τινες, Χείρων ἔδωκεν αὐτῷ ἡφαιστότευκτον
μάχαιραν. καὶ τὰ ἐπιτυγχάνοντα θηρία ἀναιρῶν ἦλθεν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀνεῖλεν Ἄκαστον αὐτόν 〈τε〉 καὶ τὴν τοῦ Ἀκάστου γυναῖκα.

224-26b. b. Ἄργος τε θεᾶς ὑπ〈οεργός〉: διὰ τὸ τὴν Ἀργὼ κατασκευάσαι Ἀθηνᾶς προνοίᾳ. διὰ τοῦτο ὁ ποιητής φησιν (I 19) Ἀθηνᾶς ὑποθημοσύνῃσι γενέσθαι αὐτήν.

228. 228. 〈συμμήστορες:〉 σύμβουλοι. L g

230-33a. 230—33 a. ἀντὶ τοῦ γὰρ ὁ ἐπεί. L g

230-33b. b. ἐπεὶ Μινύαο θυγα〈τρῶν〉: ὁ γὰρ Μινύας πολλὰς εἶχεν θυγατέρας. καὶ γὰρ ὁ Ἰάσων Ἀλκιμέδης ἐστὶ τῆς Κλυμένης τῆς Μινύου θυγατρός. Στησίχορος (fg 54 B. III 225) δὲ Ἐτεοκλυμένης φησίν, Φερεκύδης (3 fg 104 b J.) δὲ Ἀλκιμέδης τῆς Φυλάκου. Ἰσονόης δὲ
τῆς Δαναοῦ καὶ Διὸς γίνεται Ὀρχομενός, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πόλις Ὀρχομενὸς καλεῖται· Ὀρχομενοῦ δὲ καὶ Ἑρμίππης τῆς Βοιωτοῦ γίνεται Μινύας — ἐπίκλησιν, φύσει δὲ Ποσειδῶνος —, ὃς ᾤκει ἐν Ὀρχομενῷ, ἀφ’ οὗ ὁ

238. 238. Παγασαί: ἀκρωτήριον Μαγνησίας· ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ τοῦ ἐκεῖ πεπῆχθαι τὴν Ἀργώ. ὁ δὲ Σκήψιος (Demetrii Scepsii fg 52 Gaede) ἀπὸ τοῦ πηγαῖς περιρρέεσθαι τοὺς τόπους. ἔστι δὲ καὶ Παγασαίου Ἀπόλλωνος ἱερόν.

240. 240. ἀστέρες ὣς νεφέ〈εσσι〉: πρὸς τὸ γένος καὶ τὴν τύχην
καὶ τὴν ἀνδρίαν ἀπιδών, ἀστέρας μὲν τοὺς ἥρωάς φησι, νεφέλας δὲ τοὺς δημοτικοὺς ὄχλους.

242-43. 242—43. πόθι τόσσον ὅμιλον: οὐχ ὑγιῶς τὸ πόθι· ἔστι γὰρ τοῦ ἐν τόπῳ δηλωτικόν. ἔδει οὖν ποῖ εἰπεῖν. τὸ δὲ

242-43. ἔκτοθι βάλλει ἀντὶ τοῦ ἀποστέλλει.

242-43. Παναχαιίδα δὲ τὴν Θεσσαλίαν φησίν,
ὅτι αὕτη πρώτη ἐκλήθη Ἀχαία ἀπὸ Ἀχαιοῦ τοῦ Ξούθου.

244. 244. πυρὶ δηώσειαν: συμφλέξειαν, καταπολεμήσειαν, καταστρέ- ψειαν.

244. δόμους δὲ τὴν χώραν, τὴν γῆν, συνεκδοχικῶς.

246a. 246 a. ἀλλ’ οὐ φυκτὰ κέλ〈ευθα〉: ἀλλ’ οὐκ ἐκφεύξιμος αὐτοῖς ἡ ὁδός, κατ’ ἀνάγκην γάρ ἐστιν· οὐδὲ ἄπρακτος ὁ ἆθλος, ἀνύσουσι
γὰρ ῥᾳδίως, οἷον εὐκατόρθωτος· [ἢ οὕτως] ὥστε εἶναι τὸν λόγον· ἀλλ’ οὐχ ὑποφεύξιμα, οἷον ἀδύνατον ἦν αὐτοῖς μὴ ἐπιτελέσαι τὴν ἐπιταγήν, 〈...〉.

246b. b. πόνος δ’ ἄπρηκτος ἰοῦσιν: κατὰ κοινοῦ τὸ οὐ, ἵνα ᾖ· ἀλλ’ οὐ φυκτὰ κέλευθα οὐδέ ὁ πόνος ἄπρακτος, πρὸς τὸ

246b. αὐτῆμαρ δὲ δόμους ὀλοῷ πυρὶ δηώσειαν Αἰήτεω ὅτε μή σφιν
ἑκὼν δέρος ἐγγυαλίξῃ
. οἱ δὲ οὕτως· 〈οὐ φυκτά〉 οὐκ εὔπλοα 〈καὶ〉

246b. ἄπρηκτος δύσπρακτος, δυσεργής, δυσκατόρθωτος.

247-49a. 247—49 a. 〈αἱ δὲ γυναῖκες:〉 καὶ τοῦτο ὡς πρὸς γυναικείαν φύσιν. ἄγαν θαυμαστῶς πρὸς τὰς φύσεις καὶ τοὺς λόγους ἀμφοτέροις ἀνέπλασεν. τοῖς μὲν γὰρ ἀνδράσιν, ἐπεὶ θρασυτέρα ἡ φύσις, ἄνυσιν καὶ τέλος τῶν μελλόντων εἰσάγει, ταῖς δὲ γυναιξίν, ἐπεὶ ἀσθενέστεραι, εὐχὰς καὶ ἱκεσίας ποιεῖ. τοιαῦται γὰρ ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ φοβερῶν πραγμάτων
αἱ γυναῖκες.

247-49b. b. νόστοιο τέλος θυμηδέες: θυμήρεες.

251-52. 251—52. δειλὴ Ἀλκιμέδη: ἐπίπονε. ὁ δὲ νοῦς· εἰ καὶ ὀψέ, ὅμως δ’ οὖν ἦλθε καὶ σοὶ κακόν, Ἀλκιμέδη. λείπει δὲ ἡ διὰ πρόθεσις· καὶ οὐ διετέλεσας λαμπρῶς τὸν βίον, αὐχοῦσα ἐπὶ τοιούτῳ υἱῷ.

254-55a. 254—55 a. 〈εἰ τὸ πάροιθεν:〉 [ἢ τέ οἱ ἦεν] πρὸ τοῦ τὸν ἆθλον ἐπιστῆναι.

254-55a. κακῶν δὲ ἤτοι τῶν ἰδίων ἢ τῶν μελλόντων ἐπι- τελεῖσθαι τοῖς Ἀργοναύταις.

254-55b. b. κτερέεσσιν: ἐνταφίοις. L g (P)

256-59. 256—59. ὧς ὄφελεν καὶ Φρίξον: λέγεται γάρ, ὅτι τῆς Ἕλλης
καταπεσούσης ἀγωνιῶντι τῷ Φρίξῳ κατὰ Διὸς βούλησιν ἐφθέγξατο θαρ- σύνων αὐτὸν ὁ κριὸς διασώσειν αὐτὸν εἰς τὴν Σκυθίαν. τοῦτο δὲ αὐτὸ τῇ Ἀλκιμέδῃ ἔμελλε κακὸν γενέσθαι τοῦ υἱοῦ ἐκεῖσε στελλομένου. ἡ δὲ ἱστορία κεῖται παρὰ Ἑκαταίῳ (1 fg 17 J.), ὅτι ὁ κριὸς ἐλάλησεν. ἔνιοι δὲ φασιν αὐτὸν ἐπὶ κριοπρώρου σκάφους πλεῦσαι. Διονύσιος δὲ ἐν β'
(32 fg 2 b J.) Κριόν φησι Φρίξου τροφέα γενέσθαι καὶ συμπεπλευκέναι αὐτῷ εἰς Κόλχους· διὸ καὶ μεμυθεῦσθαι τὰ περὶ τῆς τοῦ κριοῦ θυσίας αὐτόθι.

260. 260. ἐπὶ προμολῇσι: 〈ἐπὶ〉 τῇ ἐξόδῳ τῶν ἀριστέων· ἀπὸ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν μολεῖν. ἐντεῦθεν καὶ τὰς πρώτας προβάσεις τῶν ὀρῶν
προμολὰς λέγουσι.

262-63a. 262—63 a. 〈βεβολημένη:〉 λύπῃ βλαβεῖσα ἢ δυσθυμοῦσα. L g

262-63b. b. ὀξὺ δ’ ἑκάστην: μετενήνεκται ἀπὸ τῶν κατὰ τὴν ἁφήν, ὡς

262-63b_cont. ἄχος δὲ ἐστι σύγχυσις ψυχῆς, λύπη ἐπιτεταμένη· σαφὲς δὲ ἐκ τοῦ λέγειν τὸν ποιητήν (ο 358)· ‘ἡ δ’ ἄχεϊ οὗ παιδὸς ἀπέφθιτο’.

264. 264. ἐντυπὰς ἐν λεχ〈έεσσιν〉: ἄγαν περιεσφιγμένος, ὡς πάντα τὰ μέλη ἐκτυποῦσθαι ἐκ τῆς σφίγξεως.

264. ἐντυπὰς δὲ λέγεται καὶ
ὁ περιβεβλημένος κατὰ τῆς ὄψεως οὕτως ὥς καὶ τὸν τύπον διὰ τοῦ ἱματίου θεωρεῖσθαι.

265. 265. 〈ἔπειτα:〉 ἀντὶ τοῦ δή· ἡ γὰρ ἔπειτα φωνὴ τῷ δὴ ἰσο- δυναμεῖ νῦν. L g

266. 266. νῦν λέγει τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν οἱ δοῦλοι συνηθροίζοντο. L g

267. 267. κατηφέες: κατάστυγνοι διὰ τὴν λύπην. τὸ δὲ

267. ἠείροντο παθητικὸν ἀντὶ ἐνεργητικοῦ κεῖται τοῦ ἤειρον.

268. 268. 〈ἐπεχεύατο:〉 ἀντὶ τοῦ ἐπέθηκεν, ἐπέβαλεν. L g

269-72a. 269—72 a. ἀδινώτερον: ὅμοιον τὸ σχῆμα τῷ ‘μελάντερον ἠύτε
πίσσα’ (Δ 277)· τὸ γὰρ συγκριτικόν ἔλαβεν ἀντὶ τοῦ ἀπολελυμένου.

269-72b. b. ἠύτε κούρη: ἀκαταλλήλως τὴν παραβολὴν τέθεικεν· ὑπο- τίθεται γὰρ γραῦν μὲν τὸν Ἰάσονα, κόρην δὲ τὴν μητέρα· ἔδει δέ, φασί, κατὰ τὸ ἐναντίον ταῦτα τάξαι. ἀλλ’ ἐροῦμεν, ὅτι προσφόρως ὑπόκειται ὁ Ἰάσων οὐ κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν γηροκομίαν τῆς μητρός
— καὶ γὰρ ἡ γραῦς τὴν κόρην ἀνατρέφει —, ὡς ἡ μήτηρ πρός τε τὸ ἀφερέπονον διὰ τὴν ἡλικίαν — καὶ γὰρ τὸ γῆρας καὶ ἡ βραχεῖα ἡλικία παρεοίκασι — καὶ πρὸς τὸ χρήζειν τῆς τρεφούσης.

269-72b. μητρυιὰ δὲ ὥσπερ ἀπηνὴς ἐπικειμένη ἐστὶν ὁ Πελίας. τὸ δὲ

269-72b. κηδεμονῆες ἀπὸ τοῦ κηδε-

269-72c. c. 〈οἰόθεν:〉 ἀντὶ τοῦ οἴη. L g

269-72d. d. 〈πολιήν:〉 γραῦν. L g

269-72e. e. 〈μύρεται:〉 κλαίει, θρηνεῖ. L g

269-72f. f. 〈ἡ οὐκ εἰσὶν ἔτ’ ἄλλοι:〉 τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Ἀλκιμέδην, ᾗ οὐκ εἰσὶν ἄλλοι παῖδες. L m

269-72g. g. 〈ὑπὸ μητρυιῇ〉 βίοτον βαρὺν 〈ἡγηλάζει〉: λείπει τὸ οὖσα·

269-72g. ὑπὸ μητρυιᾷ οὖσα κακὴν ζωὴν διάγει. τίθεται γὰρ τὸ

269-72g. βίοτος καὶ ἐπὶ τῆς ζωῆς ὡς νῦν καὶ ἐπὶ τοῦ πλούτου. τὸ δὲ

269-72g. ἡγηλάζει καὶ τὸ

269-72g. ἠλάσκει κατὰ τοῦ αὐτοῦ πράγματος κεῖται· δηλοῖ δὲ τὸ ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόπῳ διατρίβειν καὶ ἐνέχεσθαι καὶ ἐν [τῷ] αὐτῷ ἀναστρέφεσθαι. ἐπὶ γὰρ τῶν μυιῶν φησιν Ὅμηρος (Β 470)· ‘αἵτε κατὰ σταθμὸν ποιμνήιον ἠλάσκουσι’ καὶ (ι 457)· ‘ὅππῃ κεῖνος ἐμὸν μένος ἠλασκάζει’.

273a. 273 a. 〈νέον:〉 νεωστί. L g

273b. b. 〈ἐστυφέλιξεν:〉 ἀντὶ τοῦ καθήψατο, ἐλύπησεν. L g

275a. 275 a. ἐκφλύξαι: ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν.

275a. φλύζειν δὲ κυρίως τοὺς λέ- βητάς φαμεν καιομένους ἀναβάλλειν τῇ θερμότητι τὸ ὕδωρ. περισπᾶται δὲ τὸ

275a. ὀρεχθεῖν ὡς ποιεῖν· ἔστι δὲ μίμημα φωνῆς ἀνάρθρου. Ὅμηρος (Ψ 30)· ‘πολλοὶ μὲν βόες ὀρέχθεον’. δεῖ δὲ μᾶλλον ἀκούεσθαι ἐπὶ τοῦ
στένειν.

275b. b. 〈ὀρεχθεῖ:〉 τραχύνεται. καὶ Ὅμηρος (ε 83)· ‘ἐν ἄλγεσι θυμὸν ὀρεχθών’. L m(P)

275c. c. ἔοικε δὲ τὸ μὲν διὰ τοῦ ο περισπώμενον εἶναι, ὀρεχθῶ, τὸ δὲ διὰ τοῦ ε βαρύτονον [ὄν], ἐρέχθω. P

277. 277. 〈κηδοσύνῃσιν:〉 ταῖς λύπαις ἐνεχομένη. L m

278a. 278 a. 〈ἐξειπόντος:〉 περιττὴ ἡ ἐξ. L g

278b. b. 〈ἄκουσα:〉 Ἰωνικῶς. L g

280. 280. 〈κηδέων:〉 τῶν λυπῶν. L g

283a. 283 a. ἄλλα δὲ πάντα θρεπτή〈ρια〉: τὰ μὲν ἄλλα πάντα 〈θρεπτήρια〉 — ἀντὶ τῶν τροφείων — παρὰ σοῦ ἔχω, λοιπὸν δὲ ἐπε- θύμουν παρὰ σοῦ περισταλῆναι. L

283b. b. τὸ δὲ πέσσειν ἀντὶ τοῦ ἔχειν. P

284a. 284 a. Ἀχαιιάδεσσι: ταῖς Θεσσαλαῖς, ἀπὸ Ἀχαιοῦ τοῦ Φθίου. Ὅμηρος (Β 684)· ‘Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί’. L

284b. b. 〈ἀγητή:〉 διὰ τὴν σὴν παρουσίαν. L g

285-86a. 285—86 a. δμωὶς ὅπως: ἐν τῇ προεκδόσει κεῖται· ‘βείομαι οὐλο- μένοισιν ὀιζυρὴ ἀχέεσσιν’ καὶ τὰ ἑξῆς ‘σεῖο πόθῳ φίλε κοῦρε δυσάμμορος’.

285-86b. b. 〈σεῖο πόθῳ:〉 διὰ τὴν σὴν ἀπουσίαν. L g

287. 287. ᾧ ἔπι μούνῳ: ἄρρενι μόνῳ. εἶχεν γὰρ ἀδελφὴν Ἱππο- λύτην, ὡς φησιν Ἴβυκος (fg 39 B. III 249).

288. 288. μίτρην πρῶτον ἔλυ〈σα〉: λύουσι γὰρ τὰς ζώνας αἱ πρώτως τίκτουσαι καὶ ἀνατιθέασιν Ἀρτέμιδι· ὅθεν καὶ Λυσιζώνου Ἀρτέ-
μιδος ἱερὸν ἐν Ἀθήναις.

292. 292. κινύρετο: ἐθρήνει. κυρίως δὲ κινύρεσθαί ἐστιν ἐπὶ βοὸς καὶ εἴρηται παρὰ τὸ κινεῖν τὴν οὐρὰν ἐν τῷ μυκᾶσθαι· καὶ Ἀπίων δὲ εὑρὼν τὴν ἐτυμολογίαν παρὰ Ἀπολλοδώρῳ (244 fg 277 J.) ταύτην, ὅτι ταῦρος λέγεται παρὰ τὸ τείνειν τὴν οὐράν, μετέθηκε τὴν εὕρεσιν
τῆς ἐτυμολογίας.

293a. 293 a. 〈ἐπισταδόν:〉 ἐφεστηκυῖαι. L g

293b. b. 〈τήν γε:〉 τὴν μητέρα. L g

294. 294. 〈παρηγορέων:〉 παραμυθούμενος. L g

296a. 296 a. ὧδε λίην: πάνυ τετηρημένως. ἀδύνατον γὰρ μητέρα εἰς
τοσοῦτον κίνδυνον ἐξιόντος παιδὸς μὴ κλαίειν.

296b. b. 〈ἐπεὶ οὐ μέν:〉 πρὸς τὸ παρ’ Ὁμήρῳ (Ω 524)· ‘οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο’. L m (P)

297a. 297 a. ἀλλ’ ἔτι κεν: παρὰ τὸ Ὁμηρικόν καὶ τοῦτο (Ω 551)· ‘πρὶν καὶ κακὸν ἄλλο πάθησθα’. L m (P)

297b. b. ἄροιο: λάβοις. ὅθεν καὶ τὸν Ἄρη τινὲς ἐτυμολογοῦσιν, ἀπὸ
τοῦ λαμβάνειν καὶ ἀφελέσθαι ἐν πολέμῳ. ὁ δὲ λόγος· ἐπὶ κακῷ κακὸν ἀποίσῃ.

298. 298. 〈ἀίδηλα:〉 ἀπροόρατα. L g

299. 299. ἀνιάζουσά περ ἔμπ〈ης〉: ὅτι ὁ πὲρ σύνδεσμος τίθεται πολλάκις ἀντὶ τοῦ γὲ καὶ δή. ‘μήδ’ οὕτως ἀγαθός περ ἐών’ (Α 131)
οὕτως· Ἀρίσταρχος ἀπέδωκεν ‘ἀγαθὸς δὴ ὤν’· καὶ ‘φυγόντι περ αἰπὺν ὄλεθρον’ (ρ 47) ‘φυγόντι δή’. ἢ τὸ ἑξῆς οὕτως· τὴν μοῖραν καίπερ κατὰ θυμὸν ἀνιάζουσα ὅμως τλῆθι φέρειν.

300. 300. 〈συνημοσύνησιν:〉 συνθήκαις, συμβουλαῖς. L g

302a. 302 a. 〈ἔχρη:〉 ὡς τὸ ἔφη καὶ ἔχρη. L g

302b. b. ἔχρη: ἀντὶ τοῦ· ἐχρησμῴδησε περὶ τῆς ναυτιλίας.

302c. c. ἀτὰρ μετέπειτά γε: ἐπὶ δὲ τοῖς προειρημένοις, τῇ τε Ἀθηνᾷ καὶ ταῖς θεοπροπίαις, ἔτι θάρσει καὶ ἐπὶ τῇ τῶν ἀριστέων ἀρωγῇ τουτέστι βοήθεια. L

303. 303. ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν αὖθ〈ι〉: παρὰ τὸ Ὁμηρικόν (φ 350)·
‘ἀλλ’ εἰς οἶκον ἰοῦσα’.

304. 304. μὴ δ’ ὄρνις ἀεικελ〈ίη〉: πάλιν παρὰ τὸ Ὁμηρικόν (Ω 218 sq.)· ‘μηδέ μοι αὐτὴ ὄρνις’ [ἀεικελίη].

305. 305. κεῖσε δ’ ὁμαρτήσουσιν ἔται: ἐπὶ Σκυθίαν συνελεύ- σονται. καὶ τὸ ὁμοῦ τυχεῖν ὁμαρτεῖν φασιν. ἔται δὲ ἀντὶ τοῦ
ἑταῖροι. [οὐκ] ἔστι δὲ συνώνυμος ἡ λέξις, κατὰ ἀποκοπὴν δὲ ἐξενή-

306. 306. προτέρωσε: ἀντὶ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν· ‘οὐδ’ ἄρα μοι
προτέρω νῆες κίον’ (ι 64).

307. 307. οἷος δ’ ἐκ νη〈οῖο〉: οἰκεία ἡ παραβολή· ὅ τε γὰρ Ἰάσων νέος καὶ ὁ Ἀπόλλων νέος. L

308a. 308 a. Δῆλος μία τῶν Κυκλάδων νήσων, ἱερὰ Ἀπόλλωνος, ἡ πρὶν μὲν ἄδηλος, ὕστερον δὲ Ἀστερία διὰ τὸ σχῆμα, πάλιν δὲ Ὀρτυγία ἀπὸ
τῆς ἀδελφῆς τῆς Λητοῦς.

308b. b. ἠὲ Κλάρον: τόπος τῆς Κολοφῶνος ἀνιερωμένος Ἀπόλλωνι καὶ χρηστήριον ἔχων τοῦ θεοῦ, ὑπὸ Μαντοῦς τῆς Τειρεσίου θυγατρὸς καθι- δρυμένον ἢ ὑπὸ Κλάρου τινὸς ἥρωος, ὡς Θεόπομπος (115 fg 346 J.). Νεάνθης (84 fg 42 J.) δέ φησιν, ὅτι κατὰ κλῆρον ὁ Ἀπόλλων ἔλαχε
τὴν πόλιν καὶ ἀπὸ τοῦ κλήρου οὕτως αὐτὴν ὠνομάσθαι· ἢ διὰ τὸ αὐτόθι κληρώσασθαι Ποσειδῶνα Δία Ἅιδην. οἱ δὲ τὴν Θηβαΐδα γεγρα- φότες (Epigon. fg 4 Kink.) φασίν, ὅτι ὑπὸ τῶν Ἐπιγόνων ἀκροθίνιον ἀνετέθη Μαντὼ ἡ Τειρεσίου θυγάτηρ εἰς Δελφοὺς πεμφθεῖσα, καὶ κατὰ χρησμὸν Ἀπόλλωνος ἐξερχομένη περιέπεσε Ῥακίῳ τῷ Λέβητος υἱῷ Μυκη-
ναίῳ τὸ γένος. καὶ γημαμένη αὐτῷ — τοῦτο γὰρ περιεῖχε τὸ λόγιον, γαμεῖσθαι ᾧ ἂν συναντήσῃ — ἐλθοῦσα εἰς Κολοφῶνα καὶ ἐκεῖ δυσθυ- μήσασα ἐδάκρυσε διὰ τὴν τῆς πατρίδος πόρθησιν. διόπερ ὠνομάσθη Κλάρος ἀπὸ τῶν δακρύων. ἐποίησεν δὲ Ἀπόλλωνι ἱερόν. λέγεται δὲ καὶ

311-12a. 311—12 a. 〈κεκλομένων:〉 πάντων ὁμοῦ κελευομένων καὶ ἐπευ-
φημούντων. L m

311-12b. b. τῷ δὲ ξύμβλητο: τοῦτο σύμβολον πρὸς τὸ καταγωνίσασθαι τὸν ἆθλον, ὅτι τε πρεσβυτέρα καὶ ὅτι ἱέρεια.

311-12c. c. ξύμβλητο: συνήντησεν. L g (P)

311-12d. d. πολιηόχου: τῆς φυλασσούσης τὰς πόλεις. L

311-12e. e. ἐν δὲ τῷ πολιήοχος ἐπεντέθη τὸ η̄. P

311-12f. f. ἀρήτειρα: ἱέρεια.

313-14a. 313—14 a. καί μιν δεξιτερῆς: γράφεται καὶ οὕτως 〈χειρὸς κύρεν〉, ἵν’ ᾖ· καὶ αὐτοῦ τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἔθιγεν. L

313-14b. b. οὐδέ τι φάσθαι: προσεληπτέον τὸν καί· ὅμως δὲ καὶ λαλῆσαι προθυμουμένη οὐκ ἔφθασε. τὸ γὰρ ἔμπης νῦν ἀντὶ τοῦ ὅμως. L

319. 319. 〈δειδέχατ’:〉 ἐδεξιοῦντο ἢ προσεδέχοντο. L g

320. 320. προμολῆς: ταῖς προόδοις. ἢ γράφεται

320. προμολὼν ἀντὶ τοῦ προελθὼν ἐπέστη. L

322. 322. καταβλώσκοντας: κατερχομένους, καταμολίσκοντας. τὸ
β̄ ἀντὶ τοῦ μ̄· συγγενῆ γὰρ τῷ β̄π̄ τῷ μ̄. ὅθεν καὶ ὁ ψωμὸς

322. βλωμὸς ἀπὸ τοῦ βλώσκειν διὰ τοῦ λαιμοῦ, ὅ ἐστι κατέρχεσθαι, καὶ

322. πίτυν βλωθρήν Ὅμηρος τὴν ἄχρι τοῦ αἰθέρος μολίσκουσαν.

323. 323. 〈παρὲκ νόον:〉 παρὰ γνώμην. L g

324. 324. δέρμα δ’ ὁ μέν: σύνηθες τοῖς ἥρωσι δέρματα φορεῖν. L m(P)

325. 325. 〈αὐτὰρ ὅ:〉 ὁ Ἄκαστος. L g

354. 354. 〈παρασχεδόν:〉 παραχρῆμα. L g

389. 389. 〈ἀιδνή:〉 σκοτεινή. S m

401a. 401 a. ἐυστείρης: εὐτρόπιδος.

401a. οἰήια δὲ τὰ πηδάλια οἷον

401a. οἰήσια , ἐπειδὴ οἰήσεως χρεία τῷ κυβερνήτῃ. οἱ δὲ γλωσσογράφοι τοὺς
οἴακας.

401b. b. 〈ἔρυσθαι:〉 φυλάττειν. L g

402a. 402 a. 〈λάιγγας:〉 λίθους. L g

402b. b. 〈ὀχλίζοντες:〉 κινοῦντες. L g

403a. 403 a. νήεον αὐτόθ〈ι〉: ᾠκοδόμουν, κατεσκεύαζον, ἀπὸ τῆς
τῶν λίθων συνθέσεως, ἥ ἐστι νῆσις. ἢ ἐσώρευον· ἔνθεν καὶ ναῦς, ἐν ᾗ σωρεύεται ὁ φόρτος.

403b. b. 〈νηόν:〉 γράφεται βωμόν. G g

403c. c. ἐπάκτιος ὁ ἐν τῇ ἀκτῇ τιμώμενος. L m(P)

406. 406. τείως δ’ αὖτ’ ἀγέλη〈θεν ἐπιπροέηκαν:〉 ἐν τοσούτῳ,
ἐν ὅσῳ ταῦτα ἐποίουν. ἡ δὲ

406. πρὸ πρόθεσις νῦν ἐστι τόπου δηλωτική, ἀντὶ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν, ὡς τὸ ‘ἐκ δ’ ἄγαγε πρὸ φόωσδε’ (Τ 118).

407. 407. δύω βόε: εἰκότως ἐπὶ δυσὶ προσηγορίαις ‘Ἀκτίου Ἐμβασίου τε’ (ν. 404) δύο βοῦς ἄγουσιν.

408. 408. κουρότεροι: ἐπεὶ ἴσως ἀεὶ νέος ὁ θεός, καὶ οἱ τῶν ἑταί-
ρων νεώτεροι τὴν θυσίαν ἐπιτελοῦσιν. καὶ Ὅμηρος ἐπὶ τῆς τῶν νέων θυσίας (Α 470)· ‘κοῦροι μὲν κρητῆρας ἐπεστέψαντο’. ἢτοι οὖν συγκρι- τικῶς ἐστιν ἢ πρωτοτύπως. L

409. 409. οὐλοχύτας: οἱ μὲν τὰ κανᾶ, ἐπεὶ δι’ αὐτῶν φέρεται τὰ πρὸς θυσίαν, οἱ δὲ τὰς κριθάς, ἐπειδὴ ὅλας ἔβαλλον ἐν τοῖς βωμοῖς.

411. 411. Αἰσωνίδ〈α〉: Αἰσωνὶς πόλις τῆς Μαγνησίας ἀπὸ τοῦ πατρὸς Ἰάσονος, ὡς καὶ Πίνδαρός (fg 273 Schr.) φησι καὶ Φερεκύδης (3 fg
103 a J.).

413. 413. ἄνυσιν καὶ πείραθ’ ὁδ〈οῖο〉: ἄνυσιν τὴν ἐνέργειαν. Ὅμηρος (Δ 56)· ‘οὐκ ἀνύω φθονέουσα’. πείραθ’ ὁδοῖο αὐτὸν τὸν πλοῦν καὶ τὸ πέρας τῆς ὁδοῦ.

414. 414. ἐπαίτιοε: διὰ τὸ χρησμῳδῆσαι τῷ Πελίᾳ. ῥητορικῶς δὲ
ὥσπερ αἰτίῳ γενομένῳ τοῦ πλοῦ τῷ θεῷ καὶ τὸ πᾶν πρᾶγμα ἀνατίθησι ὥσπερ οἰκεῖον.

416. 416. παλίνορσον ἐς Ἑλλά〈δα〉: Ἑλλάδα οἱ μὲν τὴν Φθίαν φασὶ συνωνύμως, ἡμεῖς δὲ χώραν ὑπολαμβάνομεν εἶναι Ἑλλάδα, οὐ μέντοι γε τὴν αὐτὴν τῇ Φθίᾳ.

419. 419. Ὀρτυγίην: περὶ τῆς Ὀρτυγίας Φανόδικος ἐν τοῖς Δηλια-
κοῖς (fg 2 M. IV 473) ἱστόρηκεν. καὶ Νίκανδρος ἐν τῷ α' τῶν Αἰτω- λικῶν ἐκ τῆς ἐν Αἰτωλίᾳ Ὀρτυγίας φησι τὴν Δῆλον ὀνομασθῆναι, γρά- φων τάδε (fg 5 Schn.)· ‘οἱ δ’ ἐξ Ὀρτυγίης Τιτηνίδος ὁρμηθέντες. οἱ μὲν τὴν Ἔφεσον, οἱ δὲ τὴν πρότερον Δῆλον καλουμένην, ἄλλοι δὲ τὴν ὁμοτέρμονα Σικελίᾳ νῆσον, 〈...〉 ὅθεν Ὀρτυγίαι πᾶσαι βοῶνται’. καὶ
ἡ Δῆλος οὖν οὐχ, ὡς μεμύθευται, ἀπὸ τῆς Ἀστερίας μεταμορφώσεως

421a. 421 a. ἐπίβαθρα: ἐπιβατήρια, μισθόν· νυνὶ δὲ τιμὴν ὑπὲρ τοῦ εὐτυχῶς ἐπιβῆναι νῦν πρῶτον τῆς νεώς.

421b. b. προτεθείμεθα: ἀντὶ τοῦ ποιοῦμεν· θεῖναι γὰρ τὸ ποιῆσαι.

424. 424. εὐδιόωντες: εὐδίως πλέοντες. L g (P)

425. 425. προχύτας: οἱ μὲν τὰς κριθάς, οἱ δὲ τὸ ὕδωρ, ὃ εἰώθασιν ἐμβάλλειν εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερείου ὑπὲρ τοῦ ἐπινεύειν τὸ ἱερεῖον. λείπει δὲ ἡ σῦν.

426a. 426 a. 〈ζωσάσθην:〉 ἀντὶ τοῦ ἀνέστησαν. L g

426b. b. τὸ ζώσασθαι ἀντὶ τοῦ ἀναστῆναι ἢ ἑτοιμασθῆναι. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ὁπλίσασθαι. P

430a. 430 a. χαλκείῳ πελέκει: Ἀπολλώνιός φησιν ἐν τῷ α' τῶν Ὑπομνημάτων (M. IV 314) τὸν σίδηρον ὑπὸ τῶν ἀρχαίων χαλκὸν λέ- γεσθαι, ἀγνοῶν ὅτι μηδέπω εὑρεθέντος σιδήρου χαλκῷ ἐχρῶντο, ὡς καὶ
Ἡσίοδός φησι (Op. 151)· ‘χαλκῷ δ’ εἰργάζοντο, μέλας δ’ οὐκ ἔσκε σίδηρος’.

430b. b. 〈τένοντας:〉 τὰ νεῦρα, παρὰ τὴν τάσιν. L g

431a. 431 a. περιρρηδὴς κερ〈άεσσιν〉: ἐπὶ πρόσωπον μεθ’ ὁρμῆς κατενεχθείς, ἐπιρραγεὶς εἰς τοὔμπροσθεν. ἢ [ἐπενεχθείς] ἀντὶ τοῦ περι- φερόμενος, ὡς καὶ παρὰ τῷ ποιητῇ (χ 84 sq.)· ‘περιρρηδὴς δὲ τραπέζῃ
κάππεσεν’. Ἀντίμαχος δὲ τὸ κατὰ κύκλον πεσεῖν οὕτω λέγει. νυνὶ δὲ ἀντὶ τοῦ ἐπενεχθεὶς εἰς τὸ ἔμπροσθεν.

431b. b. 〈περιρρηδής:〉 περιφερής. G g S m

434. 434. καλύψαντες πύκα δημῷ: τῷ ἐπίπλῳ, ᾧ ἐνειλοῦσι τὰ ἱερεῖα, ἵνα εὐκαέστατα ὦσι.

436. 436. θηεύμενος: τὸ θηεῖσθαι Ὅμηρος ἐπὶ τοῦ θαυμάζειν τί- θησιν (κ 180)· ‘θηήσαντ’ ἔλαφον’· ὁ δὲ Ἀπολλώνιος ἐπὶ τοῦ βλέπειν. L

437. 437. 〈λιγνύν:〉 κάπνον. L g

438. 438. πορφυρέαις ἑλίκεσσιν: ταῖς τοῦ καπνοῦ συστροφαῖς πορφυριζούσαις, ταῖς τοῦ πυρὸς καμπαῖς καὶ [οἷον πορφυριζούσαις] εἰλή- σεσιν· ἐναργὴς δὲ ἡ φράσις.

441. 441. κῶας ἄγοντας: ἔδει ‘ἄγουσιν’ εἰπεῖν πρὸς τὸ ὑμῖν (ν. 440).
καὶ ὁ ποιητὴς δέ (A 541)· ‘αἰεί τοι φίλον ἐστὶν ἐμεῦ ἀπονόσφιν 〈ἐόντα〉’. L

444. 444. Ἀσίδος: ἡ Ἀσία ὠνομάσθη ἀπὸ Ἀσίας τῆς Προμηθέως μητρὸς καὶ Ἄτλαντος, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ πολλὴν ἄσιν ἔχειν. L

445-47a. 445—47 a. ὧδε κακοῖς δεδα〈ώς〉: οὐκ ἐκ τῶν καθόλου, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐμοὶ βλαβερῶν. ὑπέρβατον δέ ἐστι καὶ πλεονάζει ὁ καὶ σύνδεσμος,
λείπει δὲ ἡ ἐξ̄ πρόθεσις, καὶ 〈ἡ〉 πτῶσις ἐνήλλακται, δοτικὴ ἀντὶ γενικῆς. ἔστι δὲ καὶ τὸ ῥῆμα συντελικόν, ἀντὶ τοῦ ἐξῆλθον. ὁ δὲ λόγος οὕτως· ἔμπροσθεν ἐκ κακῶν οἰωνῶν ἐγνωκὼς τὸν ἐμαυτοῦ μόρον ἐξῆλθον ἐκ τῆς πατρίδος, ἵνα ὑμῖν συμπλεύσας κλέος ἀπενέγκωμαι. L

445-47b. b. ὄφρ’ ἐπιβαίην: ὑπέρβατόν ἐστι. τὸ δὲ ἑξῆς· ὄφρ’ ἐπιβαίην
νηός, ἐπιβάντι δὲ τῆς νηὸς ἡ εὐδοξία τοῖς οἴκοις λίποιτο. L

450. 450. σταθερόν: ἀντὶ τοῦ καυματηρὸν καὶ θερμόν· λέγει δὲ τὴν μεσημβρίαν ἐκ τοῦ συμβαίνοντος, ἐπειδή μεσουρανήσας ὁ ἥλιος θερμαίνει

454. 454. πολιοῦ: διὰ τὸ λευκαίνεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενον.

454. φυλλάδα δὲ τὴν στιβάδα τῶν φύλλων.

456a. 456 a. λαρόν: παρὰ τὸ λίαν ἀρηρὸς ἢ παρὰ τὸ λῶ̄ τὸ θέλω
πεποίηται. Ἡσίοδος δέ φησι (fg 207 Rz. 2) ‘λαροῖς ποσίν’· τοῖς κατ’ ὄψιν ἡδέσιν.

456b. b. 〈λαρόν:〉 ἡδύ. L g

459a. 459 a. ἐψιόωνται: παρὰ τὴν ἐψίαν, ἥ ἐστι διὰ λόγων παιδιά,
οἷον ἐπεσία τις οὖσα παρὰ τὸ ἔπος· διὸ καὶ ψιλοῦται. ὅτε δὲ δασύνεται, ἀντὶ τοῦ ἀκολουθοῦσιν.

459b. b. 〈ἐψιόωνται:〉 διὰ λόγου μετριάζουσιν. S m

459c. c. ἄατος: ἡ ἄγαν βλαπτική· τὸ γὰρ ᾱ τὸ πρῶτον ἐπίτασίς ἐστιν, ὡς ἀχανὲς καὶ ἀτενές. L

461. 461. πορφυρέεσκεν: ἀντὶ τοῦ κατὰ βάθους ἐνεθυμεῖτο· πορ-
φύρα γάρ ἐστιν εἶδος ἰχθύος ἐν βάθει εὑρισκόμενον. ἢ ἀντὶ τοῦ ἐμερίμνα καὶ τὸν τῆς γῆς καὶ τὸν 〈τῆς〉 θαλάσσης κίνδυνον.

462. 462. 〈ὑποφρασθείς:〉 θεωρήσας. L g

468. 468. Ζεὺς τόσον: περὶ τοῦ Κύκλωπος Ὅμηρος (ι 277)· ‘οὐδ’
ἂν ἐγὼ Διὸς ἄχθος ἀλευάμενος πεφιδοίμην’. διὰ τούτων δὲ αὐτοῦ ἡ ὑπερηφανία δηλοῦται. καὶ Ὅμηρος δὲ ἀσεβῆ αὐτὸν λέγει (I 559)· ‘καί ῥα ἄνακτος ἐναντίον εἵλετο τόξον’.

471. 471. τοῖον μ’ Ἀρήνη〈θεν〉: Ἀρήνη πόλις Πελοποννήσου· νῦν δὲ Ἔρανα λέγεται, ὡς φησι Πείσανδρος (16 fg 3 J.). φησὶ δὲ ὑπερηφά-
νως, ὡς οὐ φέρεις με σύμπλουν, ἀλλὰ βοηθόν.

473. 473. χαλίκρητον: τὸν ἄκρατον, τὸν χαλῶντα τὰς φρένας. Ἀθηναῖοι δὲ τὸν ἄκρατον

473. χάλιν λέγουσιν. Αἰσχύλος (fg 448 N. 2) δὲ καὶ τὰς Βάκχας

473. χαλιμάδας φησὶ λέγεσθαι.

475. 475. Ἴδμων δὲ κα〈ί〉: οἰκείως τὸν Ἴδμονα ὡς μάντιν ὄντα ποιεῖ ἐναντιούμενον τῷ Ἴδᾳ ἐχθρῷ ὄντι Ἀπόλλωνι.

477. 477. 〈ζωρόν:〉 τὸ ἄκρατον. L g

478a. 478 a. οἰδάνει: ἐπαίρει, μετεωρίζει, θρασύνει· ἡ δὲ μεταφορὰ ἀπὸ τῆς θαλάσσης, ὅταν ἄρξηται μετεωρίζεσθαι.

478b. b. 〈οἰδάνει:〉 ἀναπείθει. S m

481a. 481 a. 〈ἐπιφλύειν:〉 ὑβρίζειν, φλυαρεῖν. L g S m

481b. b. τὸ ἐπιφλύειν ἀντὶ τοῦ φλυαρεῖν καὶ λοιδορεῖν. P

482a. 482 a. Ἀλωιάδας: τὴν περὶ τούτων ἱστορίαν καὶ Ὅμηρος (Ε 385 sqq. λ 305 sqq.) οἶδεν. Ἐρατοσθένης (241 fg 35 J.) δὲ γηγενεῖς αὐτούς φησι, διὰ δὲ τὸ ἀνατετράφθαι ὑπὸ τῆς Ἀλωέως γυναικὸς μυθευθῆναι ὡς Ἀλωέως εἰσὶν υἱοί. Ἡσίοδος (fg 9 Rz. 2) δὲ Ἀλωέως καὶ Ἰφιμεδείας κατ’ ἐπίκλησιν, ταῖς δὲ ἀληθείαις Ποσειδῶνος καὶ Ἰφιμεδείας ἔφη, καὶ Ἄλον πόλιν Αἰτωλίας ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἐκτίσθαι, ἧς Ὅμηρος (Β 682) μνημονεύει· ‘οἵ τ’ Ἄλον εἶχον’.

482b. b. 〈Ἀλωιάδας:〉 τοὺς Ἀλωέως. S m

483. 483. οὐδ’ ὅσον: οὐδὲ ὀλίγον. L g (S g) (P)

485. 485. ἐκ δ’ ἐγέλασσε: καὶ τοῦτο κουφότητος σημεῖον, εἴγε καὶ Ἰσοκράτης (Ad Demon. 15) φησί· ‘μήτε γέλωτα προπετῆ στέργε’.

486a. 486 a. κερτομίοισιν: εἰρωνευτικοῖς, τὸ κέαρ τέμνειν καὶ λυπεῖν δυναμένοις.

486a. ἐπιλλίζων δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπιμωκώμενος· ἔπιλλοι γὰρ οἱ στραβοί.

486b. b. 〈ἐπιλλίζων:〉 ἀγρίως βλέπων. S g

487-89a. 487—89 a. ἄγρει νυν: δι’ ἀμφοτέρων ἐπισκώπτει τὸν Ἴδμονα, πρῶτον μὲν ὡς ἀτεχνῆ μάντιν, δεύτερον δὲ ὡς μέγα φρονοῦντα ἐπὶ Ἀπόλλωνι τῷ πατρὶ ὡς μέγα δυναμένῳ τοὺς αὐθάδεις καθαιρεῖν.
τοῦτο δὲ μετὰ ἀπειλῆς δρᾷ λοιδορῶν.

487-89b. b. 〈ἐνίεπε:〉 ἔνειπε. S g

487-89c. c. 〈πατὴρ τεός:〉 Ἀπόλλων. S m

491a. 491 a. τὸ δὲ χρειὼ δηλοῖ καὶ τὸ κατὰ χρείαν καὶ μοῖραν λε- γόμενον καὶ τὸ μέλλον. P

491b. b. 〈χρειώ:〉 μαντείαν. S m

491c. c. χρειὼ θεσπίζων μεταμώλιον: μεταμελείας ἄξιον. γρά- φεται δὲ καὶ

491c. μεταμώνιον , ὅ ἐστι μάταιον, μετὰ ἀνέμων φερόμενον. ἀπὸ γενικῆς πληθυντικῆς γίνεται κτητικὸς τύπος εἰς -ιος τῷ ῑ παραληγό- μενος, οἷον ἄλλων ἀλλώνιος, ἀνέμων ἀνεμώνιος.

492. 492. χώετ’ ἐνιπτάζων: ἐχολοῦτο καὶ ὠργίζετο κακολογῶν καὶ
μεμφόμενος.

494-95. 494—95. λαιῇ: κατ’ εὐφημισμὸν τῇ ἀριστερᾷ.

494-95. πείραζεν δὲ ἀντὶ τοῦ ἥρμοττεν. περιττὴ δὲ ἡ

494-95. ἀνά · τὸ γὰρ ἑξῆς· καὶ Ὀρφεὺς δέ. εἰ μὴ ἄρα ἐκ τῆς

494-95. ἀνά τὸ ἀναστὰς λέγει· ἀναστὰς δὲ καὶ ὁ Ὀρφεύς. τοῦτο δὲ ποιεῖ, ἵνα τὰς στάσεις καὶ τὰς φιλονεικίας τῇ ἑαυτοῦ μουσικῇ
καταπαύσῃ.

496-98a. 496—98 a. ἤειδεν δ’ ὡς γαῖα: τὴν πρώτην σύγχυσιν τῶν στοι- χείων ᾄδειν βούλεται, ὡς ἔκ τινος φιλονεικίας τὸ ἴδιον ἕκαστον μετέσχεν καὶ τάξιν ἔλαβεν. οἰκεία δὲ καὶ τοῖς ὑποκειμένοις πράγμασιν ἡ ᾠδή, ὅτι πρέπον ἐστὶ τῆς μάχης παύσασθαι καὶ εἰς τὴν οἰκείαν διάθεσιν ἐπα-
νιέναι.

496-98b. b. νείκεος ἐξ ὀλοοῖο: Ἐμπεδοκλῆς (cf. 31 B 17 sqq. Diels- Kranz) φησιν, ὅτι συγκεχυμένων ἁπάντων τὸ πρότερον νεῖκος καὶ φιλία παραπεμφθέντα τὴν διάκρισιν ἐποιήσαντο, χωρὶς δὲ τούτων οὐδὲν δύ-

501. 501. οὔρεα: Δοῦρις (76 fg 87 J.) φησι τοὺς ὑπὸ τῶν Γιγάντων κατενεχθέντας λίθους, τοὺς μὲν εἰς τὴν θάλασσαν πεσόντας γενέσθαι νήσους, τοὺς δὲ εἰς τὴν γῆν ὄρη.

509. 509. Δικταῖον: τὸ Κρητικόν, ἔνθα ἀνετράφη ὁ Ζεύς, ὡς καὶ Καλλίμαχος (Hymn. I 4 sqq.) ἱστορεῖ.

513-15a. 513—15 a. τοὶ δ’ ἄμοτον: ἀντὶ τοῦ ἀμότως καὶ ἀκορέστως. ὁ δὲ νοῦς· λήξαντος δὲ τῆς ᾠδῆς ἀπλήρωτοι αὐτῆς ὄντες ἔτι προετετά- κεισαν τὰς κεφαλὰς ἀνατετακότες τὰ ὦτα καὶ ἠρεμοῦντες ἐν ἡσυχίᾳ·
τοιαύτῃ ἡδονῇ συνείχοντο.

513-15b. b. τοῖόν σφιν: τοιαύτην ἐπέθηκεν ἡδονὴν τοῖς ἀκούουσιν αὐ- τοῦ. L

516-18a. 516—18 a. οὐδ’ ἐπιδὴν μετέπειτ〈α〉: οὕτως ἀναστρεπτέον τὴν φράσιν· ἔπειτα οὐκ ἐπιδὴν οὐδὲ μετὰ χρόνον κεράσαντες, ἀντὶ
τοῦ εὐθέως καὶ μετολίγον.

516-18b. b. 〈ἡ θέμις:〉 ὅτι ἔθος ἦν τοῖς παλαιοῖς κρατῆρα κιρνᾶν, ὅτε μέλλοιεν καθεύδειν, καὶ τὰς γλώσσας τῶν ἱερείων ἐπιθύειν τῷ Ἑρμῇ καὶ

516-18c. c. ἡ θέμις ἐστί: Διευχίδας ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς (fg 8 M. IV
390) ἱστορεῖ, ὅτι Ἀλκάθους ὁ Πέλοπος διὰ τὸν Χρυσίππου φόνον φυγα- δευθεὶς ἐκ τῶν Μυκηνῶν ἤρχετο κατοικήσων εἰς ἑτέραν πόλιν. ὡς δὲ περιέπεσε λέοντι λυμαινομένῳ τὰ Μέγαρα, ἐφ’ ὃν καὶ ἕτεροι ἦσαν ἀπε- σταλμένοι ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Μεγάρων, καταγωνίζεται τοῦτον καὶ τὴν γλῶτταν αὐτοῦ εἰς πήραν θέμενος ἤρχετο πάλιν εἰς τὰ Μέγαρα.
καὶ ἀπαγγελλόντων τῶν ἀπεσταλμένων ἐπὶ τὴν θήραν, ὅτι αὐτοί εἰσιν οἱ κατηγωνισμένοι, προσκομίσας τὴν πήραν ἤλεγξεν αὐτούς. διόπερ θύσας τοῖς θεοῖς ὁ βασιλεὺς τὸ τελευταῖον τὴν γλῶσσαν ἐπέθηκεν τοῖς βωμοῖς, καὶ ἀπὸ τότε ἔθος τοῦτο διέμεινε Μεγαρεῦσι. Φιλόχορος δὲ ἐν τῷ Περὶ θυσιῶν (fg 173 M. I 413) φησίν, ὅτι τὸ κάλλιστον τοῦ σώ-
ματος καὶ πρωτεῦόν ἐστι. καὶ Ὅμηρος (γ 341) ‘γλώσσας δ’ ἐν πυρὶ βάλλον’.

516-18d. d. [κηληθμῷ:] ἐν δὲ τῇ προεκδόσει μετὰ τοῦτο γέγραπται·

‘ἦμος δὲ τριτάτη φάνη ἠὼς τῇδ’ ἐπὶ νυκτί

βουθύσιον Ἑκάτοιο καταυτόθι δαινυμένοισι,
τῆμος ἄρ ἐκ Διόθεν πνοιὴ πέσεν, ὦρτο δὲ Τῖφυς
κεκλόμενος βαίνειν ἐπὶ σέλμασι. τοὶ δ’ ἀΐοντες 〈...〉.’
ἑξῆς δὲ τῶν ἐκκειμένων ‘σμερδαλέον δὲ λιμήν’ (ν. 524).

525. 525. 〈ἐπισπέρχουσα:〉 προτρεπομένη. L g

526-27. 526—27. ἐν γάρ οἱ δόρυ: πιθανῶς ἐκ τῆς Δωδωνίδος φησὶ δρυὸς τὸ ξύλον εἶναι ἐν τῇ Ἀργοῖ τὸ φωνῆεν, ἐπεὶ καὶ αὕτη ἐφθέγγετο, ὡς φησιν Ὅμηρος (Ξ 327 sq.)· ‘ὄφρα θεοῖο ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο βουλὴν ἐπακούσοι.’

528. 528. οἱ δ’ ἀνὰ σέλματα: τὰς τῶν ἐρετῶν καθέδρας, τὰ σελι-
δώματα. καθόλου δὲ τὸ πλατὺ ξύλον σέλμα λέγεται καὶ σελίδωμα, ὅθεν καὶ τὰς σελίδας τῶν ῥαψῳδιῶν διὰ τὸ πλάτος φαμέν.

530. 530. 〈ἔντεσιν:〉 νῦν ταῖς κώπαις. L g

532-33. 532—33. ποσσὶν ὑπεκλύσθ〈η〉: καὶ αὐτῷ ἐπικαθεσθέντι κά- τωθεν παρὰ τοῖς ποσὶ μᾶλλον ἐπεκλύσθη ἡ τρόπις τῆς νεὼς καὶ ἐν
βάθει τῆς θαλάσσης ἐγένετο τῷ βάρει τοῦ ἥρωος.

536-41a. 536—41 a. ἢ ἐνὶ Πυθοῖ 〈ἢ που ἐν Ὀρτυγίῃ〉: ἐν τῇ Δήλῳ. τὸ δὲ ἑξῆς οὕτως· καθάπερ ἠΐθεοι ἐν Δελφοῖς ἢ ἐν Δήλῳ ἢ ἐπὶ Ἰσμηνῷ περὶ τὸν βωμὸν τοῦ Ἀπόλλωνος χορὸν στήσαντες πρὸς τὸ τῆς κιθάρας μέλος ἡρμοσμένως 〈τὴν γῆν〉 κροτοῦσι τοῖς ποσίν, οὕτω καὶ
οὗτοι τῇ τοῦ Ὀρφέως κιθάρᾳ κηλούμενοι σφοδρότερον πρὸς τὴν κωπη- λασίαν ἤεσκαν. τὸ δὲ ἑξῆς

536-41a. ὁμαρτῇ ῥήσσωσιν . ἡ δὲ

536-41a. ὑπὸ πρόθεσις παρήκται ὡς παρ’ Ὁμήρῳ (Β 824) ‘ὑπαὶ πόδα νείατον Ἴδης.’

536-41b. b. Ἰσμηνοῖο: Ἰσμηνὸς ποταμὸς Βοιωτίας, ἐφ’ ᾧ Ἰσμηνίου Ἀπόλ- λωνος ἱερόν. L m P

536-41c. c. 〈ἐπὶ δὲ ῥόθια κλύζοντο:〉 ἀντὶ τοῦ· ἐπεκλύζοντο δὲ τὰ κύματα. L g

542a. 542 a. 〈ἀφρῷ:〉 ἀντὶ τοῦ μετὰ ἀφροῦ. L g

542b. b. κήκιεν ἄλμ〈η〉: ἀνεδίδοτο καὶ ἀνεπήδα ἑκατέρωθεν τῆς νεὼς ἡ θάλασσα. L

543. 543. μορμύρου〈σα〉: δεινῶς ταρασσομένη καὶ κινουμένη φο- βερῶς. ἐν δὲ τῇ προεκδόσει·

‘μορφύρουσα τυπήσιν ἐρισθενέων †μένει† ἀνδρῶν’.

544. 544. στράπτε δ’ ὑπ’ ἠελ〈ίῳ〉: εἰς κόσμον τῆς νεὼς εἰώθασιν ὅπλα περιτιθέναι.

545-46. 545—46. μακραὶ δ’ αἰὲν ἐλ〈ευκαίνοντο〉: ὁ νοῦς· ἐλευ- καίνετο δὲ τὸ ὕδωρ καθάπερ ἀτραπὸς διὰ χλοηφοροῦντος πεδίου. ἢ ἄλλως· ὡς δήλη ἐστὶν ἡ ὁδὸς πεδίου μεταξὺ χλοηφόρου, οὕτω καὶ ὁ τύπος τῆς νεὼς ἐφαίνετο.

547-48. 547—48. ἡμιθέων ἀνδρῶν: διὰ τούτου ἐβεβαιώσατο καὶ τοὺς
θεοὺς σκοπεῖν καὶ θαυμάζειν τὸν πλοῦν· οὐ γὰρ ἁπλῶς τινες ναῦται ἦσαν, ἀλλ’ ἡμίθεοι. τὸ δὲ

547-48. νῆα πρὸς πᾶν θαῦμα κεῖται ὑπὸ Ἀθηνᾶς εἰργασμένης.

551a. 551 a. Ἀθ〈ηναίης〉 Ἰτωνίδος: Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἐστιν ἱερόν ἐν Κορωνείᾳ τῆς Βοιωτίας. ὁ μέντοι Ἀπολλώνιος οὐκ ἂν λέγοι τὴν
Ἀθηνᾶν ἐπὶ κατασκευῇ τῆς Ἀργοῦς ἀπὸ τῆς ἐν Κορωνείᾳ ἐπικλήσεως, μᾶλλον δὲ ἀπὸ Θεσσαλικῆς Ἰτωνίας, περὶ ἧς Ἑκαταῖος μὲν ἐν τῇ α' τῶν Ἱστοριῶν (1 fg 2 J.) λέγει· Ἀρμενίδας δὲ ἐν τοῖς Θηβαϊκοῖς (fg 1 M. IV 339) Ἀμφικτύονος υἱὸν Ἴτωνον ἐν Θεσσαλίᾳ γεννηθῆναι, ἀφ’ οὗ Ἴτων πόλις καὶ Ἰτωνὶς Ἀθηνά. μέμνηται καὶ Ἀλέξανδρος ἐν τῷ α' τῶν
Κορίννης (fg 30 B. III 551) ὑπομνημάτων (fg 53 M. III 234).

551b. b. Τριτωνίδος: γράφεται Ἰτωνίδος. L gP

554. 554. πολιῇ δ’ ἐπὶ κύματος ἀγῇ: τῷ αἰγιαλῷ, ἔνθα τὰ κύ- ματα περιάγνυται.

555. 555. 〈τέγγε:〉 ἔβρεχε. L g

557. 557. 〈ἐπωλένιον φορέουσα:〉 ἐπὶ χειρὸς ἔχουσα. L g

558. 558. Πηλείδην Ἀχιλ〈ήα〉: ἠκολούθησεν Ἀπολλώνιος τοῖς μεθ’ Ὅμηρον ποιηταῖς ὑπὸ Χείρωνος λέγων τὸν Ἀχιλλέα τραφῆναι. δια- πεφωνήκασι δέ τινες καὶ περὶ τῆς Ἀχιλλέως μητρός, καθάπερ Λυσίμαχος
ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Νόστων (fg 11 M. III 338), κατὰ λέξιν λέγων· ‘Σουίδας (fg 6 M. II 465) γὰρ καὶ Ἀριστοτέλης ὁ περὶ Εὐβοίας πεπραγματευμένος (M. II 142) καὶ ὁ τοὺς Φρυγίους λόγους γράψας (cf. 595 B 299e Diels) καὶ Δαΐμαχος (65 fg 2 J.) καὶ Διο- νύσιος ὁ Χαλκιδεὺς (fg 6 M. IV 394) οὐ τὴν περὶ Ἀχιλλέως διεσπαρ-
μένην ἀφείκασιν μένειν ἐπὶ χώρας δόξαν, ἀλλὰ τοὐναντίον οἱ μὲν ἐκ Θέτιδος αὐτὸν νομίζουσι γεγονέναι τῆς Χείρωνος, Δαΐμαχος (v. supra) δὲ ἐκ Φιλομήλας τῆς Ἄκτορος’.

559. 559. περιηγέα: τὴν καμπὰς ἔχουσαν. L g (P)

563. 563. μεσόδμη: ἡ ἱστοθήκη, ὅπου τίθεται ὁ ἱστὸς καὶ κλίνεται.

564-67a. 564—67 a. πρότονοι οἱ ἀπὸ τοῦ ἱστοῦ ἐκτεινόμενοι κάλοι ἐπὶ πρώραν καὶ πρύμναν.

564-67b. b. ἠλακάτη τὸ τοῦ ἱστοῦ λεπτότατον καὶ ἀνώτατον, ὑπὲρ ὅ ἐστι τὸ καρχήσιον. ἕως οὖν, φησί, τοῦ ἄκρου τοῦ ἱστοῦ ἀνείλκυσαν τὰ ἄρμενα.

564-67c. ἐπ᾽ ἰκριόφιν: τὸ ἴκριον τοῦ ἱστοῦ μέρος. φησὶ δὲ Ἐρατοσθένης ἐν τῷ Ἀρχιτεκτονικῷ (fg 60 Strecker):

“ἱστός· πτέρνη, καρχήσιον, θωράκιον, ἠλακάτη, κεραία, ἴκριον”
. βέλτιον δὲ νοεῖν ἴκριον τὴν καλουμένην κεραίαν, ἧς τὰ ἄκρα ἀκροκέραια†. κάλωες δέ, δι᾽ ὧν στέλλεται τὸ ἱστίον, διὰ κρίκων διειλημμένοι. τούτων δὲ οἱ κάλοι, οἷς κατάγεται τὸ ἱστίον, μέσουροι λέγονται, οἱ δὲ ἑλκόμενοι εἰς πρώραν 〈καὶ πρύμναν〉 ἐξ ἑκατέρου μέρους τοῦ ἱστοῦ πρότονοι, οἱ δὲ κατὰ τὰς γωνίας πόδες· ἑξῆς τούτων πρόποδες, μεθ᾽ οὕς εἰσιν οἱ τέρθριοι λεγόμενοι, εἶτα μέσοι. ἠλακάτη δὲ τὸ ἀνώτατον τοῦ ἱστοῦ μέρος, ὥς φησιν Ἐρατοσθένης (v. supra).

564-67d. κάλωας ἀπ᾽ εὐθείας τῆς κάλως κατὰ Ἀττικούς.

568. Τισαίη ἀκρωτήριον Θεσσαλίας ἢ Μαγνησίας, τινὲς δὲ τῆς Θεσπρωτίας.

569. εὐθήμονι: εὖ διατεθειμένῃ, εὐρύθμῳ, εὐποιήτῳ· θεῖναι γὰρ τὸ ποιῆσαι.

570a. 〈νηοσσόον:〉 τὰς ναῦς σῴζουσαν. L g

570b. νηοσσόον δέ φησι τὴν Ἄρτεμιν ἢ διὰ τὸ σῴζειν τὰς ναῦς ἢ διὰ τὸ σεύειν καὶ κινεῖν αὐτάς. P

571. 〈Ἄρτεμιν:〉 τὴν Ἄρτεμιν ὑμνεῖ διὰ τὸ τὸν τόπον ἱερὸν αὐτῆς εἶναι. L m (P)

573—74. ἄπλετοι: ἀπροσπέλαστοι, μεγάλοι. διασκαίροντες δὲ διαψαίροντες, νηχόμενοι. διὰ δὲ τοῦ ἄμμιγα 〈παύροις〉 τὸ τοῦ μέλους θελκτικὸν σημαίνει, οἱονεὶ μηκέτι αὐτοὺς βλάπτοντες, ἀλλὰ μεθ᾽ ἡσυχίας ἑπόμενοι.

577. 〈ὁ δέ τ᾽ εἶσι πάρος:〉 προπορεύεται ὁ ποιμήν. L g

578. νόμιον μέλ〈ος〉: ποιμενικόν, παρὰ τοὺς νομέας. ἢ νόμιον μέλος ὕμνος παρὰ τοῖς ἀρχαίοις οὕτω λεγόμενος.

Commentary (Carolus Wendel, 1935) (OCR draft) () focus

1-4a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-1

1—4 a. Ἀρχόμενος: ἀπὸ περιεκτικοῦ ῥήματος ἡ μετοχὴ ἐσχημάτισται. περιεκτικὰ δέ εἰσιν, ὅσα 〈καὶ〉 δρᾶσίν καὶ πάθος ἐμφαίνουσιν, οἷον βιάζομαι, δωροῦμαι, σφαγιάζομαι. οὕτω καὶ τὸ ἄρχομαι τὸ
μὲν τι σημαίνει ‘ἀπὸ σοῦ τὴν ἀρχὴν ποιοῦμαι’ — ἔθος γὰρ ἀπὸ θεῶν προοιμιάζεσθαι· ‘ἐκ Διὸς ἀρχώμεσθα’ (Arat. Phaen. 1; Theocr. XVII 1) —, τὸ δέ τι σημαίνει ‘ἀρχαιρεσιαζόμενος ὑπὸ σοῦ’ οἷον ἐνθουσιῶν. παραπλησίως γὰρ τοὺς ποιητὰς τοῖς μαινομένοις ἐνθουσιᾶν 〈λέγεται〉. κέχρηται δὲ ἐπὶ τοῦ
ἀρχόμενος παρατατικοῦ μετοχῇ, ἀντὶ τοῦ ἀρξά-
μενος.

1-4b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-2

b. ὁ λόγος· ἀρχαιρεσιασθεὶς ὑπὸ σοῦ, Ἄπολλον, τὸ κλέος τῶν ἡρώων εἰς μνήμην ἄξω τῶν κατὰ τὸν Πελίαν 〈...〉. L mP

1-4c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-3

c. παλαιγενέων: διαφέρει τὸ παλαιὸν τοῦ ἀρχαίου. τὸ μὲν γὰρ παλαιὸν καὶ ἀρχαῖον, τὸ δὲ ἀρχαῖον οὐκ ἔστι παλαιόν. τὸ γὰρ
ἀρχαῖον ἀναφέρει 〈εἰς〉 τὸ ἀρχῆς ἔχεσθαι.

1-4d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-4

d. ἐύζυγον: εὐκάθεδρον. L gP

1-4e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-5

e. ἤλασαν Ἀργώ: ὁ μὲν Ἀπολλώνιος καλεῖ τὴν Ἀργὼ ἀπὸ Ἄργου τοῦ κατασκευάσαντος, Φερεκύδης (3 fg 106 J.) δὲ ἀπὸ Ἄργου

1-4e_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-6

τοῦ Φρίξου υἱοῦ. ταύτην δὲ λέγουσι πρώτην ναῦν γεγενῆσθαι. ἄλλοι δὲ λέγουσιν, 〈ὅτι〉 Δαναὸς διωκόμενος ὑπὸ Αἰγύπτου 〈τὴν〉 πρώτην κατεσκεύασε, ὅθεν καὶ Δαναῒς ἐκλήθη.

23-25a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-13

23—25 a. πρῶτά νυν Ὀρφῆος: Ἡρόδωρος (31 fg 42 J.) δύο εἶναι Ὀρφεῖς φησιν, ὧν τὸν ἕτερον συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις.

23-25a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-14

Φερεκύδης ἐν τῇ ς’ (3 fg 26 J.) Φιλάμμωνά φησι καὶ οὐκ Ὀρφέα συμπεπλευκέναι. ἔστι δέ, ὡς Ἀσκληπιάδης (12 fg 6 c J.), Ἀπόλλωνος καὶ Καλλιόπης· ἔνιοι δὲ ἀπὸ Οἰάγρου καὶ Πολυμνίας.
ζητεῖται δέ, διὰ τί Ὀρφεὺς ἀσθενὴς ὢν συνέπλει τοῖς ἥρωσιν· ὅτι
μάντις ὢν ὁ Χείρων ἔχρησε δύνασθαι καὶ τὰς Σειρῆνας παρελθεῖν αὐτοὺς Ὀρφέως συμπλέοντος.

23-25b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-15

b. 〈σκοπιῆς〉 Πιμπληίδος ἄγχι τεκ〈έσθαι〉: Πίμπλεια χωρίον κατὰ Πιερίαν· οἱ δὲ ὄρος θράκης, οἱ δὲ κρήνην καὶ κώμην τῆς Πιερίας.

31-34a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-19

31—34 a. Πιερίηθεν: Πιερία ὄρος θράκης, ἐν ᾗ διέτριβεν
Ὀρφεύς. φησὶ δὲ Ἡρόδωρος (31 fg 43 a J.), ὅτι παρήνησεν ὁ Χείρων τῷ Ἰάσονι, ὅπως τὸν Ὀρφέα σὺν τοῖς Ἀργοναύταις παραλάβῃ.

31-34b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-20

b. 〈τοῖον:〉 οἷον εἴπομεν δηλονότι. L g

31-34c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-21

c. Βιστωνίδι κοιρανέοντα: γράφεται καὶ Βιστῶνι τε κοιρανέοντα. L mP

35. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-22

35. 〈αὐτοσχεδόν:〉 ἀντὶ τοῦ παραχρῆμα, εὐθέως. L g

37-38a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-23

37—38 a. 〈Πειρεσιάς:〉 ὄνομα πόλεως· ὡς Ἐρυθραὶ καὶ Πειρεσιαί. L g

37-38b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-24

b. Ἀπιδανός τε μέγας καὶ δ〈ῖος〉: Ἀπιδανὸς καὶ Ἐνιπεὺς ἀμφότεροι θεσσαλίας ποταμοί. τὸ δὲ Φυλλήιον ὄρος Μαγνησίας.

37-38c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-25

c. ἡ δὲ Πειρεσία χώρα ἢ πόλις, ἧς ἐγγὺς ἦν τὸ Φυλλεῖον. P

40-41. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-26

40—41. Λάρισαν δ’ ἐπὶ τοῖ〈σι〉: Λάρισαν τὴν θεσσαλίας λέγει, ἣν ἔκτισεν Ἀκρίσιος, ἥτις ὠνομάσθη ἀπὸ Λαρίσης τῆς Πελασγοῦ, ὡς φησιν Ἑλλάνικος (4 fg 91 J.). εἰσὶ δὲ Λάρισαι τρεῖς· ἀρχαιοτάτη μὲν ἡ Ἀργειῶτις, ἥτις ἐστὶν αὐτὴ ἡ ἀκρόπολις· δευτέρα δὲ ἡ ἐν τῷ Πελασγικῷ τῆς θεσσαλίας, ἣν Ὅμηρος (Β 738) Ἄργισσάν φησι, πλησίον
οὖσα τῆς Γυρτώνης, ἧς νῦν ὁ Ἀπολλώνιος μέμνηται· ἔστι δὲ καὶ περὶ Τροίαν, ἧς Ὅμηρος (Β 840 sq.) μνημονεύει· ‘φῦλα Πελασγῶν τῶν, οἳ Λάρισαν’. τὸν δὲ Πολύφημον Ἐλάτου παῖδα εἶπεν Ἀπολλώνιος, Σωκράτης (fg 10 M. IV 498) δὲ καὶ Εὐφορίων (fg 87 Scheidw.) Ποσειδῶνος. οἱ δὲ Λαπίθαι ἀπὸ Λαπίθου τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ
Στίλβης νύμφης ὠνομάσθησαν.

45-47a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-27

45—47 a. οὐδὲ μὲν Ἴφικλος: οὔτε Ὅμηρος οὔτε Ἡσίοδος (fg 50 Rz. 2) οὔτε Φερεκύδης (3 fg 110 J.) λέγουσι τὸν Ἴφικλον συμπεπλευκέναι τοῖς Ἀργοναύταις. ὅτι δὲ μητρὸς ἦν Ἀλκιμέδης ὁ Ἰάσων, Φερεκύδης (3 fg 104 a J.) μὲν συμφωνεῖ τῷ Ἀπολλωνίῳ. Ἡρόδωρος
(31 fg 40 J.) δὲ Πολυφήμην τὴν Αὐτολύκου φησὶν Ἰάσονος εἶναι μητέρα. Ἄνδρων δὲ ἐν τῇ ἐπιτομῇ τῶν Συγγενειῶν (10 fg 5 J.) Αἴσονος καὶ

45-47a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-28

θεογνήτης τῆς Λαοδίκου 〈φησὶν Ἰάσονα γεγονέναι υἱόν〉.

45-47b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-29

b. τὸν δὲ Ἴφικλον Ἡσίοδος (fg 117 Rz. 2) ἐπὶ πυρίνων ἀθέρων τρέχειν φησίν, Δημαρέτης (42 fg 1 J.) δὲ ἐπὶ τῆς θαλάσσης. ἔστι δὲ υἱὸς Φυλάκου καὶ Κλυμένης τῆς Μινύου.

45-47c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-30

c. ὁ δὲ τρόπος ἀντίφρασις. ἀντὶ τοῦ ‘ταχέως δὲ ὁ Ἴφικλος ἦλθεν’· ‘οὐ πολὺν χρόνον ἔμεινεν ἐν Φυλάκῃ’.

45-47d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-31

d. 〈μήτρως:〉 ὁ θεῖος. L gr

45-47e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-32

e. κασιγνήτην γὰρ ὄπυιεν: διὰ τοῦ παρεπομένου τὸ προηγούμενον δηλοῖ.

45-47f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-33

f. 〈ὄπυιεν:〉 τὸ ἐγεγαμήκει· ἤτοι ἀπὸ τῶν ὠπῶν ἐσχηματισμένης
τῆς λέξεως, ὅ ἐστιν ὀφθαλμῶν· ἢ ἀπὸ τοῦ
ὄπτω καὶ ἐπιτηρῶ· ἢ ἀπὸ τῆς ὀπός, τῆς φωνῆς, διὰ τὰς τῶν ἀνδρῶν πρὸς τὰς γυναῖκας ὁμιλίας, ἀφ’ οὗ καὶ ‘ὄαροι’ (I 327) αἱ γυναῖκες.

48a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-34

48 a. 〈πηοσύνη:〉 συγγένεια L g.

48b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-35

b. ταύτης δὴ αὐτὸν ἡ συγγένεια παρεκέλευσεν. L mr

49a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-36

49 a. οὐδὲ Φεραῖς Ἄδμη〈τος〉: αἱ Φεραὶ ὠνομάσθησαν ἀπὸ Φέρητος τοῦ Κρηθέως, τοῦ Ἀδμήτου πατρός.

49b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-37

b. 〈ἐυρρήνεσσι:〉 ταῖς καλὰ πρόβατα ἐχούσαις. L gr

49c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-38

c. ἐυρρήνεσσι δὲ ἀντὶ τοῦ πολυπροβάτοις. P

50. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-39

50. ὄρος ὑπεράνω Φερῶν τὸ Χαλκωδόνιον. L g (P)

51-52. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-40

51—52. οὐδ’ Ἀλόπῃ μίμνον: θεσσαλίας πόλις ἢ Μαγνησίας. πολυλήιοι δὲ ἤτοι ἀπὸ τοῦ ληίου, τουτέστι σιτοφόρου πεδίου, ἢ ἀπὸ τῆς λείας, ὅπερ βέλτιον· ἐπιφέρει γὰρ εὖ δεδαῶτε δόλους . ἱστοροῦνται δὲ ἄυπνοι καὶ δεινοὶ καὶ φερέπονοι.

53. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-41

53. 〈γνωτός:〉 ἀντὶ τοῦ ἀδελφός. L g

54-55a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-42

54—55 a. Αἰθαλίδης: ὄνομα κύριον. ἔστι δὲ υἱὸς Ἑρμοῦ καὶ Εὐπολεμείας τῆς Μυρμιδόνος.

54-55b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-43

b. Ἄμφρυσσος γράφεται καὶ διὰ τοῦ β, ὡς Διονύσιος (32 fg 12 J.). ἔστι δὲ ποταμὸς θεσσαλίας. προπαροξύνεται δέ, ὡς ἐν
τῇ η’ τῆς Καθόλου (Herodian. I 213, 16 L.).

57-64a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-44

57—64 a. Γυρτῶνα Κόρωνος: ἣν Ὅμηρός φησι (Β 738) ‘Γυρτώνην τε νέμοντο’. ἔστι δὲ πόλις θεσσαλίας ἢ Περραιβίας, ὡς 〈Σου〉ίδας (fg 5 M. II 464), ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ Γυρτώνης τῆς Φλεγύου. ὁ δὲ Κόρωνος υἱός ἐστι Καινέως. μεμύθευται δὲ ὁ Καινεὺς πρότερον
γεγονέναι γυνή, εἶτα Ποσειδῶνος αὐτῇ πλησιάσαντος μεταβληθῆναι εἰς ἄνδρα· τοῦτο γὰρ ἤτησε καὶ ἀτρωσίαν. ἤρισε δὲ καὶ Ἀπόλλωνι καὶ ἐνικήθη. καὶ ἐκέλευε τοὺς παριόντας ὀμνύναι εἰς τὸ δόρυ αὐτοῦ· ἔνθεν ἡ παροιμία ‘τὸ Καινέως δόρυ’. τινὲς δέ φασι Καινέα συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις, οὐ Κόρωνον· ὁ δὲ Ἀπολλώνιος παρὰ Πινδάρου
εἴληφε λέγοντος (fg 167 Schr.)· ‘ὁ δὲ χλωραῖς ἐλάτῃσι τυπεὶς ᾤχετο Καινεύς, σχίσας ὀρθῷ ποδὶ γᾶν.’ τοῦτο δὲ αὐτῷ συνέβη διὰ τὸ μήτε θύειν τοῖς θεοῖς μήτε εὔχεσθαι ἀλλ’ 〈ἢ〉 τῷ ἑαυτοῦ δόρατι· διὸ Ζεὺς ἐφορμᾷ αὐτῷ τοὺς Κενταύρους, οἵτινες κατὰ γῆν αὐτὸν ὠθοῦσιν.

57-64b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-45

b. 〈Κενταύροισιν:〉 ἀντὶ τοῦ ὑπὸ Κενταύρων. L g

57-64c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-46

c. 〈καταΐγδην:〉 καταφορικῶς, μεθ’ ὁρμῆς. L g

65. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-47

65. Ἀμπύκου υἱὸς ὁ Μόψος τοῦ Τιτάρωνος, μητρὸς δὲ Χλώρι- δος. L m (P)

67-68a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-48

67—68 a. ἄγχι δὲ λίμνης Ξ〈υνιάδος〉: Ξυνιὰς λίμνη τῆς θεσσαλίας· τινὲς δὲ πόλιν, ᾗ παράκειται 〈...〉 Βοιβηὰς λίμνη. ἀπὸ δὲ τῆς πόλεως εἴρηκε 〈λίμνην〉 Ξυνιάδα, ἐπειδὴ πλησίον αὐτῆς ἐστιν ἡ πόλις. ξυνὸν δὲ εἴρηται τὸ κοινόν· κοινὴ δέ ἐστιν θεσσαλίας καὶ Βοιω-
τίας αὕτη.

67-68b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-49

b. Κτιμένην Δολοπηίδα: Κτιμένη πόλις τῆς θεσσαλίας. Δολοπηίδα δὲ τὴν θεσσαλικήν εἶπε· Δόλοπες γὰρ ἔθνος θεσσαλίας. Ὅμηρος (Ι 484)· ‘ναῖον δ’ ἐσχατιὴν Φθίης Δολόπεσσιν ἀνάσσων’.

69. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-50

69. ἐξ Ὀπόεντος: Ὀποῦς πόλις τῆς Λοκρίδος, ἀπὸ Ὀπόεντος
τοῦ Ἠλείου. Ὅμηρος (Β 531)· ‘οἳ Κῦνόν τ’ ἐνέμοντ’ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε.’

71-74. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-51

71—74. ἀλκήεις Ἐρ〈ιβώτης〉: ἰσχυρός· παραγώγως δὲ ἐσχημάτισται παρὰ τὴν ἀλκήν, ὡς φωνήεις παρὰ τὴν φωνήν. Ἡρόδωρος δὲ ἐν τοῖς Ἀργοναυτικοῖς (31 fg 5 J.) τοῦτον Εὐρυβάτην καλεῖ καί
φησιν αὐτὸν Τελέοντος υἱόν. Ἄκτορος δὲ υἱοὶ Μενοίτιος καὶ Ἶρος, τούτων δὲ υἱοί, Μενοιτίου μὲν καὶ Σθενέλης Πάτροκλος, Ἴρου δὲ Εὐρυτίων.

75-76. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-52

75—76. καὶ ἐπαῖξαι: ἀντὶ τοῦ ἐπιδιῶξαι. περιττὸν μὲν τὸ μετόπισθεν , λείπει δὲ ὁ καὶ· καί ὅτε κλίνειαν φάλαγγας, εἰς φυγὴν
τρέψειεν.

77-78. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-53

77—78. Κάνθος κίε: τὸν Κάνθον καὶ ὁ Κλέων καταλέγει.

71-78_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-54

ἔστι δὲ Κανήθου υἱός, ἀφ’ οὗ 〈τὸ〉 ὄρος ἐν Βοιωτίᾳ· ἦν δὲ 〈οὗτος〉 Ἄβαντος παῖς, ἀφ’ οὗ οἱ Εὐβοεῖς Ἄβαντες.

79a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-55

79 a. 〈Κήρινθον:〉 πόλις Εὐβοίας. L g

79b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-56

b. 〈ὑπότροπος:〉 ὑποστρέψας. L g

81-82. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-57

81—82. δηωθῆναι: καινότερον νῦν δηωθῆναι τὸ φθαρῆναι.
ἑξῆς δὲ ὁ ποιητὴς ὡς δυσφορῶν ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ἡρώων ἐπιφωνεῖ·
ὡς οὐκ ἀνθρώ〈ποισιν〉 . ὁ δὲ νοῦς· οὐδέν ἐστι μέγιστον κακόν, οὗ ἄνθρωπος ἀποτυγχάνει. ἔδει οὖν διὰ τοῦ ᾱ ἀπαυρεῖν. ἢ ὅτι οὐδὲν κακὸν μέγιστον, ὃ εἴη 〈ἂν〉 ἀνθρώποις δυσχερὲς ἐπαυρεῖν, ὅ ἐστιν ἐπιτυχεῖν.

83-85. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-58

83—85. δύσιές τε καὶ ἀντολ〈αί〉: τοσοῦτόν φησι κεχωρισμένους τῆς τῶν Κόλχων χώρας, ὅσον τῶν ἀνατολῶν αἱ δύσεις ἀφεστήκασιν, ἐπεὶ ἡ μὲν Λιβύη ἐν δύσει, ἡ δὲ Κολχὶς ἐν ἀνατολῇ.

87. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-59

87. Οἰχαλίης ἐπίουροι: παῖδες Ἀντιόπης. Οἰχαλίας δὲ τῆς
ἐν Εὐβοίᾳ. οἱ γὰρ νεώτεροί φασιν ἐν Εὐβοίᾳ εἶναι, Ὅμηρος δὲ ἐν τῷ Πελασγικῷ Ἄργει καταλέγει τὴν Οἰχαλίαν (Β 730)· ‘οἵ τ’ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος’, οἱ δὲ ὁμώνυμόν φασιν.

90-94a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-60

90—94 a. οὐδ’ ὁμόθεν: οὐδ’ ἐκ τοῦ αὐτοῦ τόπου. τὸ δὲ οὐ μέν ἀντὶ τοῦ οὐ μήν. διεχωρίσθησαν γὰρ διὰ τὸν φόνον Φώκου, καὶ
ὁ μὲν ἐν Σαλαμῖνι κατῴκησεν, ἥν φησι νῆσον
Ἀτθίδα , ὁ δὲ Πηλεὺς ἐν Φθίᾳ. ἀφραδίῃ δὲ ἢτοι ἀνοίᾳ ἢ κακοβουλίᾳ.

90-94b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-61

b. 〈λιασθείς:〉 ἀντὶ τοῦ φυγών. L g

95-96. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-62

95—96. τοῖς δ’ ἔπι Κεκροπίηθεν: ἀντὶ τοῦ· σὺν τούτοις
ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς. Κεκροπία γὰρ λέγεται ἡ Ἀττικὴ ἀπὸ Κέκροπος τοῦ βασιλεύσαντος. ἕτερος δέ ἐστιν ὁ Τελέων οὗτος ὁ Βούτου πατὴρ

95-96_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-63

παρὰ τὸν πρότερον (ν. 72) εἰρημένον, τὸν τοῦ Ἐριβώτου πατέρα. ἐυμελίης δὲ ὁ πολεμικός, ἀπὸ τῆς μελίας.

97-100. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-64

97—100. Ἄλκων: ὄνομα κύριον, πατὴρ Φαλήρου. τὸν δὲ Ἄλκωνα Πρόξενός (fg 5 M. II 462) φησιν Ἐρεχθέως. φυγεῖν δὲ αὐτὸν
λέγει ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς μετὰ τῆς θυγατρὸς Χαλκιόπης εἰς Εὔβοιαν, ἐξαιτοῦντος δὲ τοῦ πατρὸς οὐκ ἐκδοῦναι τοὺς Χαλκιδέας. τὸ δὲ
τηλύγετον ἐνταῦθα οὐ τὸν μονογενῆ, πρόσκειται γὰρ καὶ μοῦνον ἐόντα , ἀλλὰ καταγηράσαντι αὐτῷ γενόμενον· οἱ γὰρ τοιούτοι τῶν παίδων εἰσὶ προσφιλεῖς.

101-04a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-65

101—04 a. θησέα δ’ ὃς περὶ πά〈ντας〉: θησεὺς καὶ Πει-
ρίθοος, ὄντες τὸ γένος ὁ μὲν ἐκ Διός, ὁ δὲ Ποσειδῶνος, ἐφάμιλλον τῷ γένει τὴν πρᾶξιν ἐποιούντο. καὶ ὁ μὲν θησεὺς τῆς Ἑλένης ἐρασθεὶς ἔσχεν συμπράττοντα αὐτῷ τὸν Πειρίθουν, ὁ δὲ Πειρίθοος τὴν Περσεφόνην ἐθελήσας ἀγαγέσθαι ἀναγκαίως εἶχε τὸν θησέα ἑπόμενον. καὶ
δὴ διὰ Ταινάρου κατελθόντες καὶ ἐπί τινος πέτρας καθεσθέντες αὖθις ἀναστῆναι οὐ δεδύνηνται. Ἡρακλῆς δὲ ὕστερον κατελθὼν διὰ τὸν Κέρβερον, τὸν μὲν θησέα ἀπέσωσεν ὡς μὴ ἑκοντὶ κατελθόντα, τὸν δὲ Πειρίθουν εἴασεν, ἐπειδὴ προαιρέσει ἰδίᾳ κατῆλθεν. ἐπεστράτευσαν δὲ κατὰ τῆς Τροιζῆνος οἱ Διόσκουροι διὰ τὴν ἀδελφὴν θησέως ὄντος
ἐν Ἅιδου καὶ πορθήσαντες ἔλαβον αἰχμάλωτον Αἴθραν τὴν θησέως μητέρα.

101-04b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-66

b. Ταιναρίην: Φερεκύδης ἐν τῇ θ' (3 fg 39 J.) φησὶν ‘ὅτι Ἔλατος ὁ Ἰκαρίου γαμεῖ Ἐριμήδην τὴν Δαμασίκλου· τῶν δὲ γίνεται Ταίναρος, ἀφ’ οὗ Ταίναρον καλεῖται ἡ πόλις καὶ ἡ ἄκρα καὶ ὁ λιμήν’. L mP

101-04c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-67

c. κεινὴν ὁδόν: ἀντὶ τοῦ ματαίαν. ὁ δὲ νοῦς· ἀμφότεροι γὰρ οὗτοι συνοδεύσαντες πάντας ἂν μόχθων ἀνέπαυσαν τοὺς Ἀργοναύτας. τὴν δὲ αἰτίαν ἐνταῦθά φησιν ὁ Ἀπολλώνιος τοῦ μὴ συμπλεῦσαι αὐτούς. ἀναγινώσκεται δὲ καὶ κείνην βαρυτόνως κατὰ ἀναφορὰν καὶ κεινὴν ὀξυτόνως ἀντὶ τοῦ κενήν.

105-08a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-68

105—08 a. Τῖφυς δ’ Ἀγνιάδ〈ης〉: αἱ Σῖφαι τῆς Βοιωτίας πόλις, Σιφαεὺς δὲ δῆμος θεσπιέων· θέσπεια δὲ 〈καὶ〉 πόλις θεσσαλίας. Φερεκύδης (3 fg 107 J.) δὲ Ποντέως ἱστορεῖ τὸν Τῖφυν, ὁ δὲ Αἰσχύλος ἐν τῇ Ἀργοῖ (fg 21 N. 2) τὸν Τῖφυν Ἴφυν καλεῖ.

105-08b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-69

b. προδαῆναι: προμαθεῖν. ἀρίστου γὰρ αὕτη τέχνη κυβερνήτου.
ὁ δὲ λόγος· ἀγαθὸς μὲν καὶ ἡμέρας τῷ ἡλίῳ, νυκτὸς δὲ πρός τινα τῶν ἀστέρων τὸν καιρὸν τοῦ πλοῦ τεκμήρασθαι.

109. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-70

109. Τριτωνίς: Τρίτωνες τρεῖς, Βοιωτίας, θεσσαλίας, Λιβύης· ἐν δὲ τῷ κατὰ Λιβύην ἐτέχθη ἡ Ἀθηνά.

112. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-71

112. 〈κείνης ὑποθημοσύνῃσι:〉 διὰ τὸ ταῖς βουλαῖς τῆς
Ἀθηνᾶς γενέσθαι. L g

115. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-72

115. Φλείας δ’ αὖτ’ ἐπὶ τοῖσιν: πόλις Πελοποννήσου ἡ Ἀραιθυρέα, ἡ νῦν ὀνομαζομένη Φλιοῦς ἀπὸ Φλιοῦντος τοῦ Διονύσου καὶ Χθονοφύλης. κεῖται δὲ ἡ Φλιοῦς ἐπὶ ὅροις τῆς Σικυῶνος. καὶ αὐτὸς δὲ Διόνυσος Φλιοῦς ὠνομάζετο ἀπὸ τοῦ φλεῖν τὸν οἶνον, ὅ
ἐστιν εὐθηνεῖν.

117. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-73

117. ἐφέστιος Ἀσωπ〈οῖο〉: Ἀσωπὸς ποταμὸς θηβῶν ἔχων

117_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-74

τὰς πηγὰς ἐν Ἀραιθυρέᾳ. ἐκεραυνώθη δὲ ὑπὸ Διὸς διώκων αὐτὸν διὰ τὸ ἡρπακέναι τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Αἴγιναν, ὡς καὶ Καλλίμαχός (fg 375 Schn.) φησιν. 〈...〉 εἰς Αἴγιναν τὴν πόλιν 〈...〉.

118-21a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-75

118—21 a. Ἀργόθεν αὖ Ταλαός: ἐκ τοῦ Ἄργους τῆς χώρας,
οὐ τῆς πόλεως. ἐν δὲ ταῖς Μεγάλαις Ἠοίαις (Hesiodi fg 149 Rz. 2) λέγεται, ὡς ἄρα Μελάμπους φίλτατος ὢν τῷ Ἀπόλλωνι ἀποδημήσας κατέλυσε παρὰ Πολυφόντῃ. βοὸς δὲ αὐτῷ τεθυμένου, δράκοντος ἀνερπύσαντος παρὰ τὸ θῦμα, διαφθεῖραι αὐτὸν τοὺς θεράποντας τοῦ βασιλέως· τοῦ δὲ βασιλέως χαλεπήναντος τὸν Μελάμποδα λαβεῖν καὶ
θάψαι, τὰ δὲ τούτου ἔγγονα τραφέντα ὑπὸ τούτου λείχειν τὰ ὦτα καὶ ἐμπνεῦσαι αὐτῷ τὴν μαντικήν. διόπερ κλέπτοντα αὐτὸν τὰς βόας τοῦ Ἰφίκλου περιληφθέντα δεθῆναι καὶ τοῦ οἴκου μέλλοντος πεσεῖν, ἐν ᾧ ἦν ὁ Ἴφικλος, τῇ διακόνων πρεσβύτιδι μηνῦσαι καὶ τούτου χάριν ἀφεθῆναι τῷ Ἰφίκλῳ. σαφὴς δὲ ἡ ἱστορία.

118-21b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-76

b. 〈τῆς δ’ ἀμφί:〉 διὰ τὸν ἀδελφὸν Βίαντα. L g

118-21c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-77

c. 〈Αἰολίδης:〉 Ἀμυθάονος γὰρ ἔστι τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου τοῦ Ἕλληνος τοῦ Διός. L m(P)

118-21d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-78

d. σταθμοῖσιν ἐν Ἰφίκ〈λοιο〉: Ἴφικλος Φυλάκου παῖς τοῦ Δηιονέως. μήτηρ δὲ Μελάμποδος Δωρίππη, ὡς Διευχίδας (fg 9 M.
IV 390). φησὶ δὲ καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ ὀνόματος, ὅτι τεκοῦσα αὐτὸν ἡ μήτηρ εἰς σύνδενδρον ἐξέθετο τόπον, συνέβη δὲ τοὺς πόδας αὐτοῦ ὑπὸ ἡλίου μελανθῆναι ἀσκίους ὄντας.

124-29a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-79

124—29 a. νεῖον ἀπ’ Ἀρκαδ〈ίης〉: προπερισπωμένως ἀντὶ

124-29a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-80

τοῦ νεωστί, ὀξυτόνως δὲ τὴν γῆν. ὁ δὲ ἑξῆς λόγος οὕτω· ἐπειδὴ ἤκουσε μέλλειν πλεῖν τοὺς Ἀργοναύτας, νεωστί διεληλυθὼς τὸ Ἄργος, καθ’ Ἣν ὁδὸν ἐκόμιζε τὸν κάπρον ζῶντα ἐκ τοῦ Ἐρυμανθίου ὄρους, ὅπου κατὰ τὰς βήσσας ἐνέμετο Λαμπείας τε καὶ Ἐρυμάνθου, ἦλθεν ὡς Ἰάσονα. Λάμπεια δὲ ὄρος Ἀρκαδίας, ἐξ ἧς Ἐρύμανθος ποταμὸς
ἔχει τὰς πηγάς.

124-29b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-81

b. Λυγκήιον: ἀπὸ Λυγκέως τοῦ βασιλεύσαντος Ἄργους. ἐὰν δὲ Λυρκήιον , ἀπὸ ὄρους Ἄργους ἀκουστέον, ἀφ’ οὗ ὁ Ἴναχος καταφέρεται ποταμός.

124-29c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-82

c. τῖφος: ὁ κάθυγρος τόπος, ἔνθα διέτριβεν ὁ κάπρος. περὶ
δὲ τοῦ κάπρου καὶ Ἡρόδωρός (31 fg 24 J.) φησιν, ὅτι ἐπὶ τὰς πύλας τῶν Μυκηνῶν κομίσας αὐτὸν ἀπέθετο.
ἰλλόμενον δὲ δεδεμένον. διὰ δὲ τοῦ ἀπεθήκατο τοῦ βαστάζοντος ἐπιδείκνυται ἡ δύναμις, ὅτι εὐχερῶς.

131. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-83

131. σὺν καί οἱ Ὕλας: οὗτος Ἡρακλέους ἐρώμενος, υἱὸς δὲ
θειοδάμαντος τοῦ Δρύοπος. καὶ Μνασέας (fg 10 M. III 151) μὲν οὕτως. Ἑλλάνικος (4 fg 131 a J.) δὲ θειομένη ἀντὶ θειοδάμαντος ὀνομάζει.

132a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-84

132 a. 〈ἰῶν:〉 τῶν βελῶν. L g

132b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-85

b. φύλακος: Ἰωνικῶς ὁ φύλαξ. Ἴωνες γὰρ τὰς γενικὰς ποιοῦ-
σιν εὐθείας· τοῦ φύλακος ὁ φύλακος, τοῦ μάρτυρος ὁ μάρτυρος. τοῦ δὲ φύλακος ὀξυτονητέον τὴν πρώτην· Ἡρωδιανὸς (I 150, 3 L.) δὲ τὴν τελευταίαν ὀξύνει.
φορεὺς δὲ ὁ φέρων. L m(P)

133-38. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-86

133—38. Ναύπλιος υἱὸς Ποσειδῶνος καὶ Ἀμυμώνης τῆς Δαναοῦ.

133-38_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-87

οὗτος δὲ ἀπὸ τοῦ ἀρχαίου Ναυπλίου ἐστίν. Προίτου δὲ λέγει τοῦ Βελλεροφόντου ἐχθροῦ, ἀνδρὸς δὲ Ἀντείας· καὶ Ὅμηρος (Ζ 152 sqq.) οἶδεν.

139-44a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-88

139—44 a. Ἴδμων δ’ ὑστάτ〈ιος〉: Χαμαιλέων (fg 6 Koepke) φησι τὸν θέστορα Ἴδμονα παρὰ τοῖς ἀρχαίοις καλεῖσθαι διὰ τὸ ἔμπειρον εἶναι,
ἄλλοι φασὶ καὶ θέστορα συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις. τὸν Ἀμφιάραον δὲ φησι συμπλεῦσαι Δηίοχος (fg 1 M. II 17). ὁ δὲ Ἴδμων, ὡς ἱστορεῖ Φερεκύδης (3 fg 108 J.), ἐγένετο παῖς Ἀστερίας τῆς Κορώνου καὶ Ἀπόλλωνος, οὗ καὶ Λαοθόης θέστωρ· τοῦ δὲ Κάλχας. ἀναιρεῖται δὲ Ἴδμων ἐν Μαριανδυνίᾳ ὑπὸ κάπρου. ὅτι δὲ Ἄβαντος υἱὸς Ἴδμων, φησὶ
καὶ Ἡρόδωρος (31 fg 44 J.).

139-44b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-89

b. 〈ὑστάτιος:〉 τῶν ἐξ Ἄργους ὕστατος. L g

139-44c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-90

c. μὴ ὁ δῆμος μέμψηται αὑτοῦ τὸ κλέος. L m(P)

139-44d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-91

d. Αἰολίδῃσιν: τοῖς υἱωνοῖς 〈Αἰόλου〉. Αἰόλου γὰρ τοῦ
Ἕλληνος Κρηθεὺς καὶ Ἀθάμας, Κρηθέως δὲ Αἴσων, Αἴσονος δὲ ὁ Ἰάσων. Ἄβας δὲ Μελάμποδος ἦν τοῦ Ἀμυθάονος τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου. L m(P)

146-49a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-92

146—49 a. καὶ μὴν Αἰτωλὶς κρα〈τερόν〉: εἰκότως αὐτὴν Αἰτωλίδα εἶπεν, ἐπεὶ Αἰτωλὸς ὁ θέστιος. καὶ εἴρηκεν ἀπὸ τῆς χώρας,
ὡς ἐάν τις τὸν Συρακόσιον Σικελὸν λέγῃ ἢ τὸν Ῥωμαῖον Ἰταλόν. ὁ δὲ Ἴβυκος (fg 41 B. III 249) αὐτὴν Πλευρωνίαν φησίν, Ἑλλάνικος (4 fg 119 J.) δὲ Καλυδωνίαν. ἡ δὲ Λήδα ἦν θεστίου θυγάτηρ τοῦ βασιλέως τῆς Αἰτωλίας, Ἄρεως υἱοῦ καὶ Δημοδίκης, μητέρα δὲ αὐτῆς 〈λέγουσι Δηιδά〉μειαν. Γλαύκου δὲ αὐτὴν τοῦ Σισύφου εἶναι πατρὸς
ἐν Κορινθιακοῖς λέγει Εὔμηλος (fg 6 Kink. 191) καὶ Παντειδυίας μη-

146-49a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-93

τρός, ἱστορῶν ὅτι τῶν ἵππων ἀπολομένων ἦλθεν εἰς Λακεδαίμονα ὁ Γλαῦκος καὶ ἐκεῖ ἐμίγη Παντειδυίᾳ· ἣν ὕστερον γήμασθαι θεστίῳ, ὥστε τὴν Λήδαν γόνῳ μὲν οὖσαν Γλαύκου λέγεσθαι θεστίου. Φερεκύδης δὲ ἐν τῇ β' (3 fg 9 J.) ἐκ Λαοφόνης τῆς Πλευρῶνος Λήδαν καὶ Ἀλθαίαν θεστίῳ γενέσθαι φησίν. ὅτι δὲ Γλαύκου ἐστὶ θυγάτηρ, καὶ Ἀλκμὰν
(fg 8 B. III 17) αἰνίττεται, λέγων ‘τοὺς τέκε θυγάτηρ Γλαύκω μάκαι- ρα’. φασὶ τὸν μὲν Πολυδεύκην Διός, τὸν δὲ Κάστορα Τυνδάρεω. τηλυγέτους δὲ νῦν ἀντὶ τοῦ ἀγαπητούς, Ὅμηρος δὲ τοὺς ἐν γήρᾳ γεννωμένους.

146-49b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-94

b. Αἰτωλὶς δὲ ἤτοι διὰ τὴν χώραν ἢ ἀπὸ Αἰτωλοῦ τοῦ
ἥρωος. L

152. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-95

152. Ἀρήνηθεν: Φερεκύδης (3 fg 127 J.) τὴν μητέρα τῶν περὶ Ἴδαν Ἀρήνην φησίν, ἀφ’ ἧς ἡ πόλις, Πείσανδρος (16 fg 2 J.) Πολυδώραν, θεόκριτος (XXII 206) Λαοκόωσαν. οὗτοι δὲ συνηκμασαν τοῖς Διοσκούροις. Ἀρήνη δὲ πόλις Πελοποννήσου πλησίον Πύλου· καὶ
Ὅμηρος (Β 591)· ‘οἱ δὲ Πύλον τ’ ἐνέμοντο καὶ Ἀρήνην ἐρατεινήν’.

156-60a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-96

156—60 a. σὺν δὲ Περικλύμενος: ὅτι Νηλέως παῖς Περι- κλύμενος, δῆλον. φησὶ γὰρ ὁ ποιητὴς (λ 286)· ‘Νέστορά τε Χρόμιόν τε Περικλύμενόν τ’ ἀγέρωχον’. τοῦτον δὲ ὡς ἔγγονον αὑτοῦ ὁ Ποσει- δῶν — Νηλεὺς γὰρ Ποσειδῶνος — καὶ τοῖς ἄλλοις ἐκόσμησεν καὶ
ἐχαρίσατο αὐτῷ εἰς πάντα μεταβάλλεσθαι, ὡς καὶ ὁ Εὐφορίων (fg 74 Scheidw.)· ‘ὅς ῥά τε πᾶσιν ἔικτο, θαλάσσιος ἠύτε Πρωτεύς’. ἀνήρηκεν

156-60a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-97

δὲ αὐτὸν Ἡρακλῆς εἰς μυῖαν μεταβληθέντα ἐν τῷ πρὸς Πυλίους πολέμῳ κατὰ συμβουλὴν Ἀθηνᾶς τῷ ῥοπάλῳ αὐτὸν πλήξας 〈...〉 ἐμπαγέντα ὥσπερ μέλισσαν τῷ κέντρῳ· Ἡσίοδος (fg 14 Rz. 2) δὲ μεταβληθέντα εἴς
τινα τῶν συνήθων μορφῶν ἐπικαθεσθῆναι τῷ ὀμφαλῷ τοῦ ζυγοῦ τῶν Ἡρακλέους ἵππων, βουλόμενον εἰς μάχην καταστῆναι τῷ ἥρωι, τὸν δὲ Ἡρακλέα καιρίως αὐτὸν κατατοξεῦσαι τῆς Ἀθηνᾶς ὑποδειξάσης. φησὶ δὲ οὕτως·
Περικλύμενόν τ’ ἀγέρωχον
ὄλβιον, ᾧ πόρε δῶρα Ποσειδάων Ἐνοσίχθων

παντοῖ’· άλλοτε μὲν γὰρ ἐν ὀρνίθεσσι φάνεσκεν
αἰετός, άλλοτε δ’ αὖτε πελέσκετο — θαῦμα ἰδέσθαι —
μύρμηξ, άλλοτε δ’ αὖτε μελισσέων ἀγλαὰ φῦλα,
άλλοτε δ’ αἰνὸς ὄφις καὶ ἀμείλιχος. εἶχε δὲ δῶρα
παντοῖ’, οὐκ ὀνομαστά, τά μιν καὶ ἔπειτα δόλωσεν

βουλῇ Ἀθηναίης’.

156-60b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-98

b. 〈Πύλῳ:〉 ἀφ’ ἧς ἦν ὁ Νέστωρ, ἥτις ἐστὶ καὶ ἀμμώδης ἀπὸ τοῦ παραρρέοντος ποταμοῦ. Νηλεὺς δὲ ἔσχεν παῖδας ἐκ μὲν Χλώριδος Νέστορα, Περικλύμενον, Χρόμιον, ἐκ δὲ διαφόρων γυναικῶν Ταῦρον, Ἀστέριον, Πυλάωνα, Δηίμαχον, Εὐρύβιον, Ἐπιλέοντα, Φράσιν, Ἀντι-
μένη, Εὐαγόραν ἤ, ὡς Ἀσκληπιάδης (12 fg 21 J.) φησίν, Ἀλάστορα. καὶ ὁ ποιητής (Λ 692)· ‘δώδεκα γὰρ Νηλῆος ἀμύμονος υἱέες ἦμεν’.

156-60c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-99

c. 〈συνοχῇ:〉 τῇ συμβολῇ. L g

161-63. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-100

161—63. οἳ Τεγέην: Τεγέα πόλις Ἀρκαδίας. κλῆρον δὲ 〈Ἀφειδάντειον〉 τὴν βασιλείαν τὴν Ἀφείδαντος. ὁ γὰρ Ἀλεὸς ἱστο-

161-63_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-101

ρεῖται Ἀφείδαντος υἱὸς εἶναι τοῦ Ἀρκάδος, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ χώρα Ἀρκαδία. Ἀφείδας δὲ ὁ Ἀρκάδος, ἀρχαῖος ἥρως, ἐβασίλευσε Τεγέας. δύο δέ εἰσι Κηφεῖς, ὁ μὲν Ἀλεοῦ, οὗ μνημονεύει Ἀπολλώνιος, ὁ δὲ ἕτερος 〈...〉, οὗ μνημονεύει Ἑλλάνικος ἐν τῷ Περὶ Ἀρκαδίας (4 fg 37 J.).

164. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-102

164. Ἀγκαῖος: Λυκούργου καὶ Ἀντινόης Ἀγκαῖος καὶ Ἔποχος·
τιμᾶται δὲ ὁ Λυκοῦργος παρ’ Ἀρκάσιν, ὥς φησιν Ἀριστομένης (M. IV 336). μνημονεύει καὶ Ὅμηρος τούτου τοῦ Λυκούργου (Η 142—45): ‘τὸν Λυκό- οργος — ὑποφθὰς δουρὶ μέσον περόνησε’. καὶ ἄγεται Μώλεια ἑορτὴ παρὰ Ἀρκάσιν, ἐπειδὴ Λυκοῦργος λοχήσας κατὰ τὴν μάχην εἷλεν Ἐρευθα- λίωνα·
μῶλος δὲ ἡ μάχη.

168-70. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-103

168—70. βῆ δ’ ὅγε Μαιναλίης: Μαίναλος ὄρος Ἀρκαδίας
καὶ πόλις, ἀπὸ Μαινάλου τοῦ Ἀρκάδος, οὗ πατὴρ Λυκάων.
καλιῇ δὲ ἀντὶ τοῦ οἰκίᾳ, κυρίως δὲ ἡ ἐκ κάλων κατεσκευασμένη· κάλα δὲ τὰ ξύλα. ξυλίναις γὰρ ἐχρῶντο τὸ παλαιὸν οἰκίαις λιθ〈ίν〉ων μηδέπω ἐπινοηθέντων.

172-73. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-104

172—73. βῆ δὲ καὶ Αὐγείης: οὗτος γόνῳ μὲν ἦν Ἡλίου,
ἐπίκλησιν δὲ Φόρβαντος ἐκ τῆς Νηλέως Ὑρμίνης· οἱ δέ φασιν ἀπὸ τῆς Νυκτέως, οἱ δὲ αὐτὴν Ἐπειοῦ θυγατέρα εἶναι. δοκοῦσι δὲ ἀκτῖνες ἀπο- λάμπειν αὐτοῦ τῶν ὀφθαλμῶν. τούτου δὲ τῶν βοσκημάτων ὁ Ἡρακλῆς τὴν κόπρον ἐκάθηρεν.

176. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-105

176. Ἀστέριος δέ: τὸν Ἀστερίωνα λέγει. ἀπὸ δὲ τοῦ Ὑπερ-
ασίου βασιλέως τῆς Ἀχαΐας πόλις Ὑπερασία. Ὅμηρος (Β 573)· ‘οἵ θ’ Ὑπερασίην’.

177. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-106

177. Πελλήνης: ἡ Ἀχαϊκὴ Πελλήνη διὰ τοῦ ε, ἡ δὲ ἑτέρα ἡ τῆς

177_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-107

Ἀρκαδίας διὰ τοῦ α γράφεται, Παλλήνη. Ἀχαιὶς δὲ μέρος τῆς θεσσα- λίας, ἧς ἡ Πελλήνη.

179. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-108

179. Ταίναρον ἀκρωτήριον τῆς Λακωνικῆς ἀπὸ Ταινάρου τοῦ Ποσειδῶνος.

181. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-109

181. Εὐρώπη Τιτυοῦ τοῦ Ἐλάρης παιδός. οὗτος δὲ ἐν Ἅιδου
τετιμώρηται διὰ τὸ εἰς Πυθῶνα στελλομένην κατασχεῖν τὴν Λητώ, ὡς καὶ Ὅμηρος (λ 576)· ‘Τιτυὸν Γαίης υἱόν’. ὁ δὲ Εὐφορίων (fg 123 Scheidw.) Ἀρτέμιδός φησιν αὐτὸν ἧφθαι καὶ διὰ τοῦτο τιμωρεῖσθαι.

184. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-110

184. διερῇ πεφόρητο: διερή κυρίως ἡ ἐκ Διὸς γινομένη
κάθυγρος γῆ, ἐξ οὗ καὶ διαίνω τὸ βρέχω. παρὰ δὲ τὸ Ὁμηρικόν (Υ 226—29)· ‘αἱ δ’ ὅτε δὴ σκιρτῷεν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν’ καὶ τὰ ἑξῆς.

185-88a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-111

185—88 a. καὶ δ’ ἄλλω δύο παῖδε: ὁ μὲν ἦν υἱός, ὁ δὲ Ἐργῖνος ἀπόγονος· Ἀγκαῖος υἱὸς Ἀστυπαλαίας τῆς Φοίνικος καὶ Ποσει-
δῶνος, Ἐργῖνος δὲ Κλυμένου τοῦ Πρέσβωνος καὶ Βουζύγης τῆς Λύκου. ὁ δὲ Μίλητος, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πόλις Μίλητος, Εὐξαντίου τοῦ Μίνωος, οἱ δέ φασιν αὐτὸν Ἀπόλλωνος καὶ Ἀρείας τῆς Κλεόχου· ἐκλήθη δὲ Μί- λητος, ὅτι ἐκρύβη ὑπὸ τῆς μητρὸς ἐν μίλακι. οἱ δέ φασιν ὑπὸ Σαρπη- δόνος τοῦ Διὸς Μίλητον κτισθῆναι, ὀνομασθεῖσαν ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ.
ὀνομασθῆναι δὲ αὐτὴν πρῶτον λέγουσι Πιτυοῦσσαν, οἱ δὲ Ἀστερίαν, εἶτα Ἀνακτορίαν, εἶτα Μίλητον. καὶ Ἀριστόκριτός (fg 1 M. IV 334) φησι,

185-88a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-112

ὅτι Ἀρεία θυγάτηρ ἐγένετο Κλεόχου, ἧς καὶ Ἀπόλλωνος γενέσθαι βρέφος, καὶ τοῦτο ἐκτεθῆναι εἰς μίλακα, τὸν δὲ Κλέοχον ἀνελέσθαι καὶ ὀνομάσαι ἀπὸ τῆς μίλακος Μίλητον· τοῦτον δὲ ἀνδρωθέντα καὶ φθονούμενον ὑπὸ τοῦ Μίνωος ἀναχωρῆσαι εἰς τὴν Σάμον, ἀφ’ οὗ καὶ τόπος ἐκεῖ Μίλητος. καὶ ἀπὸ τῆς Σάμου μεταβὰς εἰς τὴν Καρίαν ἔκτισε πόλιν, Μίλητον ἀφ’
ἑαυτοῦ καλέσας. μαρτυρεῖ Ἡρόδωρος (31 fg 45 J.).

185-88b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-113

b. 〈ὁ δ’ Ἰμβρασίης ἕδος Ἥρης Παρθενίην:〉 τὴν Σάμον φησίν. Ἴμβρασος γὰρ ποταμὸς Σάμου, ὃς μετεκλήθη Παρθένιος διὰ τὸ ἐκεῖ παρθένον ἔτι οὖσαν τετράφθαι τὴν Ἥραν. καὶ Καλλίμαχος (fg 213 Schn.) μέμνηται. ὁ δὲ Ταρραῖος οὕτως (fg 10 Linnenkugel) Παρθενία δὲ ἡ Σάμος ἀπὸ
Παρθενίας τῆς Σάμου γυναικὸς ὠνομάσθη. L m (P)

185-88c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-114

c. 〈Παρθενίης〉 Ἀγκαῖος: Ἀριστοτέλης (fg 530 Rose) φησὶ τιθεὶς ἐπὶ Ἀγκαίου τὴν παροιμίαν, ὅτι γέγονε φιλογεώργος Ἀγκαῖος καὶ πολλὰς ἐφύτευσεν ἀμπέλους. εἰπόντος δὲ αὐτῷ τοῦ θερά-
ποντος, ὅτι θᾶττον ἀποθανεῖται ἢ πίεται ἐκ τῶν καρπών τῆς ἀμπέλου, Ἀγκαῖος ὡρίμου γενομένου τοῦ καρποῦ, τρίψας βότρυν ἐκάλεσε τὸν θε- ράποντα καὶ εἶπεν, ὡς ἔζησεν μέχρις οὗ καρποφορήσῃ ἡ ἄμπελος, καὶ ἔμελλε πίνειν. τοῦ δὲ θεράποντος εἰπόντος ‘πολλά μεταξὺ πέλει κύλικος καὶ χείλεος ἄκρου’ διηγγέλη αὐτῷ τις σῦς διαλυμαινόμενος τὴν χώραν
ἐφ’ ὃν ἐκδραμὼν πρὶν πίῃ, ἀνηρέθη ὑπ’ αὐτοῦ· διὸ ἐπεκράτησεν ἡ παρ- οιμία ἐπὶ τῶν παρὰ προσδοκίαν τι πασχόντων. καὶ Φερεκύδης ἐν τῇ η’ (3 fg 36 J.) φησὶ τὸν Ἀγκαῖον ὑπὸ τοῦ Καλυδωνίου συὸς πληγέντα τὸν μηρὸν ἀποθανεῖν.

193. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-115

193. ἀλλά ἑ θῆσσα γυ〈νή〉: θῆσσα ἡ δούλη. Ἀθηναῖοι δὲ καὶ τοὺς
πενιχροὺς θῆτας λέγουσιν ἀπὸ τοῦ θητεύειν ἐπὶ μισθῷ διὰ τὸ ἐνδεεῖς εἶναι τῶν ἐπιτηδείων· καὶ ὥσπερ τῷ Κρὴς παράκειται τὸ Κρῆσσα θη- λυκόν, οὕτω καὶ τῷ θὴς θῆσσα.

194. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-116

194. 〈κοσμήτορα:〉 ἀντὶ τοῦ καθηγητήν. L g

195a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-117

195 a. 〈ὧδ’ ἔτι κουρίζων:〉 οὕτως ἀκμάζων ἔτι. L g

195b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-118

b. τὸ δὲ κουρίζων ἐνταῦθα ἀντὶ τοῦ κοῦρος ὤν, ἀλλαχοῦ δὲ καὶ ἀντὶ τοῦ κούρους τρέφων. P

196. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-119

196. 〈τοῦ δ’:〉 τοῦ Μελεάγρου. L g

198. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-120

198. 〈λυκάβαντα:〉 ἐνιαυτόν. L g

199-201a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-121

199/201 a. μήτρως: Ἀλθαία καὶ Ἴφικλος ἀδελφοὶ ἐκ Δηιδαμείας
τῆς Περιήρους. L m (P)

199-201b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-122

b. θεστιάδης Ἴφικλος: κασίγνητος Τοξέως καὶ Πληξίππου καὶ Ἀλθαίας τῆς Μελεάγρου μητρός. μήτρως οὖν ὁ Ἴφικλος Μελεάγρου [ἐκ τῆς Ἐφύρης ἵκανεν]. Η

202. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-123

202. Ὠλενίοιο: Ὤλενοι δύο, τῆς Ἀχαΐας 〈καὶ〉 τῆς Αἰτωλίας.
Ὅμηρος (Β 639)· ‘οἳ Πλευρῶν’ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον’.

204a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-124

204 a. σιφλός: ἀντὶ τοῦ κεκακωμένος· οἱ δὲ τὸν κακόποδα καὶ ἐπιμωμητὸν ἀπέδοσαν.. σιφλὸς δὲ ὁ μῶμος.

204b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-125

b. 〈σιφλός:〉 χωλός. S g

205. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-126

205. 〈ὅ:〉 ἀντὶ τοῦ διό. L g

207-09a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-127

207—09 a. ἐκ δ’ ἄρα Φωκή〈ων〉: οἱ Φωκεῖς ἐκλήθησαν ἀπὸ Φώκου τοῦ Αἰακοῦ. τὸν δὲ Ἴφιτον γενεαλογοῦσι Ναυβόλου καὶ Περι- νείκης τῆς Ἱππομάχου. ἡ δὲ Πυθὼ πόλις Φωκίδος, ἔνθα τὸ μαντεῖον, ἀπὸ τοῦ πυνθάνεσθαι τῶν μαντειών οὕτω κληθεῖσα ἢ ἀπὸ τοῦ ἐκεῖσε
σεσῆφθαι τὸν δράκοντα.

207-09b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-128

b. 〈ξεῖνος:〉 τοῦ Ἰάσονος φίλος ἦν. L g

211-15a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-129

211—15 a. 〈Ζήτης:〉 ὄνομα κύριον. L g

211-15b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-130

b. 〈Κάλαϊς:〉 ὄνομα κύριον. L g

211-15c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-131

c. Ζήτης καὶ Κάλαϊς: τούτους ἐκ διαφόρων τόπων συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις φασίν. οἱ μὲν γὰρ ἐκ θράκης ὡς Ἀπολλώνιος, Ἡρό-
δωρος (31 fg 46 J.) δὲ ἐκ Δαυλίδος, Δοῦρις (76 fg 86 J.) δὲ ἐξ Ὑπερβορέων. καταλέγει δὲ τούτους καὶ Ἀντίμαχος (fg 7 B. II 290). Φανόδικος δὲ ἐν α’ Δηλιακῶν (fg 1 M. IV 473) ἐξ Ὑπερβορέων φησὶν αὐτοὺς ἐλθεῖν ἐπὶ τὸν πλοῦν. τὴν δὲ Ὠρείθυιαν Σιμωνίδης (fg 3 B. III 382) ἀπὸ Βριλησσοῦ φησιν ἁρπαγεῖσαν ἐπὶ τὴν Σαρπηδονίαν
πέτραν τῆς θράκης ἐνεχθῆναι· ἔστι γὰρ καὶ τῆς Κιλικίας ὁμώνυμος, ὡς Καλλισθένης (124 fg 39 J.) Στησίχορος δὲ ἐν τῇ Γηρυονίδι (fg 10 B. III 210) καὶ νῆσόν τινα ἐν τῷ Ἀτλαντικῷ πελάγει Σαρπηδονίαν φησί. περὶ δὲ τῆς θρᾳκίας Σαρπηδονίας πέτρας, ὅτι πρὸς τῷ Αἵμῳ ὄρει ἐστί, Φερε- κύδης (3 fg 145 J.) φησί, περὶ τῆς ἁρπαγῆς ἱστορῶν τῆς Ὠρειθυίας.
Χοιρίλος (fg 5 Kink.) δὲ ἁρπασθῆναί φησιν αὐτὴν ἄνθη ἀμέργουσαν ὑπὸ τὰς τοῦ Κηφισοῦ πηγάς. Ἡραγόρας δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς (fg 4 M. IV 427) τὸν τὴν Ὠρείθυιαν ἁρπάσαντα Βορέαν υἱὸν Στρυμόνος φησίν, οὐχὶ δὲ τὸν ἄνεμον. ἡ δὲ Ὠρείθυια Ἐρεχθέως θυγάτηρ, ἣν ἐξ Ἀττικῆς ἁρπάσας ὁ Βορέας ἤγαγεν εἰς θράκην, κἀκεῖσε συνελθὼν ἔτεκε
Ζήτην καὶ Κάλαϊν, ὡς Σιμωνίδης ἐν τῇ Ναυμαχίᾳ (v. supra). 〈...〉 Φινεύς δὲ Κλεοπάτραν τὴν Ὠρειθυίας πρώτην ἔγημεν, μετὰ ταῦτα δὲ Ἰδαίαν τὴν Δαρδάνου, ἥτις ἀπεχθῶς ἔχουσα πρὸς τοὺς προγόνους, λέγω δὴ πρὸς τοὺς ἀπὸ Κλεοπάτρας υἱούς, ἐπειρᾶτο τυφλῶσαι αὐτούς. οἱ δέ, ὅτι ὁ πατὴρ ἐτύφλωσεν αὐτοὺς διαβαλούσης τῆς μητρυιᾶς πρὸς αὐτόν.

211-15d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-132

d. Κεκροπίηθεν: 〈...〉 Κρέουσα, Ὠρείθυια, Πρόκρις· Ὠρει- θυίας δὲ Χιόνη, Χθονία, Κλεοπάτρα, Ζήτης καὶ Κάλαϊς. ὁ δὲ Βορέας ἰδὼν παίζουσαν Ὠρείθυιαν πρὸς τῷ Ἰλισσῷ ἠράσθη αὐτῆς· ἐξ ἧς οὗτοι.

211-15e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-133

e. Κεκροπίηθεν: ἡ ἀκρόπολις τῆς Ἀττικῆς Κεκροπία ἐκαλεῖτο
τὸ πρότερον. L m (P)

211-15f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-134

f. 〈Ἰλισσοῦ:〉 ποταμὸς Ἀττικῆς. L g

216-17a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-135

216—17 a. Σαρπηδονίην ὅθι πέ〈τρην〉: πόλις τῆς Ἀστι- κῆς ἀπὸ Σαρπηδόνος τοῦ τῆς θράκης βασιλέως, ἀδελφοῦ Πόλτυος. 〈ποταμοῖο παρὰ ῥόον Ἐργίνοιο:〉 τοῦτο δὲ προσέθηκεν, ἐπεὶ
καὶ ἑτέρα ἐστὶ Σαρπηδονία πέτρα τῆς Κιλικίας.

216-17b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-136

b. 〈Ἐργίνοιο:〉 ποταμὸς θράκης. L g

218. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-137

218. λυγαίοις: σκοτεινοῖς, κατὰ μετωνυμίαν· λύγος γὰρ τὸ σκότος ἀπὸ τοῦ λύγου τοῦ φυτοῦ, ὅπερ ἐστὶ πυκνὸν καὶ δασύ. L mP

219-20. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-138

219—20. ἐπ’ ἀκροτάτοισι ποδ〈ῶν〉: τοῖς σφυροῖς ἢ τοῖς
ἀστραγάλοις. ἐρεμνὰς δὲ ἤτοι κατὰ συγκοπὴν τὰς ἐρεβεννάς, τουτέστι [καταπληκτικὰς] σκοτεινὰς κυρίως, ἐξ οὗ μελαίνας. ὁ δὲ λόγος· ἔσειον μελαίνας πτέρυγας κινούμενοι, καταπληκτικὰς τῷ ἰδέσθαι.

221-22. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-139

221—22. φολίδεσσι: ταῖς στίξεσι, τοῖς ποικίλμασι τῶν πτερῶν. 〈κράατος〉 ὑπάτοιο δὲ ἄκρας κεφαλῆς.

224-26a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-140

224—26 a. οὐδὲ μὲν οὐδ’ αὐτοῖο πά〈ις〉: Ἄκαστος Πελίου
υἱὸς ἔγημεν Κρηθηΐδα ἤ, ὥς τινες, Ἱππολύτην. ἡ δὲ Πηλέως ἐρασθεῖσα

224-26a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-141

224/26 a. ἀπήτει συνελθεῖν. ὡς δὲ ἀπετύγχανεν, προβαλοῦσα τὸν Πηλέα τῷ ἀνδρὶ κατηγόρει, ὅτι ἤθελεν αὐτῇ συνελθεῖν. ὁ δὲ δεξάμενος τὸν Πηλέα ὡς ἐπὶ θήραν εἰς τὸ Πήλιον κατέλειψεν ἄοπλον, ἵνα ὑπὸ θηρίων διαφθαρῇ. ἐπιστὰς δὲ Ἑρμῆς ἤ, ὥς τινες, Χείρων ἔδωκεν αὐτῷ ἡφαιστότευκτον
μάχαιραν. καὶ τὰ ἐπιτυγχάνοντα θηρία ἀναιρῶν ἦλθεν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀνεῖλεν Ἄκαστον αὐτόν 〈τε〉 καὶ τὴν τοῦ Ἀκάστου γυναῖκα.
εἰ δὲ ἐπὶ κίνδυνον αὐτοὺς ἔπεμπεν ὁ Πελίας, διὰ τί ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐξήρχετο; καὶ οὗτος μέν φησιν, ἄκοντος τοῦ πατρός· Δημάγητος δέ, ὅτι ἐκέλευσεν ὁ Πελίας τὴν Ἀργὼ ἀραιοῖς γόμφοις παγῆναι, ἵνα ταχέως
ἀπολέσῃ αὐτούς· ὁ δὲ Ἄργος τοὐναντίον πεποίηκεν, καὶ πιστὸν ἔχων τὸν τέκτονα Ἄκαστος ἐπέβη.

224-26b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-142

b. Ἄργος τε θεᾶς ὑπ〈οεργός〉: διὰ τὸ τὴν Ἀργὼ κατασκευάσαι Ἀθηνᾶς προνοίᾳ. διὰ τοῦτο ὁ ποιητής φησιν (I 19) Ἀθηνᾶς ὑποθημοσύνῃσι γενέσθαι αὐτήν.

228. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-143

228. 〈συμμήστορες:〉 σύμβουλοι. L g

230-33a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-144

230—33 a. ἀντὶ τοῦ γὰρ ὁ ἐπεί. L g

230-33b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-145

b. ἐπεὶ Μινύαο θυγα〈τρῶν〉: ὁ γὰρ Μινύας πολλὰς εἶχεν θυγατέρας. καὶ γὰρ ὁ Ἰάσων Ἀλκιμέδης ἐστὶ τῆς Κλυμένης τῆς Μινύου θυγατρός. Στησίχορος (fg 54 B. III 225) δὲ Ἐτεοκλυμένης φησίν, Φερεκύδης (3 fg 104 b J.) δὲ Ἀλκιμέδης τῆς Φυλάκου. Ἰσονόης δὲ
τῆς Δαναοῦ καὶ Διὸς γίνεται Ὀρχομενός, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πόλις Ὀρχομενὸς καλεῖται· Ὀρχομενοῦ δὲ καὶ Ἑρμίππης τῆς Βοιωτοῦ γίνεται Μινύας — ἐπίκλησιν, φύσει δὲ Ποσειδῶνος —, ὃς ᾤκει ἐν Ὀρχομενῷ, ἀφ’ οὗ ὁ

230-33b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-146

λαὸς Μινύαι ἐκλήθησαν· ἐκ δὲ Μινύου καὶ Κλυτοδώρας γίνεται Πρέσβων καὶ Περικλυμένη καὶ Ἐτεοκλυμένη, ἐκ δὲ Φανοσύρας τῆς Παιῶνος καὶ Μινύου Ὀρχομενὸς καὶ Διοχθώνδης καὶ Ἀθάμας. ὁ δὲ Σκήψιος Δημήτριος (fg 51 Gaede) φησι τοὺς τὴν Ἰωλκὸν οἰκοῦντας Μινύας προσαγορεύεσθαι.

238. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-147

238. Παγασαί: ἀκρωτήριον Μαγνησίας· ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ τοῦ ἐκεῖ πεπῆχθαι τὴν Ἀργώ. ὁ δὲ Σκήψιος (Demetrii Scepsii fg 52 Gaede) ἀπὸ τοῦ πηγαῖς περιρρέεσθαι τοὺς τόπους. ἔστι δὲ καὶ Παγασαίου Ἀπόλλωνος ἱερόν.

240. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-148

240. ἀστέρες ὣς νεφέ〈εσσι〉: πρὸς τὸ γένος καὶ τὴν τύχην
καὶ τὴν ἀνδρίαν ἀπιδών, ἀστέρας μὲν τοὺς ἥρωάς φησι, νεφέλας δὲ τοὺς δημοτικοὺς ὄχλους.

242-43. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-149

242—43. πόθι τόσσον ὅμιλον: οὐχ ὑγιῶς τὸ πόθι· ἔστι γὰρ τοῦ ἐν τόπῳ δηλωτικόν. ἔδει οὖν ποῖ εἰπεῖν. τὸ δὲ ἔκτοθι βάλλει ἀντὶ τοῦ ἀποστέλλει. Παναχαιίδα δὲ τὴν θεσσαλίαν φησίν,
ὅτι αὕτη πρώτη ἐκλήθη Ἀχαία ἀπὸ Ἀχαιοῦ τοῦ Ξούθου.

244. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-150

244. πυρὶ δηώσειαν: συμφλέξειαν, καταπολεμήσειαν, καταστρέ- ψειαν. δόμους δὲ τὴν χώραν, τὴν γῆν, συνεκδοχικῶς.

246a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-151

246 a. ἀλλ’ οὐ φυκτὰ κέλ〈ευθα〉: ἀλλ’ οὐκ ἐκφεύξιμος αὐτοῖς ἡ ὁδός, κατ’ ἀνάγκην γάρ ἐστιν· οὐδὲ ἄπρακτος ὁ ἆθλος, ἀνύσουσι
γὰρ ῥᾳδίως, οἷον εὐκατόρθωτος· [ἢ οὕτως] ὥστε εἶναι τὸν λόγον· ἀλλ’ οὐχ ὑποφεύξιμα, οἷον ἀδύνατον ἦν αὐτοῖς μὴ ἐπιτελέσαι τὴν ἐπιταγήν, 〈...〉.

246b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-152

b. πόνος δ’ ἄπρηκτος ἰοῦσιν: κατὰ κοινοῦ τὸ οὐ, ἵνα ᾖ· ἀλλ’ οὐ φυκτὰ κέλευθα οὐδέ ὁ πόνος ἄπρακτος, πρὸς τὸ αὐτῆμαρ δὲ δόμους ὀλοῷ πυρὶ δηώσειαν Αἰήτεω ὅτε μή σφιν
ἑκὼν δέρος ἐγγυαλίξῃ
. οἱ δὲ οὕτως· 〈οὐ φυκτά〉 οὐκ εὔπλοα 〈καὶ〉 ἄπρηκτος δύσπρακτος, δυσεργής, δυσκατόρθωτος.

247-49a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-153

247—49 a. 〈αἱ δὲ γυναῖκες:〉 καὶ τοῦτο ὡς πρὸς γυναικείαν φύσιν. ἄγαν θαυμαστῶς πρὸς τὰς φύσεις καὶ τοὺς λόγους ἀμφοτέροις ἀνέπλασεν. τοῖς μὲν γὰρ ἀνδράσιν, ἐπεὶ θρασυτέρα ἡ φύσις, ἄνυσιν καὶ τέλος τῶν μελλόντων εἰσάγει, ταῖς δὲ γυναιξίν, ἐπεὶ ἀσθενέστεραι, εὐχὰς καὶ ἱκεσίας ποιεῖ. τοιαῦται γὰρ ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ φοβερῶν πραγμάτων
αἱ γυναῖκες.

247-49b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-154

b. νόστοιο τέλος θυμηδέες: θυμήρεες.

251-52. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-155

251—52. δειλὴ Ἀλκιμέδη: ἐπίπονε. ὁ δὲ νοῦς· εἰ καὶ ὀψέ, ὅμως δ’ οὖν ἦλθε καὶ σοὶ κακόν, Ἀλκιμέδη. λείπει δὲ ἡ διὰ πρόθεσις· καὶ οὐ διετέλεσας λαμπρῶς τὸν βίον, αὐχοῦσα ἐπὶ τοιούτῳ υἱῷ.

254-55a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-156

254—55 a. 〈εἰ τὸ πάροιθεν:〉 [ἢ τέ οἱ ἦεν] πρὸ τοῦ τὸν ἆθλον ἐπιστῆναι. κακῶν δὲ ἤτοι τῶν ἰδίων ἢ τῶν μελλόντων ἐπι- τελεῖσθαι τοῖς Ἀργοναύταις.

254-55b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-157

b. κτερέεσσιν: ἐνταφίοις. L g (P)

256-59. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-158

256—59. ὧς ὄφελεν καὶ Φρίξον: λέγεται γάρ, ὅτι τῆς Ἕλλης
καταπεσούσης ἀγωνιῶντι τῷ Φρίξῳ κατὰ Διὸς βούλησιν ἐφθέγξατο θαρ- σύνων αὐτὸν ὁ κριὸς διασώσειν αὐτὸν εἰς τὴν Σκυθίαν. τοῦτο δὲ αὐτὸ τῇ Ἀλκιμέδῃ ἔμελλε κακὸν γενέσθαι τοῦ υἱοῦ ἐκεῖσε στελλομένου. ἡ δὲ ἱστορία κεῖται παρὰ Ἑκαταίῳ (1 fg 17 J.), ὅτι ὁ κριὸς ἐλάλησεν. ἔνιοι δὲ φασιν αὐτὸν ἐπὶ κριοπρώρου σκάφους πλεῦσαι. Διονύσιος δὲ ἐν β'
(32 fg 2 b J.) Κριόν φησι Φρίξου τροφέα γενέσθαι καὶ συμπεπλευκέναι αὐτῷ εἰς Κόλχους· διὸ καὶ μεμυθεῦσθαι τὰ περὶ τῆς τοῦ κριοῦ θυσίας αὐτόθι.

260. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-159

260. ἐπὶ προμολῇσι: 〈ἐπὶ〉 τῇ ἐξόδῳ τῶν ἀριστέων· ἀπὸ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν μολεῖν. ἐντεῦθεν καὶ τὰς πρώτας προβάσεις τῶν ὀρῶν
προμολὰς λέγουσι.

262-63a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-160

262—63 a. 〈βεβολημένη:〉 λύπῃ βλαβεῖσα ἢ δυσθυμοῦσα. L g

262-63b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-161

b. ὀξὺ δ’ ἑκάστην: μετενήνεκται ἀπὸ τῶν κατὰ τὴν ἁφήν, ὡς

262-63b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-162

παρ’ Ὁμήρῳ (Λ 269)· ‘ὡς δ’ ὅταν ὠδίνουσαν ἔχῃ βέλος ὀξύ’. ἄχος δὲ ἐστι σύγχυσις ψυχῆς, λύπη ἐπιτεταμένη· σαφὲς δὲ ἐκ τοῦ λέγειν τὸν ποιητήν (ο 358)· ‘ἡ δ’ ἄχεϊ οὗ παιδὸς ἀπέφθιτο’.

264. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-163

264. ἐντυπὰς ἐν λεχ〈έεσσιν〉: ἄγαν περιεσφιγμένος, ὡς πάντα τὰ μέλη ἐκτυποῦσθαι ἐκ τῆς σφίγξεως. ἐντυπὰς δὲ λέγεται καὶ
ὁ περιβεβλημένος κατὰ τῆς ὄψεως οὕτως ὥς καὶ τὸν τύπον διὰ τοῦ ἱματίου θεωρεῖσθαι.

265. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-164

265. 〈ἔπειτα:〉 ἀντὶ τοῦ δή· ἡ γὰρ ἔπειτα φωνὴ τῷ δὴ ἰσο- δυναμεῖ νῦν. L g

266. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-165

266. νῦν λέγει τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν οἱ δοῦλοι συνηθροίζοντο. L g

267. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-166

267. κατηφέες: κατάστυγνοι διὰ τὴν λύπην. τὸ δὲ ἠείροντο παθητικὸν ἀντὶ ἐνεργητικοῦ κεῖται τοῦ ἤειρον.

268. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-167

268. 〈ἐπεχεύατο:〉 ἀντὶ τοῦ ἐπέθηκεν, ἐπέβαλεν. L g

269-72a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-168

269—72 a. ἀδινώτερον: ὅμοιον τὸ σχῆμα τῷ ‘μελάντερον ἠύτε
πίσσα’ (Δ 277)· τὸ γὰρ συγκριτικόν ἔλαβεν ἀντὶ τοῦ ἀπολελυμένου.

269-72b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-169

b. ἠύτε κούρη: ἀκαταλλήλως τὴν παραβολὴν τέθεικεν· ὑπο- τίθεται γὰρ γραῦν μὲν τὸν Ἰάσονα, κόρην δὲ τὴν μητέρα· ἔδει δέ, φασί, κατὰ τὸ ἐναντίον ταῦτα τάξαι. ἀλλ’ ἐροῦμεν, ὅτι προσφόρως ὑπόκειται ὁ Ἰάσων οὐ κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν γηροκομίαν τῆς μητρός
— καὶ γὰρ ἡ γραῦς τὴν κόρην ἀνατρέφει —, ὡς ἡ μήτηρ πρός τε τὸ ἀφερέπονον διὰ τὴν ἡλικίαν — καὶ γὰρ τὸ γῆρας καὶ ἡ βραχεῖα ἡλικία παρεοίκασι — καὶ πρὸς τὸ χρήζειν τῆς τρεφούσης.
μητρυιὰ δὲ ὥσπερ ἀπηνὴς ἐπικειμένη ἐστὶν ὁ Πελίας. τὸ δὲ κηδεμονῆες ἀπὸ τοῦ κηδε-

269-72b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-170

μόνες παρήκται. οὕτω δὲ λέγονται οἱ κατὰ γάμον οἰκεῖοι, οἱ κηδεσταὶ καὶ κηδόμενοι.

269-72c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-171

c. 〈οἰόθεν:〉 ἀντὶ τοῦ οἴη. L g

269-72d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-172

d. 〈πολιήν:〉 γραῦν. L g

269-72e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-173

e. 〈μύρεται:〉 κλαίει, θρηνεῖ. L g

269-72f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-174

f. 〈ἡ οὐκ εἰσὶν ἔτ’ ἄλλοι:〉 τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Ἀλκιμέδην, ᾗ οὐκ εἰσὶν ἄλλοι παῖδες. L m

269-72g. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-175

g. 〈ὑπὸ μητρυιῇ〉 βίοτον βαρὺν 〈ἡγηλάζει〉: λείπει τὸ οὖσα· ὑπὸ μητρυιᾷ οὖσα κακὴν ζωὴν διάγει. τίθεται γὰρ τὸ βίοτος καὶ ἐπὶ τῆς ζωῆς ὡς νῦν καὶ ἐπὶ τοῦ πλούτου. τὸ δὲ ἡγηλάζει καὶ τὸ
ἠλάσκει κατὰ τοῦ αὐτοῦ πράγματος κεῖται· δηλοῖ δὲ τὸ ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόπῳ διατρίβειν καὶ ἐνέχεσθαι καὶ ἐν [τῷ] αὐτῷ ἀναστρέφεσθαι. ἐπὶ γὰρ τῶν μυιῶν φησιν Ὅμηρος (Β 470)· ‘αἵτε κατὰ σταθμὸν ποιμνήιον ἠλάσκουσι’ καὶ (ι 457)· ‘ὅππῃ κεῖνος ἐμὸν μένος ἠλασκάζει’.

273a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-176

273 a. 〈νέον:〉 νεωστί. L g

273b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-177

b. 〈ἐστυφέλιξεν:〉 ἀντὶ τοῦ καθήψατο, ἐλύπησεν. L g

275a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-178

275 a. ἐκφλύξαι: ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν. φλύζειν δὲ κυρίως τοὺς λέ- βητάς φαμεν καιομένους ἀναβάλλειν τῇ θερμότητι τὸ ὕδωρ. περισπᾶται δὲ τὸ ὀρεχθεῖν ὡς ποιεῖν· ἔστι δὲ μίμημα φωνῆς ἀνάρθρου. Ὅμηρος (Ψ 30)· ‘πολλοὶ μὲν βόες ὀρέχθεον’. δεῖ δὲ μᾶλλον ἀκούεσθαι ἐπὶ τοῦ
στένειν.

275b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-179

b. 〈ὀρεχθεῖ:〉 τραχύνεται. καὶ Ὅμηρος (ε 83)· ‘ἐν ἄλγεσι θυμὸν ὀρεχθών’. L m(P)

275c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-180 c. ἔοικε δὲ τὸ μὲν διὰ τοῦ ο περισπώμενον εἶναι, ὀρεχθῶ, τὸ δὲ διὰ τοῦ ε βαρύτονον [ὄν], ἐρέχθω. P

277. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-181

277. 〈κηδοσύνῃσιν:〉 ταῖς λύπαις ἐνεχομένη. L m

278a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-182

278 a. 〈ἐξειπόντος:〉 περιττὴ ἡ ἐξ. L g

278b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-183

b. 〈ἄκουσα:〉 Ἰωνικῶς. L g

280. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-184

280. 〈κηδέων:〉 τῶν λυπῶν. L g

283a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-185

283 a. ἄλλα δὲ πάντα θρεπτή〈ρια〉: τὰ μὲν ἄλλα πάντα 〈θρεπτήρια〉 — ἀντὶ τῶν τροφείων — παρὰ σοῦ ἔχω, λοιπὸν δὲ ἐπε- θύμουν παρὰ σοῦ περισταλῆναι. L

283b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-186

b. τὸ δὲ πέσσειν ἀντὶ τοῦ ἔχειν. P

284a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-187

284 a. Ἀχαιιάδεσσι: ταῖς θεσσαλαῖς, ἀπὸ Ἀχαιοῦ τοῦ Φθίου. Ὅμηρος (Β 684)· ‘Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί’. L

284b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-188

b. 〈ἀγητή:〉 διὰ τὴν σὴν παρουσίαν. L g

285-86a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-189

285—86 a. δμωὶς ὅπως: ἐν τῇ προεκδόσει κεῖται· ‘βείομαι οὐλο- μένοισιν ὀιζυρὴ ἀχέεσσιν’ καὶ τὰ ἑξῆς ‘σεῖο πόθῳ φίλε κοῦρε δυσάμμορος’.

285-86b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-190

b. 〈σεῖο πόθῳ:〉 διὰ τὴν σὴν ἀπουσίαν. L g

287. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-191

287. ᾧ ἔπι μούνῳ: ἄρρενι μόνῳ. εἶχεν γὰρ ἀδελφὴν Ἱππο- λύτην, ὡς φησιν Ἴβυκος (fg 39 B. III 249).

288. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-192

288. μίτρην πρῶτον ἔλυ〈σα〉: λύουσι γὰρ τὰς ζώνας αἱ πρώτως τίκτουσαι καὶ ἀνατιθέασιν Ἀρτέμιδι· ὅθεν καὶ Λυσιζώνου Ἀρτέ-
μιδος ἱερὸν ἐν Ἀθήναις.

292. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-193

292. κινύρετο: ἐθρήνει. κυρίως δὲ κινύρεσθαί ἐστιν ἐπὶ βοὸς καὶ εἴρηται παρὰ τὸ κινεῖν τὴν οὐρὰν ἐν τῷ μυκᾶσθαι· καὶ Ἀπίων δὲ εὑρὼν τὴν ἐτυμολογίαν παρὰ Ἀπολλοδώρῳ (244 fg 277 J.) ταύτην, ὅτι ταῦρος λέγεται παρὰ τὸ τείνειν τὴν οὐράν, μετέθηκε τὴν εὕρεσιν
τῆς ἐτυμολογίας.

293a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-194

293 a. 〈ἐπισταδόν:〉 ἐφεστηκυῖαι. L g

293b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-195

b. 〈τήν γε:〉 τὴν μητέρα. L g

294. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-196

294. 〈παρηγορέων:〉 παραμυθούμενος. L g

296a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-197

296 a. ὧδε λίην: πάνυ τετηρημένως. ἀδύνατον γὰρ μητέρα εἰς
τοσοῦτον κίνδυνον ἐξιόντος παιδὸς μὴ κλαίειν.

296b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-198

b. 〈ἐπεὶ οὐ μέν:〉 πρὸς τὸ παρ’ Ὁμήρῳ (Ω 524)· ‘οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο’. L m (P)

297a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-199

297 a. ἀλλ’ ἔτι κεν: παρὰ τὸ Ὁμηρικόν καὶ τοῦτο (Ω 551)· ‘πρὶν καὶ κακὸν ἄλλο πάθησθα’. L m (P)

297b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-200

b. ἄροιο: λάβοις. ὅθεν καὶ τὸν Ἄρη τινὲς ἐτυμολογοῦσιν, ἀπὸ
τοῦ λαμβάνειν καὶ ἀφελέσθαι ἐν πολέμῳ. ὁ δὲ λόγος· ἐπὶ κακῷ κακὸν ἀποίσῃ.

298. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-201

298. 〈ἀίδηλα:〉 ἀπροόρατα. L g

299. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-202

299. ἀνιάζουσά περ ἔμπ〈ης〉: ὅτι ὁ πὲρ σύνδεσμος τίθεται πολλάκις ἀντὶ τοῦ γὲ καὶ δή. ‘μήδ’ οὕτως ἀγαθός περ ἐών’ (Α 131)
οὕτως· Ἀρίσταρχος ἀπέδωκεν ‘ἀγαθὸς δὴ ὤν’· καὶ ‘φυγόντι περ αἰπὺν ὄλεθρον’ (ρ 47) ‘φυγόντι δή’. ἢ τὸ ἑξῆς οὕτως· τὴν μοῖραν καίπερ κατὰ θυμὸν ἀνιάζουσα ὅμως τλῆθι φέρειν.

300. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-203

300. 〈συνημοσύνησιν:〉 συνθήκαις, συμβουλαῖς. L g

302a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-204

302 a. 〈ἔχρη:〉 ὡς τὸ ἔφη καὶ ἔχρη. L g

302b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-205

b. ἔχρη: ἀντὶ τοῦ· ἐχρησμῴδησε περὶ τῆς ναυτιλίας.

302c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-206

c. ἀτὰρ μετέπειτά γε: ἐπὶ δὲ τοῖς προειρημένοις, τῇ τε Ἀθηνᾷ καὶ ταῖς θεοπροπίαις, ἔτι θάρσει καὶ ἐπὶ τῇ τῶν ἀριστέων ἀρωγῇ τουτέστι βοήθεια. L

303. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-207

303. ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν αὖθ〈ι〉: παρὰ τὸ Ὁμηρικόν (φ 350)·
‘ἀλλ’ εἰς οἶκον ἰοῦσα’.

304. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-208

304. μὴ δ’ ὄρνις ἀεικελ〈ίη〉: πάλιν παρὰ τὸ Ὁμηρικόν (Ω 218 sq.)· ‘μηδέ μοι αὐτὴ ὄρνις’ [ἀεικελίη].

305. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-209

305. κεῖσε δ’ ὁμαρτήσουσιν ἔται: ἐπὶ Σκυθίαν συνελεύ- σονται. καὶ τὸ ὁμοῦ τυχεῖν ὁμαρτεῖν φασιν. ἔται δὲ ἀντὶ τοῦ
ἑταῖροι. [οὐκ] ἔστι δὲ συνώνυμος ἡ λέξις, κατὰ ἀποκοπὴν δὲ ἐξενή-

305. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-210

νεκται. πρῶτος δὲ Ὅμηρος κέχρηται λέγων (Π 456) ‘κασίγνητοί τε ἔται τε’. διὸ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ πλήρους ἐκφέρεται (ε 141)· ‘οὐ γάρ μοι πάρα νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῖροι’.

306. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-211

306. προτέρωσε: ἀντὶ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν· ‘οὐδ’ ἄρα μοι
προτέρω νῆες κίον’ (ι 64).

307. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-212

307. οἷος δ’ ἐκ νη〈οῖο〉: οἰκεία ἡ παραβολή· ὅ τε γὰρ Ἰάσων νέος καὶ ὁ Ἀπόλλων νέος. L

308a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-213

308 a. Δῆλος μία τῶν Κυκλάδων νήσων, ἱερὰ Ἀπόλλωνος, ἡ πρὶν μὲν ἄδηλος, ὕστερον δὲ Ἀστερία διὰ τὸ σχῆμα, πάλιν δὲ Ὀρτυγία ἀπὸ
τῆς ἀδελφῆς τῆς Λητοῦς.

308b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-214

b. ἠὲ Κλάρον: τόπος τῆς Κολοφῶνος ἀνιερωμένος Ἀπόλλωνι καὶ χρηστήριον ἔχων τοῦ θεοῦ, ὑπὸ Μαντοῦς τῆς Τειρεσίου θυγατρὸς καθι- δρυμένον ἢ ὑπὸ Κλάρου τινὸς ἥρωος, ὡς θεόπομπος (115 fg 346 J.). Νεάνθης (84 fg 42 J.) δέ φησιν, ὅτι κατὰ κλῆρον ὁ Ἀπόλλων ἔλαχε
τὴν πόλιν καὶ ἀπὸ τοῦ κλήρου οὕτως αὐτὴν ὠνομάσθαι· ἢ διὰ τὸ αὐτόθι κληρώσασθαι Ποσειδῶνα Δία Ἅιδην. οἱ δὲ τὴν θηβαΐδα γεγρα- φότες (Epigon. fg 4 Kink.) φασίν, ὅτι ὑπὸ τῶν Ἐπιγόνων ἀκροθίνιον ἀνετέθη Μαντὼ ἡ Τειρεσίου θυγάτηρ εἰς Δελφοὺς πεμφθεῖσα, καὶ κατὰ χρησμὸν Ἀπόλλωνος ἐξερχομένη περιέπεσε Ῥακίῳ τῷ Λέβητος υἱῷ Μυκη-
ναίῳ τὸ γένος. καὶ γημαμένη αὐτῷ — τοῦτο γὰρ περιεῖχε τὸ λόγιον, γαμεῖσθαι ᾧ ἂν συναντήσῃ — ἐλθοῦσα εἰς Κολοφῶνα καὶ ἐκεῖ δυσθυ- μήσασα ἐδάκρυσε διὰ τὴν τῆς πατρίδος πόρθησιν. διόπερ ὠνομάσθη Κλάρος ἀπὸ τῶν δακρύων. ἐποίησεν δὲ Ἀπόλλωνι ἱερόν. λέγεται δὲ καὶ

308b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-215

κρήνην ἀναβλύσαι ἀπὸ τῶν δακρύων Μαντοῦς κατὰ Κλάρον. ὁ δὲ Ῥάκιος οὕτως ὠνομάζετο διὰ τὴν πενιχρότητα καὶ κακοειμονίαν. 〈ὀνομάζεται δὲ καὶ Λάκιος·〉 συγγενὲς γὰρ τὸ λ̄ τῷ ρ̄, ὡς ὑδρηλοὶ ἀντὶ τοῦ ὑδρηροί.

311-12a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-216

311—12 a. 〈κεκλομένων:〉 πάντων ὁμοῦ κελευομένων καὶ ἐπευ-
φημούντων. L m

311-12b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-217

b. τῷ δὲ ξύμβλητο: τοῦτο σύμβολον πρὸς τὸ καταγωνίσασθαι τὸν ἆθλον, ὅτι τε πρεσβυτέρα καὶ ὅτι ἱέρεια.

311-12c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-218

c. ξύμβλητο: συνήντησεν. L g (P)

311-12d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-219

d. πολιηόχου: τῆς φυλασσούσης τὰς πόλεις. L

311-12e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-220 e. ἐν δὲ τῷ πολιήοχος ἐπεντέθη τὸ η̄. P

311-12f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-221

f. ἀρήτειρα: ἱέρεια.

313-14a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-222

313—14 a. καί μιν δεξιτερῆς: γράφεται καὶ οὕτως 〈χειρὸς κύρεν〉, ἵν’ ᾖ· καὶ αὐτοῦ τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἔθιγεν. L

313-14b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-223

b. οὐδέ τι φάσθαι: προσεληπτέον τὸν καί· ὅμως δὲ καὶ λαλῆσαι προθυμουμένη οὐκ ἔφθασε. τὸ γὰρ ἔμπης νῦν ἀντὶ τοῦ ὅμως. L

319. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-224

319. 〈δειδέχατ’:〉 ἐδεξιοῦντο ἢ προσεδέχοντο. L g

320. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-225

320. προμολῆς: ταῖς προόδοις. ἢ γράφεται προμολὼν ἀντὶ τοῦ προελθὼν ἐπέστη. L

322. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-226

322. καταβλώσκοντας: κατερχομένους, καταμολίσκοντας. τὸ
β̄ ἀντὶ τοῦ μ̄· συγγενῆ γὰρ τῷ β̄π̄ τῷ μ̄. ὅθεν καὶ ὁ ψωμὸς
βλωμὸς ἀπὸ τοῦ βλώσκειν διὰ τοῦ λαιμοῦ, ὅ ἐστι κατέρχεσθαι, καὶ πίτυν βλωθρήν Ὅμηρος τὴν ἄχρι τοῦ αἰθέρος μολίσκουσαν.

323. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-227

323. 〈παρὲκ νόον:〉 παρὰ γνώμην. L g

324. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-228

324. δέρμα δ’ ὁ μέν: σύνηθες τοῖς ἥρωσι δέρματα φορεῖν. L m(P)

325. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-229

325. 〈αὐτὰρ ὅ:〉 ὁ Ἄκαστος. L g

354. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-230

354. 〈παρασχεδόν:〉 παραχρῆμα. L g

389. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-231

389. 〈ἀιδνή:〉 σκοτεινή. S m

401a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-232

401 a. ἐυστείρης: εὐτρόπιδος. οἰήια δὲ τὰ πηδάλια οἷον οἰήσια , ἐπειδὴ οἰήσεως χρεία τῷ κυβερνήτῃ. οἱ δὲ γλωσσογράφοι τοὺς
οἴακας.

401b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-233

b. 〈ἔρυσθαι:〉 φυλάττειν. L g

402a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-234

402 a. 〈λάιγγας:〉 λίθους. L g

402b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-235

b. 〈ὀχλίζοντες:〉 κινοῦντες. L g

403a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-236

403 a. νήεον αὐτόθ〈ι〉: ᾠκοδόμουν, κατεσκεύαζον, ἀπὸ τῆς
τῶν λίθων συνθέσεως, ἥ ἐστι νῆσις. ἢ ἐσώρευον· ἔνθεν καὶ ναῦς, ἐν ᾗ σωρεύεται ὁ φόρτος.

403b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-237

b. 〈νηόν:〉 γράφεται βωμόν. G g

403c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-238

c. ἐπάκτιος ὁ ἐν τῇ ἀκτῇ τιμώμενος. L m(P)

406. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-239

406. τείως δ’ αὖτ’ ἀγέλη〈θεν ἐπιπροέηκαν:〉 ἐν τοσούτῳ,
ἐν ὅσῳ ταῦτα ἐποίουν. ἡ δὲ
πρὸ πρόθεσις νῦν ἐστι τόπου δηλωτική, ἀντὶ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν, ὡς τὸ ‘ἐκ δ’ ἄγαγε πρὸ φόωσδε’ (Τ 118).

407. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-240

407. δύω βόε: εἰκότως ἐπὶ δυσὶ προσηγορίαις ‘Ἀκτίου Ἐμβασίου τε’ (ν. 404) δύο βοῦς ἄγουσιν.

408. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-241

408. κουρότεροι: ἐπεὶ ἴσως ἀεὶ νέος ὁ θεός, καὶ οἱ τῶν ἑταί-
ρων νεώτεροι τὴν θυσίαν ἐπιτελοῦσιν. καὶ Ὅμηρος ἐπὶ τῆς τῶν νέων θυσίας (Α 470)· ‘κοῦροι μὲν κρητῆρας ἐπεστέψαντο’. ἢτοι οὖν συγκρι- τικῶς ἐστιν ἢ πρωτοτύπως. L

409. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-242

409. οὐλοχύτας: οἱ μὲν τὰ κανᾶ, ἐπεὶ δι’ αὐτῶν φέρεται τὰ πρὸς θυσίαν, οἱ δὲ τὰς κριθάς, ἐπειδὴ ὅλας ἔβαλλον ἐν τοῖς βωμοῖς.

411. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-243

411. Αἰσωνίδ〈α〉: Αἰσωνὶς πόλις τῆς Μαγνησίας ἀπὸ τοῦ πατρὸς Ἰάσονος, ὡς καὶ Πίνδαρός (fg 273 Schr.) φησι καὶ Φερεκύδης (3 fg
103 a J.).

413. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-244

413. ἄνυσιν καὶ πείραθ’ ὁδ〈οῖο〉: ἄνυσιν τὴν ἐνέργειαν. Ὅμηρος (Δ 56)· ‘οὐκ ἀνύω φθονέουσα’. πείραθ’ ὁδοῖο αὐτὸν τὸν πλοῦν καὶ τὸ πέρας τῆς ὁδοῦ.

414. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-245

414. ἐπαίτιοε: διὰ τὸ χρησμῳδῆσαι τῷ Πελίᾳ. ῥητορικῶς δὲ
ὥσπερ αἰτίῳ γενομένῳ τοῦ πλοῦ τῷ θεῷ καὶ τὸ πᾶν πρᾶγμα ἀνατίθησι ὥσπερ οἰκεῖον.

416. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-246

416. παλίνορσον ἐς Ἑλλά〈δα〉: Ἑλλάδα οἱ μὲν τὴν Φθίαν φασὶ συνωνύμως, ἡμεῖς δὲ χώραν ὑπολαμβάνομεν εἶναι Ἑλλάδα, οὐ μέντοι γε τὴν αὐτὴν τῇ Φθίᾳ.

419. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-247

419. Ὀρτυγίην: περὶ τῆς Ὀρτυγίας Φανόδικος ἐν τοῖς Δηλια-
κοῖς (fg 2 M. IV 473) ἱστόρηκεν. καὶ Νίκανδρος ἐν τῷ α' τῶν Αἰτω- λικῶν ἐκ τῆς ἐν Αἰτωλίᾳ Ὀρτυγίας φησι τὴν Δῆλον ὀνομασθῆναι, γρά- φων τάδε (fg 5 Schn.)· ‘οἱ δ’ ἐξ Ὀρτυγίης Τιτηνίδος ὁρμηθέντες. οἱ μὲν τὴν Ἔφεσον, οἱ δὲ τὴν πρότερον Δῆλον καλουμένην, ἄλλοι δὲ τὴν ὁμοτέρμονα Σικελίᾳ νῆσον, 〈...〉 ὅθεν Ὀρτυγίαι πᾶσαι βοῶνται’. καὶ
ἡ Δῆλος οὖν οὐχ, ὡς μεμύθευται, ἀπὸ τῆς Ἀστερίας μεταμορφώσεως

419_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-248

τῆς Λητοῦς ἀδελφῆς, ἀλλὰ καθὸ πᾶσαι Ὀρτυγίαι ἀποικίαι εἰσὶ τῆς κατ’ Αἰτωλίαν Ὀρτυγίας.

421a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-249

421 a. ἐπίβαθρα: ἐπιβατήρια, μισθόν· νυνὶ δὲ τιμὴν ὑπὲρ τοῦ εὐτυχῶς ἐπιβῆναι νῦν πρῶτον τῆς νεώς.

421b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-250

b. προτεθείμεθα: ἀντὶ τοῦ ποιοῦμεν· θεῖναι γὰρ τὸ ποιῆσαι.

424. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-251

424. εὐδιόωντες: εὐδίως πλέοντες. L g (P)

425. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-252

425. προχύτας: οἱ μὲν τὰς κριθάς, οἱ δὲ τὸ ὕδωρ, ὃ εἰώθασιν ἐμβάλλειν εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερείου ὑπὲρ τοῦ ἐπινεύειν τὸ ἱερεῖον. λείπει δὲ ἡ σῦν.

426a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-253

426 a. 〈ζωσάσθην:〉 ἀντὶ τοῦ ἀνέστησαν. L g

426b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-254

b. τὸ ζώσασθαι ἀντὶ τοῦ ἀναστῆναι ἢ ἑτοιμασθῆναι. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ὁπλίσασθαι. P

430a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-255

430 a. χαλκείῳ πελέκει: Ἀπολλώνιός φησιν ἐν τῷ α' τῶν Ὑπομνημάτων (M. IV 314) τὸν σίδηρον ὑπὸ τῶν ἀρχαίων χαλκὸν λέ- γεσθαι, ἀγνοῶν ὅτι μηδέπω εὑρεθέντος σιδήρου χαλκῷ ἐχρῶντο, ὡς καὶ
Ἡσίοδός φησι (Op. 151)· ‘χαλκῷ δ’ εἰργάζοντο, μέλας δ’ οὐκ ἔσκε σίδηρος’.

430b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-256

b. 〈τένοντας:〉 τὰ νεῦρα, παρὰ τὴν τάσιν. L g

431a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-257

431 a. περιρρηδὴς κερ〈άεσσιν〉: ἐπὶ πρόσωπον μεθ’ ὁρμῆς κατενεχθείς, ἐπιρραγεὶς εἰς τοὔμπροσθεν. ἢ [ἐπενεχθείς] ἀντὶ τοῦ περι- φερόμενος, ὡς καὶ παρὰ τῷ ποιητῇ (χ 84 sq.)· ‘περιρρηδὴς δὲ τραπέζῃ
κάππεσεν’. Ἀντίμαχος δὲ τὸ κατὰ κύκλον πεσεῖν οὕτω λέγει. νυνὶ δὲ ἀντὶ τοῦ ἐπενεχθεὶς εἰς τὸ ἔμπροσθεν.

431b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-258

b. 〈περιρρηδής:〉 περιφερής. G g S m

434. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-259

434. καλύψαντες πύκα δημῷ: τῷ ἐπίπλῳ, ᾧ ἐνειλοῦσι τὰ ἱερεῖα, ἵνα εὐκαέστατα ὦσι.

436. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-260

436. θηεύμενος: τὸ θηεῖσθαι Ὅμηρος ἐπὶ τοῦ θαυμάζειν τί- θησιν (κ 180)· ‘θηήσαντ’ ἔλαφον’· ὁ δὲ Ἀπολλώνιος ἐπὶ τοῦ βλέπειν. L

437. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-261

437. 〈λιγνύν:〉 κάπνον. L g

438. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-262

438. πορφυρέαις ἑλίκεσσιν: ταῖς τοῦ καπνοῦ συστροφαῖς πορφυριζούσαις, ταῖς τοῦ πυρὸς καμπαῖς καὶ [οἷον πορφυριζούσαις] εἰλή- σεσιν· ἐναργὴς δὲ ἡ φράσις.

441. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-263

441. κῶας ἄγοντας: ἔδει ‘ἄγουσιν’ εἰπεῖν πρὸς τὸ ὑμῖν (ν. 440).
καὶ ὁ ποιητὴς δέ (A 541)· ‘αἰεί τοι φίλον ἐστὶν ἐμεῦ ἀπονόσφιν 〈ἐόντα〉’. L

444. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-264

444. Ἀσίδος: ἡ Ἀσία ὠνομάσθη ἀπὸ Ἀσίας τῆς Προμηθέως μητρὸς καὶ Ἄτλαντος, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ πολλὴν ἄσιν ἔχειν. L

445-47a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-265

445—47 a. ὧδε κακοῖς δεδα〈ώς〉: οὐκ ἐκ τῶν καθόλου, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐμοὶ βλαβερῶν. ὑπέρβατον δέ ἐστι καὶ πλεονάζει ὁ καὶ σύνδεσμος,
λείπει δὲ ἡ ἐξ̄ πρόθεσις, καὶ 〈ἡ〉 πτῶσις ἐνήλλακται, δοτικὴ ἀντὶ γενικῆς. ἔστι δὲ καὶ τὸ ῥῆμα συντελικόν, ἀντὶ τοῦ ἐξῆλθον. ὁ δὲ λόγος οὕτως· ἔμπροσθεν ἐκ κακῶν οἰωνῶν ἐγνωκὼς τὸν ἐμαυτοῦ μόρον ἐξῆλθον ἐκ τῆς πατρίδος, ἵνα ὑμῖν συμπλεύσας κλέος ἀπενέγκωμαι. L

445-47b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-266

b. ὄφρ’ ἐπιβαίην: ὑπέρβατόν ἐστι. τὸ δὲ ἑξῆς· ὄφρ’ ἐπιβαίην
νηός, ἐπιβάντι δὲ τῆς νηὸς ἡ εὐδοξία τοῖς οἴκοις λίποιτο. L

450. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-267

450. σταθερόν: ἀντὶ τοῦ καυματηρὸν καὶ θερμόν· λέγει δὲ τὴν μεσημβρίαν ἐκ τοῦ συμβαίνοντος, ἐπειδή μεσουρανήσας ὁ ἥλιος θερμαίνει

450_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-268

πάντα διὰ τὸ πανταχόθεν ἐπίσης ἀπέχειν τῶν ὑποκειμένων ἢ διὰ τὸ ἑστηκέναι, ἧττον γὰρ δοκεῖ τότε κινεῖσθαι ὁ ἥλιος.

454. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-269

454. πολιοῦ: διὰ τὸ λευκαίνεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενον. φυλλάδα δὲ τὴν στιβάδα τῶν φύλλων.

456a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-270

456 a. λαρόν: παρὰ τὸ λίαν ἀρηρὸς ἢ παρὰ τὸ λῶ̄ τὸ θέλω
πεποίηται. Ἡσίοδος δέ φησι (fg 207 Rz. 2) ‘λαροῖς ποσίν’· τοῖς κατ’ ὄψιν ἡδέσιν.

456b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-271

b. 〈λαρόν:〉 ἡδύ. L g

459a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-272

459 a. ἐψιόωνται: παρὰ τὴν ἐψίαν, ἥ ἐστι διὰ λόγων παιδιά,
οἷον ἐπεσία τις οὖσα παρὰ τὸ ἔπος· διὸ καὶ ψιλοῦται. ὅτε δὲ δασύνεται, ἀντὶ τοῦ ἀκολουθοῦσιν.

459b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-273

b. 〈ἐψιόωνται:〉 διὰ λόγου μετριάζουσιν. S m

459c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-274

c. ἄατος: ἡ ἄγαν βλαπτική· τὸ γὰρ ᾱ τὸ πρῶτον ἐπίτασίς ἐστιν, ὡς ἀχανὲς καὶ ἀτενές. L

461. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-275

461. πορφυρέεσκεν: ἀντὶ τοῦ κατὰ βάθους ἐνεθυμεῖτο· πορ-
φύρα γάρ ἐστιν εἶδος ἰχθύος ἐν βάθει εὑρισκόμενον. ἢ ἀντὶ τοῦ ἐμερίμνα καὶ τὸν τῆς γῆς καὶ τὸν 〈τῆς〉 θαλάσσης κίνδυνον.

462. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-276

462. 〈ὑποφρασθείς:〉 θεωρήσας. L g

468. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-277

468. Ζεὺς τόσον: περὶ τοῦ Κύκλωπος Ὅμηρος (ι 277)· ‘οὐδ’
ἂν ἐγὼ Διὸς ἄχθος ἀλευάμενος πεφιδοίμην’. διὰ τούτων δὲ αὐτοῦ ἡ ὑπερηφανία δηλοῦται. καὶ Ὅμηρος δὲ ἀσεβῆ αὐτὸν λέγει (I 559)· ‘καί ῥα ἄνακτος ἐναντίον εἵλετο τόξον’.

471. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-278

471. τοῖον μ’ Ἀρήνη〈θεν〉: Ἀρήνη πόλις Πελοποννήσου· νῦν δὲ Ἔρανα λέγεται, ὡς φησι Πείσανδρος (16 fg 3 J.). φησὶ δὲ ὑπερηφά-
νως, ὡς οὐ φέρεις με σύμπλουν, ἀλλὰ βοηθόν.

473. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-279

473. χαλίκρητον: τὸν ἄκρατον, τὸν χαλῶντα τὰς φρένας. Ἀθηναῖοι δὲ τὸν ἄκρατον χάλιν λέγουσιν. Αἰσχύλος (fg 448 N. 2) δὲ καὶ τὰς Βάκχας χαλιμάδας φησὶ λέγεσθαι.

475. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-280

475. Ἴδμων δὲ κα〈ί〉: οἰκείως τὸν Ἴδμονα ὡς μάντιν ὄντα ποιεῖ ἐναντιούμενον τῷ Ἴδᾳ ἐχθρῷ ὄντι Ἀπόλλωνι.

477. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-281

477. 〈ζωρόν:〉 τὸ ἄκρατον. L g

478a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-282

478 a. οἰδάνει: ἐπαίρει, μετεωρίζει, θρασύνει· ἡ δὲ μεταφορὰ ἀπὸ τῆς θαλάσσης, ὅταν ἄρξηται μετεωρίζεσθαι.

478b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-283

b. 〈οἰδάνει:〉 ἀναπείθει. S m

481a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-284

481 a. 〈ἐπιφλύειν:〉 ὑβρίζειν, φλυαρεῖν. L g S m

481b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-285

b. τὸ ἐπιφλύειν ἀντὶ τοῦ φλυαρεῖν καὶ λοιδορεῖν. P

482a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-286

482 a. Ἀλωιάδας: τὴν περὶ τούτων ἱστορίαν καὶ Ὅμηρος (Ε 385 sqq. λ 305 sqq.) οἶδεν. Ἐρατοσθένης (241 fg 35 J.) δὲ γηγενεῖς αὐτούς φησι, διὰ δὲ τὸ ἀνατετράφθαι ὑπὸ τῆς Ἀλωέως γυναικὸς μυθευθῆναι ὡς Ἀλωέως εἰσὶν υἱοί. Ἡσίοδος (fg 9 Rz. 2) δὲ Ἀλωέως καὶ Ἰφιμεδείας κατ’ ἐπίκλησιν, ταῖς δὲ ἀληθείαις Ποσειδῶνος καὶ Ἰφιμεδείας ἔφη, καὶ Ἄλον πόλιν Αἰτωλίας ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἐκτίσθαι, ἧς Ὅμηρος (Β 682) μνημονεύει· ‘οἵ τ’ Ἄλον εἶχον’.

482b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-287

b. 〈Ἀλωιάδας:〉 τοὺς Ἀλωέως. S m

483. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-288

483. οὐδ’ ὅσον: οὐδὲ ὀλίγον. L g (S g) (P)

485. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-289

485. ἐκ δ’ ἐγέλασσε: καὶ τοῦτο κουφότητος σημεῖον, εἴγε καὶ Ἰσοκράτης (Ad Demon. 15) φησί· ‘μήτε γέλωτα προπετῆ στέργε’.

486a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-290

486 a. κερτομίοισιν: εἰρωνευτικοῖς, τὸ κέαρ τέμνειν καὶ λυπεῖν δυναμένοις. ἐπιλλίζων δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπιμωκώμενος· ἔπιλλοι γὰρ οἱ στραβοί.

486b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-291

b. 〈ἐπιλλίζων:〉 ἀγρίως βλέπων. S g

487-89a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-292

487—89 a. ἄγρει νυν: δι’ ἀμφοτέρων ἐπισκώπτει τὸν Ἴδμονα, πρῶτον μὲν ὡς ἀτεχνῆ μάντιν, δεύτερον δὲ ὡς μέγα φρονοῦντα ἐπὶ Ἀπόλλωνι τῷ πατρὶ ὡς μέγα δυναμένῳ τοὺς αὐθάδεις καθαιρεῖν.
τοῦτο δὲ μετὰ ἀπειλῆς δρᾷ λοιδορῶν.

487-89b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-293

b. 〈ἐνίεπε:〉 ἔνειπε. S g

487-89c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-294

c. 〈πατὴρ τεός:〉 Ἀπόλλων. S m

491a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-295

491 a. τὸ δὲ χρειὼ δηλοῖ καὶ τὸ κατὰ χρείαν καὶ μοῖραν λε- γόμενον καὶ τὸ μέλλον. P

491b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-296

b. 〈χρειώ:〉 μαντείαν. S m

491c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-297

c. χρειὼ θεσπίζων μεταμώλιον: μεταμελείας ἄξιον. γρά- φεται δὲ καὶ μεταμώνιον , ὅ ἐστι μάταιον, μετὰ ἀνέμων φερόμενον. ἀπὸ γενικῆς πληθυντικῆς γίνεται κτητικὸς τύπος εἰς -ιος τῷ ῑ παραληγό- μενος, οἷον ἄλλων ἀλλώνιος, ἀνέμων ἀνεμώνιος.

492. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-298

492. χώετ’ ἐνιπτάζων: ἐχολοῦτο καὶ ὠργίζετο κακολογῶν καὶ
μεμφόμενος.

494-95. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-299

494—95. λαιῇ: κατ’ εὐφημισμὸν τῇ ἀριστερᾷ. πείραζεν δὲ ἀντὶ τοῦ ἥρμοττεν. περιττὴ δὲ ἡ ἀνά · τὸ γὰρ ἑξῆς· καὶ Ὀρφεὺς δέ. εἰ μὴ ἄρα ἐκ τῆς ἀνά τὸ ἀναστὰς λέγει· ἀναστὰς δὲ καὶ ὁ Ὀρφεύς. τοῦτο δὲ ποιεῖ, ἵνα τὰς στάσεις καὶ τὰς φιλονεικίας τῇ ἑαυτοῦ μουσικῇ
καταπαύσῃ.

496-98a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-300

496—98 a. ἤειδεν δ’ ὡς γαῖα: τὴν πρώτην σύγχυσιν τῶν στοι- χείων ᾄδειν βούλεται, ὡς ἔκ τινος φιλονεικίας τὸ ἴδιον ἕκαστον μετέσχεν καὶ τάξιν ἔλαβεν. οἰκεία δὲ καὶ τοῖς ὑποκειμένοις πράγμασιν ἡ ᾠδή, ὅτι πρέπον ἐστὶ τῆς μάχης παύσασθαι καὶ εἰς τὴν οἰκείαν διάθεσιν ἐπα-
νιέναι.

496-98b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-301

b. νείκεος ἐξ ὀλοοῖο: Ἐμπεδοκλῆς (cf. 31 B 17 sqq. Diels- Kranz) φησιν, ὅτι συγκεχυμένων ἁπάντων τὸ πρότερον νεῖκος καὶ φιλία παραπεμφθέντα τὴν διάκρισιν ἐποιήσαντο, χωρὶς δὲ τούτων οὐδὲν δύ-

496-98b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-302

ναται γενέσθαι· ᾧ ἕπεται, ὡς εἰκός, καὶ Ἀπολλώνιος. ὁ δὲ θαλῆς (cf. 11 A 12 Diels-Kranz) ἀρχὴν ὑπεστήσατο πάντων 〈τὸ〉 ὕδωρ, λαβὼν παρὰ τοῦ ποιητοῦ λέγοντος (H 99)· ‘ἀλλ’ ὑμεῖς πάντες ὕδωρ καὶ γαῖα γέ- νοισθε’. καὶ Ζήνων (fg 104 Arn.) δὲ τὸ παρ’ Ἡσιόδῳ (Theog. 116 sq.) χάος ὕδωρ εἶναί φησιν, οὗ συνιζάνοντος ἰλὺν γίνεσθαι, ἧς πηγνυμένης ἡ
γῆ στερεμνιοῦται· τρίτον δὲ ἔρωτα γεγονέναι καθ’ Ἡσίοδον (ib. 120), ἵνα τὸ πῦρ παραστήσῃ· πυρωδέστερον γὰρ πάθος ὁ ἔρως. Ἀναξα- γόρας (cf. 59 Α 72 Diels-Kranz) δὲ μύδρον εἶναι τὸν ἥλιόν φησιν, ἐξ οὗ τὰ πάντα γίνεσθαι. διὸ καὶ Εὐριπίδης (Or. 983) γνώριμος αὐτῷ γεγονὼς φησι χρυσέαν βῶλον τὸν ἥλιον εἶναι. τὴν δὲ σελήνην ὁ
αὐτὸς Ἀναξαγόρας (59 Α 77 Diels-Kranz) χώραν πλατεῖαν ἀποφαίνει, ἐξ ἧς δοκεῖ ὁ Νεμεαῖος λέων πεπτωκέναι.

501. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-303

501. οὔρεα: Δοῦρις (76 fg 87 J.) φησι τοὺς ὑπὸ τῶν Γιγάντων κατενεχθέντας λίθους, τοὺς μὲν εἰς τὴν θάλασσαν πεσόντας γενέσθαι νήσους, τοὺς δὲ εἰς τὴν γῆν ὄρη.

509. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-304

509. Δικταῖον: τὸ Κρητικόν, ἔνθα ἀνετράφη ὁ Ζεύς, ὡς καὶ Καλλίμαχος (Hymn. I 4 sqq.) ἱστορεῖ.

513-15a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-305

513—15 a. τοὶ δ’ ἄμοτον: ἀντὶ τοῦ ἀμότως καὶ ἀκορέστως. ὁ δὲ νοῦς· λήξαντος δὲ τῆς ᾠδῆς ἀπλήρωτοι αὐτῆς ὄντες ἔτι προετετά- κεισαν τὰς κεφαλὰς ἀνατετακότες τὰ ὦτα καὶ ἠρεμοῦντες ἐν ἡσυχίᾳ·
τοιαύτῃ ἡδονῇ συνείχοντο.

513-15b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-306

b. τοῖόν σφιν: τοιαύτην ἐπέθηκεν ἡδονὴν τοῖς ἀκούουσιν αὐ- τοῦ. L

516-18a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-307

516—18 a. οὐδ’ ἐπιδὴν μετέπειτ〈α〉: οὕτως ἀναστρεπτέον τὴν φράσιν· ἔπειτα οὐκ ἐπιδὴν οὐδὲ μετὰ χρόνον κεράσαντες, ἀντὶ
τοῦ εὐθέως καὶ μετολίγον.

516-18b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-308

b. 〈ἡ θέμις:〉 ὅτι ἔθος ἦν τοῖς παλαιοῖς κρατῆρα κιρνᾶν, ὅτε μέλλοιεν καθεύδειν, καὶ τὰς γλώσσας τῶν ἱερείων ἐπιθύειν τῷ Ἑρμῇ καὶ

516-18b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-309

ἐπισπένδειν οἶνον. καὶ ἴσως φυσικῶς. ἐπεὶ γὰρ Ἑρμῆς λόγος εἶναι παραδέδοται, ὄργανον δὲ αὐτοῦ ἡ γλῶσσα, ἥτις ὕπνου ἐπιπεσόντος ἠρε- μεῖ, εἰκότως τῷ Ἑρμῇ αὐτὴν θύουσιν. καὶ Ὅμηρος (γ 332) ‘ἀλλ’ ἄγε τάμνετε γλώσσας’ ἀντὶ τοῦ παύετε τοὺς λόγους.

516-18c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-310

c. ἡ θέμις ἐστί: Διευχίδας ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς (fg 8 M. IV
390) ἱστορεῖ, ὅτι Ἀλκάθους ὁ Πέλοπος διὰ τὸν Χρυσίππου φόνον φυγα- δευθεὶς ἐκ τῶν Μυκηνῶν ἤρχετο κατοικήσων εἰς ἑτέραν πόλιν. ὡς δὲ περιέπεσε λέοντι λυμαινομένῳ τὰ Μέγαρα, ἐφ’ ὃν καὶ ἕτεροι ἦσαν ἀπε- σταλμένοι ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Μεγάρων, καταγωνίζεται τοῦτον καὶ τὴν γλῶτταν αὐτοῦ εἰς πήραν θέμενος ἤρχετο πάλιν εἰς τὰ Μέγαρα.
καὶ ἀπαγγελλόντων τῶν ἀπεσταλμένων ἐπὶ τὴν θήραν, ὅτι αὐτοί εἰσιν οἱ κατηγωνισμένοι, προσκομίσας τὴν πήραν ἤλεγξεν αὐτούς. διόπερ θύσας τοῖς θεοῖς ὁ βασιλεὺς τὸ τελευταῖον τὴν γλῶσσαν ἐπέθηκεν τοῖς βωμοῖς, καὶ ἀπὸ τότε ἔθος τοῦτο διέμεινε Μεγαρεῦσι. Φιλόχορος δὲ ἐν τῷ Περὶ θυσιῶν (fg 173 M. I 413) φησίν, ὅτι τὸ κάλλιστον τοῦ σώ-
ματος καὶ πρωτεῦόν ἐστι. καὶ Ὅμηρος (γ 341) ‘γλώσσας δ’ ἐν πυρὶ βάλλον’.

516-18d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-311

d. [κηληθμῷ:] ἐν δὲ τῇ προεκδόσει μετὰ τοῦτο γέγραπται·
‘ἦμος δὲ τριτάτη φάνη ἠὼς τῇδ’ ἐπὶ νυκτί

βουθύσιον Ἑκάτοιο καταυτόθι δαινυμένοισι,
τῆμος ἄρ ἐκ Διόθεν πνοιὴ πέσεν, ὦρτο δὲ Τῖφυς
κεκλόμενος βαίνειν ἐπὶ σέλμασι. τοὶ δ’ ἀΐοντες 〈...〉.’
ἑξῆς δὲ τῶν ἐκκειμένων ‘σμερδαλέον δὲ λιμήν’ (ν. 524).

525. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-312

525. 〈ἐπισπέρχουσα:〉 προτρεπομένη. L g

526-27. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-313

526—27. ἐν γάρ οἱ δόρυ: πιθανῶς ἐκ τῆς Δωδωνίδος φησὶ δρυὸς τὸ ξύλον εἶναι ἐν τῇ Ἀργοῖ τὸ φωνῆεν, ἐπεὶ καὶ αὕτη ἐφθέγγετο, ὡς φησιν Ὅμηρος (Ξ 327 sq.)· ‘ὄφρα θεοῖο ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο βουλὴν ἐπακούσοι.’

528. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-314

528. οἱ δ’ ἀνὰ σέλματα: τὰς τῶν ἐρετῶν καθέδρας, τὰ σελι-
δώματα. καθόλου δὲ τὸ πλατὺ ξύλον σέλμα λέγεται καὶ σελίδωμα, ὅθεν καὶ τὰς σελίδας τῶν ῥαψῳδιῶν διὰ τὸ πλάτος φαμέν.

530. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-315

530. 〈ἔντεσιν:〉 νῦν ταῖς κώπαις. L g

532-33. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-316

532—33. ποσσὶν ὑπεκλύσθ〈η〉: καὶ αὐτῷ ἐπικαθεσθέντι κά- τωθεν παρὰ τοῖς ποσὶ μᾶλλον ἐπεκλύσθη ἡ τρόπις τῆς νεὼς καὶ ἐν
βάθει τῆς θαλάσσης ἐγένετο τῷ βάρει τοῦ ἥρωος.

536-41a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-317

536—41 a. ἢ ἐνὶ Πυθοῖ 〈ἢ που ἐν Ὀρτυγίῃ〉: ἐν τῇ Δήλῳ. τὸ δὲ ἑξῆς οὕτως· καθάπερ ἠΐθεοι ἐν Δελφοῖς ἢ ἐν Δήλῳ ἢ ἐπὶ Ἰσμηνῷ περὶ τὸν βωμὸν τοῦ Ἀπόλλωνος χορὸν στήσαντες πρὸς τὸ τῆς κιθάρας μέλος ἡρμοσμένως 〈τὴν γῆν〉 κροτοῦσι τοῖς ποσίν, οὕτω καὶ
οὗτοι τῇ τοῦ Ὀρφέως κιθάρᾳ κηλούμενοι σφοδρότερον πρὸς τὴν κωπη- λασίαν ἤεσκαν. τὸ δὲ ἑξῆς
ὁμαρτῇ ῥήσσωσιν . ἡ δὲ ὑπὸ πρόθεσις παρήκται ὡς παρ’ Ὁμήρῳ (Β 824) ‘ὑπαὶ πόδα νείατον Ἴδης.’

536-41b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-318

b. Ἰσμηνοῖο: Ἰσμηνὸς ποταμὸς Βοιωτίας, ἐφ’ ᾧ Ἰσμηνίου Ἀπόλ- λωνος ἱερόν. L m P

536-41c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-319

c. 〈ἐπὶ δὲ ῥόθια κλύζοντο:〉 ἀντὶ τοῦ· ἐπεκλύζοντο δὲ τὰ κύματα. L g

542a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-320

542 a. 〈ἀφρῷ:〉 ἀντὶ τοῦ μετὰ ἀφροῦ. L g

542b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-321

b. κήκιεν ἄλμ〈η〉: ἀνεδίδοτο καὶ ἀνεπήδα ἑκατέρωθεν τῆς νεὼς ἡ θάλασσα. L

543. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-322

543. μορμύρου〈σα〉: δεινῶς ταρασσομένη καὶ κινουμένη φο- βερῶς. ἐν δὲ τῇ προεκδόσει·
‘μορφύρουσα τυπήσιν ἐρισθενέων †μένει† ἀνδρῶν’.

544. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-323

544. στράπτε δ’ ὑπ’ ἠελ〈ίῳ〉: εἰς κόσμον τῆς νεὼς εἰώθασιν ὅπλα περιτιθέναι.

545-46. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-324

545—46. μακραὶ δ’ αἰὲν ἐλ〈ευκαίνοντο〉: ὁ νοῦς· ἐλευ- καίνετο δὲ τὸ ὕδωρ καθάπερ ἀτραπὸς διὰ χλοηφοροῦντος πεδίου. ἢ ἄλλως· ὡς δήλη ἐστὶν ἡ ὁδὸς πεδίου μεταξὺ χλοηφόρου, οὕτω καὶ ὁ τύπος τῆς νεὼς ἐφαίνετο.

547-48. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-325

547—48. ἡμιθέων ἀνδρῶν: διὰ τούτου ἐβεβαιώσατο καὶ τοὺς
θεοὺς σκοπεῖν καὶ θαυμάζειν τὸν πλοῦν· οὐ γὰρ ἁπλῶς τινες ναῦται ἦσαν, ἀλλ’ ἡμίθεοι. τὸ δὲ
νῆα πρὸς πᾶν θαῦμα κεῖται ὑπὸ Ἀθηνᾶς εἰργασμένης.

551a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-326

551 a. Ἀθ〈ηναίης〉 Ἰτωνίδος: Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἐστιν ἱερόν ἐν Κορωνείᾳ τῆς Βοιωτίας. ὁ μέντοι Ἀπολλώνιος οὐκ ἂν λέγοι τὴν
Ἀθηνᾶν ἐπὶ κατασκευῇ τῆς Ἀργοῦς ἀπὸ τῆς ἐν Κορωνείᾳ ἐπικλήσεως, μᾶλλον δὲ ἀπὸ θεσσαλικῆς Ἰτωνίας, περὶ ἧς Ἑκαταῖος μὲν ἐν τῇ α' τῶν Ἱστοριῶν (1 fg 2 J.) λέγει· Ἀρμενίδας δὲ ἐν τοῖς θηβαϊκοῖς (fg 1 M. IV 339) Ἀμφικτύονος υἱὸν Ἴτωνον ἐν θεσσαλίᾳ γεννηθῆναι, ἀφ’ οὗ Ἴτων πόλις καὶ Ἰτωνὶς Ἀθηνά. μέμνηται καὶ Ἀλέξανδρος ἐν τῷ α' τῶν
Κορίννης (fg 30 B. III 551) ὑπομνημάτων (fg 53 M. III 234).

551b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-327

b. Τριτωνίδος: γράφεται Ἰτωνίδος. L gP

554. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-328

554. πολιῇ δ’ ἐπὶ κύματος ἀγῇ: τῷ αἰγιαλῷ, ἔνθα τὰ κύ- ματα περιάγνυται.
Σουίδας δὲ ἐν θεσσαλικοῖς (fg 1 M. II 464) φησιν Ἰξίονος υἱὸν
εἶναι Χείρωνα ὥσπερ καὶ τοὺς λοιποὺς τῶν Κενταύρων. ὁ δὲ τὴν Γι- γαντομαχίαν ποιήσας (Titanomachiae fg 7 K.) φησίν, ὅτι Κρόνος μετα-

554_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-329

μορφωθεὶς εἰς ἵππον ἐμίγη Φιλύρᾳ τῇ Ὠκεανοῦ, διόπερ καὶ ἱπποκένταυρος ἐγεννήθη Χείρων. τούτου δὲ γυνὴ Χαρικλώ. εἰκότως δὲ παρεισήνεγκεν εἰκόνα τοῦ Χείρωνος, καὶ ὅτι φιλάνθρωπος δικαιότατός τε Κενταύρων, καὶ διὰ τὴν οἰκειότητα τὴν πρὸς τὸν Ἰάσονα· παρ’ αὐτοῦ γὰρ ἔμαθε τὴν ἰατρικήν, ὅθεν καὶ Ἰάσων ἐκλήθη, παρὰ τὴν ἴασιν.

555. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-330

555. 〈τέγγε:〉 ἔβρεχε. L g

557. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-331

557. 〈ἐπωλένιον φορέουσα:〉 ἐπὶ χειρὸς ἔχουσα. L g

558. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-332

558. Πηλείδην Ἀχιλ〈ήα〉: ἠκολούθησεν Ἀπολλώνιος τοῖς μεθ’ Ὅμηρον ποιηταῖς ὑπὸ Χείρωνος λέγων τὸν Ἀχιλλέα τραφῆναι. δια- πεφωνήκασι δέ τινες καὶ περὶ τῆς Ἀχιλλέως μητρός, καθάπερ Λυσίμαχος
ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Νόστων (fg 11 M. III 338), κατὰ λέξιν λέγων· ‘Σουίδας (fg 6 M. II 465) γὰρ καὶ Ἀριστοτέλης ὁ περὶ Εὐβοίας πεπραγματευμένος (M. II 142) καὶ ὁ τοὺς Φρυγίους λόγους γράψας (cf. 595 B 299e Diels) καὶ Δαΐμαχος (65 fg 2 J.) καὶ Διο- νύσιος ὁ Χαλκιδεὺς (fg 6 M. IV 394) οὐ τὴν περὶ Ἀχιλλέως διεσπαρ-
μένην ἀφείκασιν μένειν ἐπὶ χώρας δόξαν, ἀλλὰ τοὐναντίον οἱ μὲν ἐκ θέτιδος αὐτὸν νομίζουσι γεγονέναι τῆς Χείρωνος, Δαΐμαχος (v. supra) δὲ ἐκ Φιλομήλας τῆς Ἄκτορος’.

559. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-333

559. περιηγέα: τὴν καμπὰς ἔχουσαν. L g (P)

563. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-334

563. μεσόδμη: ἡ ἱστοθήκη, ὅπου τίθεται ὁ ἱστὸς καὶ κλίνεται.

564-67a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-335

564—67 a. πρότονοι οἱ ἀπὸ τοῦ ἱστοῦ ἐκτεινόμενοι κάλοι ἐπὶ πρώραν καὶ πρύμναν.

564-67b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-336

b. ἠλακάτη τὸ τοῦ ἱστοῦ λεπτότατον καὶ ἀνώτατον, ὑπὲρ ὅ ἐστι τὸ καρχήσιον. ἕως οὖν, φησί, τοῦ ἄκρου τοῦ ἱστοῦ ἀνείλκυσαν τὰ ἄρμενα.

564-67b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-337 διακριδὸν δὲ διόλου ἢ διατεταμένως. περόνῃσι δὲ τοῖς πασσάλοις τοῖς κατὰ τὰ σανιδώματα καὶ τοὺς τῆς νεὼς τοίχους, ἐφ᾽ ὧν τὰ τοῦ ἀρμένου σχοινία δεσμεύουσιν. 217

564-67c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-338 ἐπ᾽ ἰκριόφιν: τὸ ἴκριον τοῦ ἱστοῦ μέρος. φησὶ δὲ Ἐρατοσθένης ἐν τῷ Ἀρχιτεκτονικῷ (fg 60 Strecker):

“ἱστός· πτέρνη, καρχήσιον, θωράκιον, ἠλακάτη, κεραία, ἴκριον”
. βέλτιον δὲ νοεῖν ἴκριον τὴν καλουμένην κεραίαν, ἧς τὰ ἄκρα ἀκροκέραια†. κάλωες δέ, δι᾽ ὧν στέλλεται τὸ ἱστίον, διὰ κρίκων διειλημμένοι. τούτων δὲ οἱ κάλοι, οἷς κατάγεται τὸ ἱστίον, μέσουροι λέγονται, οἱ δὲ ἑλκόμενοι εἰς πρώραν 〈καὶ πρύμναν〉 ἐξ ἑκατέρου μέρους τοῦ ἱστοῦ πρότονοι, οἱ δὲ κατὰ τὰς γωνίας πόδες· ἑξῆς τούτων πρόποδες, μεθ᾽ οὕς εἰσιν οἱ τέρθριοι λεγόμενοι, εἶτα μέσοι. ἠλακάτη δὲ τὸ ἀνώτατον τοῦ ἱστοῦ μέρος, ὥς φησιν Ἐρατοσθένης (v. supra). 218 219 220 221 222 223 224 225

564-67d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-339 κάλωας ἀπ᾽ εὐθείας τῆς κάλως κατὰ Ἀττικούς. 226

568. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-340 Τισαίη ἀκρωτήριον θεσσαλίας ἢ Μαγνησίας, τινὲς δὲ τῆς θεσπρωτίας. 227

569. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-341 εὐθήμονι: εὖ διατεθειμένῃ, εὐρύθμῳ, εὐποιήτῳ· θεῖναι γὰρ τὸ ποιῆσαι. 228

570a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-342 〈νηοσσόον:〉 τὰς ναῦς σῴζουσαν. L g

570b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-343 νηοσσόον δέ φησι τὴν Ἄρτεμιν ἢ διὰ τὸ σῴζειν τὰς ναῦς ἢ διὰ τὸ σεύειν καὶ κινεῖν αὐτάς. P 229

571. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-344 〈Ἄρτεμιν:〉 τὴν Ἄρτεμιν ὑμνεῖ διὰ τὸ τὸν τόπον ἱερὸν αὐτῆς εἶναι. L m (P)

573—74. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-345 ἄπλετοι: ἀπροσπέλαστοι, μεγάλοι. διασκαίροντες δὲ διαψαίροντες, νηχόμενοι. διὰ δὲ τοῦ ἄμμιγα 〈παύροις〉 τὸ τοῦ μέλους θελκτικὸν σημαίνει, οἱονεὶ μηκέτι αὐτοὺς βλάπτοντες, ἀλλὰ μεθ᾽ ἡσυχίας ἑπόμενοι. 230

577. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-346 〈ὁ δέ τ᾽ εἶσι πάρος:〉 προπορεύεται ὁ ποιμήν. L g 231

578. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935g-com-grc1-347 νόμιον μέλ〈ος〉: ποιμενικόν, παρὰ τοὺς νομέας. ἢ νόμιον μέλος ὕμνος παρὰ τοῖς ἀρχαίοις οὕτω λεγόμενος.

Commentary (Carolus Wendel, 1935/2026, translated by deepseek-v4-pro) (OCR draft) () focus

1-4a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-1

1—4 a. Ἀρχόμενος: ἀπὸ περιεκτικοῦ ῥήματος ἡ μετοχὴ ἐσχημάτισται. περιεκτικὰ δέ εἰσιν, ὅσα 〈καὶ〉 δρᾶσίν καὶ πάθος ἐμφαίνουσιν, οἷον βιάζομαι, δωροῦμαι, σφαγιάζομαι. οὕτω καὶ τὸ ἄρχομαι τὸ
μὲν τι σημαίνει ‘ἀπὸ σοῦ τὴν ἀρχὴν ποιοῦμαι’ — ἔθος γὰρ ἀπὸ θεῶν προοιμιάζεσθαι· ‘ἐκ Διὸς ἀρχώμεσθα’ (Arat. Phaen. 1; Theocr. XVII 1) —, τὸ δέ τι σημαίνει ‘ἀρχαιρεσιαζόμενος ὑπὸ σοῦ’ οἷον ἐνθουσιῶν. παραπλησίως γὰρ τοὺς ποιητὰς τοῖς μαινομένοις ἐνθουσιᾶν 〈λέγεται〉. κέχρηται δὲ ἐπὶ τοῦ
ἀρχόμενος παρατατικοῦ μετοχῇ, ἀντὶ τοῦ ἀρξά-
μενος.


1-4a. Beginning: the participle is formed from a verb of encompassing sense. Encompassing verbs are those that indicate both action and passion, such as βιάζομαι, δωροῦμαι, σφαγιάζομαι. Thus also ἄρχομαι signifies on the one hand 'I make a beginning from you' — for it is customary to begin with the gods: 'let us begin from Zeus' (Arat. Phaen. 1; Theocr. XVII 1) —, and on the other hand it signifies 'being inspired by you', as if being filled with divine frenzy. For poets are said to be inspired like madmen. He uses the present participle ἀρχόμενος instead of ἀρξάμενος.

1-4b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-2

b. ὁ λόγος· ἀρχαιρεσιασθεὶς ὑπὸ σοῦ, Ἄπολλον, τὸ κλέος τῶν ἡρώων εἰς μνήμην ἄξω τῶν κατὰ τὸν Πελίαν 〈...〉. L mP


b. The meaning: having been inspired by you, Apollo, I will bring to memory the glory of the heroes of the time of Pelias 〈...〉. LmP

1-4c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-3

c. παλαιγενέων: διαφέρει τὸ παλαιὸν τοῦ ἀρχαίου. τὸ μὲν γὰρ παλαιὸν καὶ ἀρχαῖον, τὸ δὲ ἀρχαῖον οὐκ ἔστι παλαιόν. τὸ γὰρ
ἀρχαῖον ἀναφέρει 〈εἰς〉 τὸ ἀρχῆς ἔχεσθαι.


c. παλαιγενέων: παλαιόν differs from ἀρχαῖον. For παλαιόν is also ἀρχαῖον, but ἀρχαῖον is not παλαιόν. For ἀρχαῖον refers to being connected with a beginning.

1-4d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-4

d. ἐύζυγον: εὐκάθεδρον. L gP


d. ἐύζυγον: well-benched. LgP

1-4e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-5

e. ἤλασαν Ἀργώ: ὁ μὲν Ἀπολλώνιος καλεῖ τὴν Ἀργὼ ἀπὸ Ἄργου τοῦ κατασκευάσαντος, Φερεκύδης (3 fg 106 J.) δὲ ἀπὸ Ἄργου


e. ἤλασαν Ἀργώ: Apollonius calls the Argo after Argus the builder, but Pherecydes (3 fg 106 J.) after Argus

1-4e_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-6

τοῦ Φρίξου υἱοῦ. ταύτην δὲ λέγουσι πρώτην ναῦν γεγενῆσθαι. ἄλλοι δὲ λέγουσιν, 〈ὅτι〉 Δαναὸς διωκόμενος ὑπὸ Αἰγύπτου 〈τὴν〉 πρώτην κατεσκεύασε, ὅθεν καὶ Δαναῒς ἐκλήθη.


the son of Phrixus. They say that this was the first ship. But others say that Danaus, fleeing from Aegyptus, built the first ship, whence it was also called Danaïs.

23-25a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-13

23—25 a. πρῶτά νυν Ὀρφῆος: Ἡρόδωρος (31 fg 42 J.) δύο εἶναι Ὀρφεῖς φησιν, ὧν τὸν ἕτερον συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις.


23-25a. πρῶτά νυν Ὀρφῆος: Herodorus (31 fg 42 J.) says that there were two Orpheuses, of whom one sailed with the Argonauts.

23-25a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-14

Φερεκύδης ἐν τῇ ς’ (3 fg 26 J.) Φιλάμμωνά φησι καὶ οὐκ Ὀρφέα συμπεπλευκέναι. ἔστι δέ, ὡς Ἀσκληπιάδης (12 fg 6 c J.), Ἀπόλλωνος καὶ Καλλιόπης· ἔνιοι δὲ ἀπὸ Οἰάγρου καὶ Πολυμνίας.


Pherecydes in the sixth book (3 fg 26 J.) says that Philammon, not Orpheus, sailed with them. He is, as Asclepiades (12 fg 6 c J.) says, the son of Apollo and Calliope; but some say of Oeagrus and Polymnia.
ζητεῖται δέ, διὰ τί Ὀρφεὺς ἀσθενὴς ὢν συνέπλει τοῖς ἥρωσιν· ὅτι
μάντις ὢν ὁ Χείρων ἔχρησε δύνασθαι καὶ τὰς Σειρῆνας παρελθεῖν αὐτοὺς Ὀρφέως συμπλέοντος.


It is asked why Orpheus, being weak, sailed with the heroes; because Chiron, being a seer, prophesied that they would be able to pass the Sirens if Orpheus sailed with them.

23-25b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-15

b. 〈σκοπιῆς〉 Πιμπληίδος ἄγχι τεκ〈έσθαι〉: Πίμπλεια χωρίον κατὰ Πιερίαν· οἱ δὲ ὄρος Θράκης, οἱ δὲ κρήνην καὶ κώμην τῆς Πιερίας.


b. 〈σκοπιῆς〉 Πιμπληίδος ἄγχι τεκ〈έσθαι〉: Pimpleia is a place in Pieria; but some say a mountain of Thrace, others a spring and village of Pieria.

31-34a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-19

31—34 a. Πιερίηθεν: Πιερία ὄρος Θράκης, ἐν ᾗ διέτριβεν
Ὀρφεύς. φησὶ δὲ Ἡρόδωρος (31 fg 43 a J.), ὅτι παρήνησεν ὁ Χείρων τῷ Ἰάσονι, ὅπως τὸν Ὀρφέα σὺν τοῖς Ἀργοναύταις παραλάβῃ.


31-34a. From Pieria: Pieria is a mountain of Thrace, where Orpheus spent his time. Herodorus says (31 fr. 43a J.) that Chiron advised Jason to take Orpheus along with the Argonauts.

31-34b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-20

b. 〈τοῖον:〉 οἷον εἴπομεν δηλονότι. L g


b. Such: namely, as we have said. Lg

31-34c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-21

c. Βιστωνίδι κοιρανέοντα: γράφεται καὶ Βιστῶνι τε κοιρανέοντα. L mP


c. Ruling over Bistonian: it is also written 'and ruling over Bistonians'. LmP

35. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-22

35. 〈αὐτοσχεδόν:〉 ἀντὶ τοῦ παραχρῆμα, εὐθέως. L g


35. On the spot: meaning immediately, at once. Lg

37-38a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-23

37—38 a. 〈Πειρεσιάς:〉 ὄνομα πόλεως· ὡς Ἐρυθραὶ καὶ Πειρεσιαί. L g


37-38a. Peiresiae: name of a city; like Erythrae and Peiresiae. Lg

37-38b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-24

b. Ἀπιδανός τε μέγας καὶ δ〈ῖος〉: Ἀπιδανὸς καὶ Ἐνιπεὺς ἀμφότεροι Θεσσαλίας ποταμοί. τὸ δὲ Φυλλήιον ὄρος Μαγνησίας.


b. Great Apidanus and divine: Apidanus and Enipeus are both rivers of Thessaly. The Phyllaean mountain is in Magnesia.

37-38c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-25

c. ἡ δὲ Πειρεσία χώρα ἢ πόλις, ἧς ἐγγὺς ἦν τὸ Φυλλεῖον. P


c. Peiresia is a region or city, near which was the Phylleian. P

40-41. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-26

40—41. Λάρισαν δ’ ἐπὶ τοῖ〈σι〉: Λάρισαν τὴν Θεσσαλίας λέγει, ἣν ἔκτισεν Ἀκρίσιος, ἥτις ὠνομάσθη ἀπὸ Λαρίσης τῆς Πελασγοῦ, ὡς φησιν Ἑλλάνικος (4 fg 91 J.). εἰσὶ δὲ Λάρισαι τρεῖς· ἀρχαιοτάτη μὲν ἡ Ἀργειῶτις, ἥτις ἐστὶν αὐτὴ ἡ ἀκρόπολις· δευτέρα δὲ ἡ ἐν τῷ Πελασγικῷ τῆς Θεσσαλίας, ἣν Ὅμηρος (Β 738) Ἄργισσάν φησι, πλησίον
οὖσα τῆς Γυρτώνης, ἧς νῦν ὁ Ἀπολλώνιος μέμνηται· ἔστι δὲ καὶ περὶ Τροίαν, ἧς Ὅμηρος (Β 840 sq.) μνημονεύει· ‘φῦλα Πελασγῶν τῶν, οἳ Λάρισαν’. τὸν δὲ Πολύφημον Ἐλάτου παῖδα εἶπεν Ἀπολλώνιος, Σωκράτης (fg 10 M. IV 498) δὲ καὶ Εὐφορίων (fg 87 Scheidw.) Ποσειδῶνος. οἱ δὲ Λαπίθαι ἀπὸ Λαπίθου τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ
Στίλβης νύμφης ὠνομάσθησαν.


40-41. And after them Larisa: He means Larisa in Thessaly, which Acrisius founded, and which was named after Larisa, daughter of Pelasgus, as Hellanicus says (4 fr. 91 J.). There are three Larisas: the oldest is the Argive one, which is the acropolis itself; the second is in the Pelasgian part of Thessaly, which Homer (B 738) calls Argissa, being near Gyrtone, which Apollonius now mentions; there is also one near Troy, which Homer (B 840f.) mentions: 'the tribes of Pelasgians, those who [dwelt in] Larisa'. Apollonius said that Polyphemus was the son of Elatus, but Socrates (fr. 10 M. IV 498) and Euphorion (fr. 87 Scheidw.) say he was the son of Poseidon. The Lapiths were named after Lapithes, son of Apollo and the nymph Stilbe.

45-47a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-27

45—47 a. οὐδὲ μὲν Ἴφικλος: οὔτε Ὅμηρος οὔτε Ἡσίοδος (fg 50 Rz. 2) οὔτε Φερεκύδης (3 fg 110 J.) λέγουσι τὸν Ἴφικλον συμπεπλευκέναι τοῖς Ἀργοναύταις. ὅτι δὲ μητρὸς ἦν Ἀλκιμέδης ὁ Ἰάσων, Φερεκύδης (3 fg 104 a J.) μὲν συμφωνεῖ τῷ Ἀπολλωνίῳ. Ἡρόδωρος
(31 fg 40 J.) δὲ Πολυφήμην τὴν Αὐτολύκου φησὶν Ἰάσονος εἶναι μητέρα. Ἄνδρων δὲ ἐν τῇ ἐπιτομῇ τῶν Συγγενειῶν (10 fg 5 J.) Αἴσονος καὶ


45-47a. Nor indeed Iphiclus: Neither Homer nor Hesiod (fr. 50 Rz.2) nor Pherecydes (3 fr. 110 J.) say that Iphiclus sailed with the Argonauts. That Jason's mother was Alcimede, Pherecydes (3 fr. 104a J.) agrees with Apollonius. But Herodorus (31 fr. 40 J.) says that Polypheme, daughter of Autolycus, was Jason's mother. Andron in his Epitome of Kinships (10 fr. 5 J.) says that Aeson and

45-47a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-28

Θεογνήτης τῆς Λαοδίκου 〈φησὶν Ἰάσονα γεγονέναι υἱόν〉.


Theognete, daughter of Laodicus, (he says Jason was the son).

45-47b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-29

b. τὸν δὲ Ἴφικλον Ἡσίοδος (fg 117 Rz. 2) ἐπὶ πυρίνων ἀθέρων τρέχειν φησίν, Δημαρέτης (42 fg 1 J.) δὲ ἐπὶ τῆς θαλάσσης. ἔστι δὲ υἱὸς Φυλάκου καὶ Κλυμένης τῆς Μινύου.


b. Hesiod (fr. 117 Rz.²) says that Iphiclus ran over wheat ears, but Demarete (42 fr. 1 J.) says over the sea. He is the son of Phylacus and Clymene, daughter of Minyas.

45-47c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-30

c. ὁ δὲ τρόπος ἀντίφρασις. ἀντὶ τοῦ ‘ταχέως δὲ ὁ Ἴφικλος ἦλθεν’· ‘οὐ πολὺν χρόνον ἔμεινεν ἐν Φυλάκῃ’.


c. The figure is antiphrasis. Instead of “swiftly Iphiclus came”: “he did not remain long in Phylace.”

45-47d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-31

d. 〈μήτρως:〉 ὁ θεῖος. L gr


d. 〈μήτρως:〉 uncle. Lgr

45-47e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-32

e. κασιγνήτην γὰρ ὄπυιεν: διὰ τοῦ παρεπομένου τὸ προηγούμενον δηλοῖ.


e. “For he married his sister”: through the attendant circumstance he indicates the preceding action.

45-47f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-33

f. 〈ὄπυιεν:〉 τὸ ἐγεγαμήκει· ἤτοι ἀπὸ τῶν ὠπῶν ἐσχηματισμένης
τῆς λέξεως, ὅ ἐστιν ὀφθαλμῶν· ἢ ἀπὸ τοῦ
ὄπτω καὶ ἐπιτηρῶ· ἢ ἀπὸ τῆς ὀπός, τῆς φωνῆς, διὰ τὰς τῶν ἀνδρῶν πρὸς τὰς γυναῖκας ὁμιλίας, ἀφ’ οὗ καὶ ‘ὄαροι’ (I 327) αἱ γυναῖκες.


f. 〈ὄπυιεν:〉 “he had married”: either the word is formed from ὠπή, that is, “eyes”; or from ὄπτω and ἐπιτηρῶ, “I watch”; or from ὄψ, “voice,” because of the conversations of men with women, from which also women are called ὄαροι (I 327).

48a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-34

48 a. 〈πηοσύνη:〉 συγγένεια L g.


48 a. 〈πηοσύνη:〉 kinship. Lg.

48b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-35

b. ταύτης δὴ αὐτὸν ἡ συγγένεια παρεκέλευσεν. L mr


b. This kinship urged him. Lmr

49a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-36

49 a. οὐδὲ Φεραῖς Ἄδμη〈τος〉: αἱ Φεραὶ ὠνομάσθησαν ἀπὸ Φέρητος τοῦ Κρηθέως, τοῦ Ἀδμήτου πατρός.


49 a. “Nor in Pherae did Admetus...”: Pherae was named after Pheres, son of Cretheus, the father of Admetus.

49b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-37

b. 〈ἐυρρήνεσσι:〉 ταῖς καλὰ πρόβατα ἐχούσαις. L gr


b. 〈ἐυρρήνεσσι:〉 those having fine sheep. Lgr

49c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-38

c. ἐυρρήνεσσι δὲ ἀντὶ τοῦ πολυπροβάτοις. P


c. ἐυρρήνεσσι instead of πολυπροβάτοις, “rich in sheep.” P

50. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-39

50. ὄρος ὑπεράνω Φερῶν τὸ Χαλκωδόνιον. L g (P)


50. The Chalcodonian mountain above Pherae. Lg (P)

51-52. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-40

51—52. οὐδ’ Ἀλόπῃ μίμνον: Θεσσαλίας πόλις ἢ Μαγνησίας. πολυλήιοι δὲ ἤτοι ἀπὸ τοῦ ληίου, τουτέστι σιτοφόρου πεδίου, ἢ ἀπὸ τῆς λείας, ὅπερ βέλτιον· ἐπιφέρει γὰρ εὖ δεδαῶτε δόλους . ἱστοροῦνται δὲ ἄυπνοι καὶ δεινοὶ καὶ φερέπονοι.


51–52. “Nor did they remain in Alope”: a city of Thessaly or Magnesia. πολυλήιοι either from λήιον, that is, “corn-bearing plain,” or from λεία, “booty,” which is better; for he adds “well skilled in wiles.” They are said to be sleepless, clever, and enduring.

53. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-41

53. 〈γνωτός:〉 ἀντὶ τοῦ ἀδελφός. L g


53. 〈γνωτός:〉 instead of “brother.” Lg

54-55a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-42

54—55 a. Αἰθαλίδης: ὄνομα κύριον. ἔστι δὲ υἱὸς Ἑρμοῦ καὶ Εὐπολεμείας τῆς Μυρμιδόνος.


54–55 a. Aethalides: a proper name. He is the son of Hermes and Eupolemeia, daughter of Myrmidon.

54-55b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-43

b. Ἄμφρυσσος γράφεται καὶ διὰ τοῦ β, ὡς Διονύσιος (32 fg 12 J.). ἔστι δὲ ποταμὸς Θεσσαλίας. προπαροξύνεται δέ, ὡς ἐν
τῇ η’ τῆς Καθόλου (Herodian. I 213, 16 L.).


b. Amphryssus is also written with β, as Dionysius (32 fr. 12 J.) says. It is a river of Thessaly. It is accented on the antepenult, as in the eighth book of the Katholike (Herodian I 213, 16 L.).

57-64a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-44

57—64 a. Γυρτῶνα Κόρωνος: ἣν Ὅμηρός φησι (Β 738) ‘Γυρτώνην τε νέμοντο’. ἔστι δὲ πόλις Θεσσαλίας ἢ Περραιβίας, ὡς 〈Σου〉ίδας (fg 5 M. II 464), ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ Γυρτώνης τῆς Φλεγύου. ὁ δὲ Κόρωνος υἱός ἐστι Καινέως. μεμύθευται δὲ ὁ Καινεὺς πρότερον
γεγονέναι γυνή, εἶτα Ποσειδῶνος αὐτῇ πλησιάσαντος μεταβληθῆναι εἰς ἄνδρα· τοῦτο γὰρ ἤτησε καὶ ἀτρωσίαν. ἤρισε δὲ καὶ Ἀπόλλωνι καὶ ἐνικήθη. καὶ ἐκέλευε τοὺς παριόντας ὀμνύναι εἰς τὸ δόρυ αὐτοῦ· ἔνθεν ἡ παροιμία ‘τὸ Καινέως δόρυ’. τινὲς δέ φασι Καινέα συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις, οὐ Κόρωνον· ὁ δὲ Ἀπολλώνιος παρὰ Πινδάρου
εἴληφε λέγοντος (fg 167 Schr.)· ‘ὁ δὲ χλωραῖς ἐλάτῃσι τυπεὶς ᾤχετο Καινεύς, σχίσας ὀρθῷ ποδὶ γᾶν.’ τοῦτο δὲ αὐτῷ συνέβη διὰ τὸ μήτε θύειν τοῖς θεοῖς μήτε εὔχεσθαι ἀλλ’ 〈ἢ〉 τῷ ἑαυτοῦ δόρατι· διὸ Ζεὺς ἐφορμᾷ αὐτῷ τοὺς Κενταύρους, οἵτινες κατὰ γῆν αὐτὸν ὠθοῦσιν.


57-64a. Gyrtone of Coronus: which Homer mentions (B 738) 'they dwelt in Gyrtone'. It is a city of Thessaly or Perrhaebia, as Suda says (fg 5 M. II 464), and it was named after Gyrtone, daughter of Phlegyas. Coronus is the son of Caeneus. The myth is that Caeneus was formerly a woman, and then after Poseidon had intercourse with her she was changed into a man; for she asked for this and for invulnerability. He also contended with Apollo and was defeated. And he used to make passers-by swear by his spear; hence the proverb 'the spear of Caeneus'. But some say that Caeneus sailed with the Argonauts, not Coronus; Apollonius took it from Pindar, who says (fg 167 Schr.): 'struck by green firs Caeneus went down, splitting the earth with upright foot.' This happened to him because he neither sacrificed to the gods nor prayed, but only to his own spear; therefore Zeus set the Centaurs upon him, who drove him into the ground.

57-64b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-45

b. 〈Κενταύροισιν:〉 ἀντὶ τοῦ ὑπὸ Κενταύρων. L g


b. 〈Κενταύροισιν:〉 meaning 'by the Centaurs'. Lg

57-64c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-46

c. 〈καταΐγδην:〉 καταφορικῶς, μεθ’ ὁρμῆς. L g


c. 〈καταΐγδην:〉 rushing down, with impetus. Lg

65. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-47

65. Ἀμπύκου υἱὸς ὁ Μόψος τοῦ Τιτάρωνος, μητρὸς δὲ Χλώρι- δος. L m (P)


65. Mopsus, son of Ampycus of Titaron, and of Chloris as mother. Lm (P)

67-68a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-48

67—68 a. ἄγχι δὲ λίμνης Ξ〈υνιάδος〉: Ξυνιὰς λίμνη τῆς Θεσσαλίας· τινὲς δὲ πόλιν, ᾗ παράκειται 〈...〉 Βοιβηὰς λίμνη. ἀπὸ δὲ τῆς πόλεως εἴρηκε 〈λίμνην〉 Ξυνιάδα, ἐπειδὴ πλησίον αὐτῆς ἐστιν ἡ πόλις. ξυνὸν δὲ εἴρηται τὸ κοινόν· κοινὴ δέ ἐστιν Θεσσαλίας καὶ Βοιω-
τίας αὕτη.


67-68a. near the lake Xynias: Xynias is a lake of Thessaly; but some say it is a city, beside which lies 〈...〉 the Boebean lake. From the city he called it the Xynian lake, since the city is near it. 'Xynon' means 'common'; and this lake is common to Thessaly and Boeotia.

67-68b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-49

b. Κτιμένην Δολοπηίδα: Κτιμένη πόλις τῆς Θεσσαλίας. Δολοπηίδα δὲ τὴν Θεσσαλικήν εἶπε· Δόλοπες γὰρ ἔθνος Θεσσαλίας. Ὅμηρος (Ι 484)· ‘ναῖον δ’ ἐσχατιὴν Φθίης Δολόπεσσιν ἀνάσσων’.


b. Ctimene Dolopian: Ctimene is a city of Thessaly. He called it Dolopian, meaning Thessalian; for the Dolopes are a tribe of Thessaly. Homer (I 484): 'they dwelt in the farthest part of Phthia, ruling over the Dolopes'.

69. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-50

69. ἐξ Ὀπόεντος: Ὀποῦς πόλις τῆς Λοκρίδος, ἀπὸ Ὀπόεντος
τοῦ Ἠλείου. Ὅμηρος (Β 531)· ‘οἳ Κῦνόν τ’ ἐνέμοντ’ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε.’


69. From Opus: Opus is a city of Locris, named after Opus the Elean. Homer (Iliad 2.531): ‘who dwelt in Cynus and Opus and Calliarus.’

71-74. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-51

71—74. ἀλκήεις Ἐρ〈ιβώτης〉: ἰσχυρός· παραγώγως δὲ ἐσχημάτισται παρὰ τὴν ἀλκήν, ὡς φωνήεις παρὰ τὴν φωνήν. Ἡρόδωρος δὲ ἐν τοῖς Ἀργοναυτικοῖς (31 fg 5 J.) τοῦτον Εὐρυβάτην καλεῖ καί
φησιν αὐτὸν Τελέοντος υἱόν. Ἄκτορος δὲ υἱοὶ Μενοίτιος καὶ Ἶρος, τούτων δὲ υἱοί, Μενοιτίου μὲν καὶ Σθενέλης Πάτροκλος, Ἴρου δὲ Εὐρυτίων.


71-74. Mighty Eribotes: strong; it is formed by derivation from ἀλκή (strength), as φωνήεις from φωνή (voice). But Herodorus in his Argonautica (31 F 5 J.) calls him Eurybates and says he was the son of Teleon. The sons of Actor were Menoetius and Irus, and their sons were, of Menoetius and Sthenele, Patroclus, and of Irus, Eurytion.

75-76. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-52

75—76. καὶ ἐπαῖξαι: ἀντὶ τοῦ ἐπιδιῶξαι. περιττὸν μὲν τὸ μετόπισθεν , λείπει δὲ ὁ καὶ· καί ὅτε κλίνειαν φάλαγγας, εἰς φυγὴν
τρέψειεν.


75-76. And to rush upon: meaning to pursue. The word μετόπισθεν (behind) is redundant, and the conjunction καί is missing: ‘and when they should rout the ranks, he would turn them to flight.’

77-78. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-53

77—78. Κάνθος κίε: τὸν Κάνθον καὶ ὁ Κλέων καταλέγει.


77-78. Canthus went: Cleon also lists Canthus.

71-78_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-54

ἔστι δὲ Κανήθου υἱός, ἀφ’ οὗ 〈τὸ〉 ὄρος ἐν Βοιωτίᾳ· ἦν δὲ 〈οὗτος〉 Ἄβαντος παῖς, ἀφ’ οὗ οἱ Εὐβοεῖς Ἄβαντες.


He is the son of Canethus, after whom the mountain in Boeotia is named; and he was the son of Abas, after whom the Euboeans are called Abantes.

79a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-55

79 a. 〈Κήρινθον:〉 πόλις Εὐβοίας. L g


79a. 〈Cerinthus:〉 a city of Euboea. Lg

79b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-56

b. 〈ὑπότροπος:〉 ὑποστρέψας. L g


b. 〈returned:〉 having come back. Lg

81-82. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-57

81—82. δηωθῆναι: καινότερον νῦν δηωθῆναι τὸ φθαρῆναι.
ἑξῆς δὲ ὁ ποιητὴς ὡς δυσφορῶν ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ἡρώων ἐπιφωνεῖ·
ὡς οὐκ ἀνθρώ〈ποισιν〉 . ὁ δὲ νοῦς· οὐδέν ἐστι μέγιστον κακόν, οὗ ἄνθρωπος ἀποτυγχάνει. ἔδει οὖν διὰ τοῦ ᾱ ἀπαυρεῖν. ἢ ὅτι οὐδὲν κακὸν μέγιστον, ὃ εἴη 〈ἂν〉 ἀνθρώποις δυσχερὲς ἐπαυρεῖν, ὅ ἐστιν ἐπιτυχεῖν.


81-82. To be destroyed: here δηωθῆναι is used in a rather novel sense for ‘to be ruined.’ The poet, as if grieving over the destruction of the heroes, exclaims in sequence: ‘as not for mortals.’ The sense is: there is no greatest evil which a man fails to encounter. Therefore it should be ἀπαυρεῖν with long alpha. Or: because no evil is greatest which would be grievous for men to experience, that is, to meet with.

83-85. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-58

83—85. δύσιές τε καὶ ἀντολ〈αί〉: τοσοῦτόν φησι κεχωρισμένους τῆς τῶν Κόλχων χώρας, ὅσον τῶν ἀνατολῶν αἱ δύσεις ἀφεστήκασιν, ἐπεὶ ἡ μὲν Λιβύη ἐν δύσει, ἡ δὲ Κολχὶς ἐν ἀνατολῇ.


83-85. Settings and risings: he says they are as far removed from the land of the Colchians as the settings are distant from the risings, since Libya is in the west and Colchis in the east.

87. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-59

87. Οἰχαλίης ἐπίουροι: παῖδες Ἀντιόπης. Οἰχαλίας δὲ τῆς
ἐν Εὐβοίᾳ. οἱ γὰρ νεώτεροί φασιν ἐν Εὐβοίᾳ εἶναι, Ὅμηρος δὲ ἐν τῷ Πελασγικῷ Ἄργει καταλέγει τὴν Οἰχαλίαν (Β 730)· ‘οἵ τ’ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος’, οἱ δὲ ὁμώνυμόν φασιν.


87. Guardians of Oechalia: children of Antiope. Of Oechalia in Euboea. For the younger poets say it is in Euboea, but Homer lists Oechalia in Pelasgian Argos (Iliad 2.730): ‘who held Oechalia, city of Eurytus the Oechalian,’ but others say it is a city of the same name.

90-94a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-60

90—94 a. οὐδ’ ὁμόθεν: οὐδ’ ἐκ τοῦ αὐτοῦ τόπου. τὸ δὲ οὐ μέν ἀντὶ τοῦ οὐ μήν. διεχωρίσθησαν γὰρ διὰ τὸν φόνον Φώκου, καὶ
ὁ μὲν ἐν Σαλαμῖνι κατῴκησεν, ἥν φησι νῆσον
Ἀτθίδα , ὁ δὲ Πηλεὺς ἐν Φθίᾳ. ἀφραδίῃ δὲ ἢτοι ἀνοίᾳ ἢ κακοβουλίᾳ.


90-94a. Nor from the same place: nor from the same spot. And the phrase οὐ μέν is used for οὐ μήν. For they were separated because of the murder of Phocus, and the one settled in Salamis, which he calls the Attic island, while Peleus settled in Phthia. And by folly, either ignorance or bad counsel.

90-94b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-61

b. 〈λιασθείς:〉 ἀντὶ τοῦ φυγών. L g


b. 〈Having turned aside:〉 instead of having fled. Lg

95-96. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-62

95—96. τοῖς δ’ ἔπι Κεκροπίηθεν: ἀντὶ τοῦ· σὺν τούτοις
ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς. Κεκροπία γὰρ λέγεται ἡ Ἀττικὴ ἀπὸ Κέκροπος τοῦ βασιλεύσαντος. ἕτερος δέ ἐστιν ὁ Τελέων οὗτος ὁ Βούτου πατὴρ


95-96. And with them from Cecropia: meaning, with these from Attica. For Attica is called Cecropia from Cecrops who was king. And this Teleon is different, the father of Butes, from the one mentioned before (v. 72), the father of Eribotes. And good with the ash spear means warlike, from the ash tree.

95-96_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-63

παρὰ τὸν πρότερον (ν. 72) εἰρημένον, τὸν τοῦ Ἐριβώτου πατέρα. ἐυμελίης δὲ ὁ πολεμικός, ἀπὸ τῆς μελίας.


from the one mentioned before (v. 72), the father of Eribotes. And good with the ash spear means warlike, from the ash tree.

97-100. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-64

97—100. Ἄλκων: ὄνομα κύριον, πατὴρ Φαλήρου. τὸν δὲ Ἄλκωνα Πρόξενός (fg 5 M. II 462) φησιν Ἐρεχθέως. φυγεῖν δὲ αὐτὸν
λέγει ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς μετὰ τῆς θυγατρὸς Χαλκιόπης εἰς Εὔβοιαν, ἐξαιτοῦντος δὲ τοῦ πατρὸς οὐκ ἐκδοῦναι τοὺς Χαλκιδέας. τὸ δὲ
τηλύγετον ἐνταῦθα οὐ τὸν μονογενῆ, πρόσκειται γὰρ καὶ μοῦνον ἐόντα , ἀλλὰ καταγηράσαντι αὐτῷ γενόμενον· οἱ γὰρ τοιούτοι τῶν παίδων εἰσὶ προσφιλεῖς.


97-100. Alcon: a proper name, father of Phalerus. Proxenus (fg 5 M. II 462) says that Alcon was the son of Erechtheus. And he says that he fled from Attica with his daughter Chalciope to Euboea, and when his father demanded her back, the Chalcidians did not give her up. And here τηλύγετον does not mean only-begotten, for it is added 'and being alone', but born to him in his old age; for such children are dear.

101-04a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-65

101—04 a. Θησέα δ’ ὃς περὶ πά〈ντας〉: Θησεὺς καὶ Πει-
ρίθοος, ὄντες τὸ γένος ὁ μὲν ἐκ Διός, ὁ δὲ Ποσειδῶνος, ἐφάμιλλον τῷ γένει τὴν πρᾶξιν ἐποιούντο. καὶ ὁ μὲν Θησεὺς τῆς Ἑλένης ἐρασθεὶς ἔσχεν συμπράττοντα αὐτῷ τὸν Πειρίθουν, ὁ δὲ Πειρίθοος τὴν Περσεφόνην ἐθελήσας ἀγαγέσθαι ἀναγκαίως εἶχε τὸν Θησέα ἑπόμενον. καὶ
δὴ διὰ Ταινάρου κατελθόντες καὶ ἐπί τινος πέτρας καθεσθέντες αὖθις ἀναστῆναι οὐ δεδύνηνται. Ἡρακλῆς δὲ ὕστερον κατελθὼν διὰ τὸν Κέρβερον, τὸν μὲν Θησέα ἀπέσωσεν ὡς μὴ ἑκοντὶ κατελθόντα, τὸν δὲ Πειρίθουν εἴασεν, ἐπειδὴ προαιρέσει ἰδίᾳ κατῆλθεν. ἐπεστράτευσαν δὲ κατὰ τῆς Τροιζῆνος οἱ Διόσκουροι διὰ τὴν ἀδελφὴν Θησέως ὄντος
ἐν Ἅιδου καὶ πορθήσαντες ἔλαβον αἰχμάλωτον Αἴθραν τὴν Θησέως μητέρα.


101-04a. Theseus, who beyond all: Theseus and Pirithous, being of the race, the one from Zeus, the other from Poseidon, made their deeds equal to their lineage. And Theseus, having fallen in love with Helen, had Pirithous as his accomplice, while Pirithous, wishing to marry Persephone, necessarily had Theseus following him. And indeed, having descended through Taenarum and seated themselves on a certain rock, they were unable to rise again. But Heracles, later descending for Cerberus, rescued Theseus as one who had not gone down willingly, but left Pirithous, since he had gone down by his own choice. And the Dioscuri marched against Troezen because of their sister while Theseus was in Hades, and having sacked it, they took captive Aethra, the mother of Theseus.

101-04b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-66

b. Ταιναρίην: Φερεκύδης ἐν τῇ θ' (3 fg 39 J.) φησὶν ‘ὅτι Ἔλατος ὁ Ἰκαρίου γαμεῖ Ἐριμήδην τὴν Δαμασίκλου· τῶν δὲ γίνεται Ταίναρος, ἀφ’ οὗ Ταίναρον καλεῖται ἡ πόλις καὶ ἡ ἄκρα καὶ ὁ λιμήν’. L mP


b. Taenarian: Pherecydes in the ninth book (3 fg 39 J.) says: "that Elatus son of Icarius marries Erimede daughter of Damasiclus; and of them is born Taenarus, from whom the city and the cape and the harbor are called Taenarum." LmP

101-04c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-67

c. κεινὴν ὁδόν: ἀντὶ τοῦ ματαίαν. ὁ δὲ νοῦς· ἀμφότεροι γὰρ οὗτοι συνοδεύσαντες πάντας ἂν μόχθων ἀνέπαυσαν τοὺς Ἀργοναύτας. τὴν δὲ αἰτίαν ἐνταῦθά φησιν ὁ Ἀπολλώνιος τοῦ μὴ συμπλεῦσαι αὐτούς. ἀναγινώσκεται δὲ καὶ κείνην βαρυτόνως κατὰ ἀναφορὰν καὶ κεινὴν ὀξυτόνως ἀντὶ τοῦ κενήν.


c. κεινὴν ὁδόν: meaning "vain." The sense: for both of these, if they had joined the voyage, would have relieved the Argonauts of all their toils. Apollonius here gives the reason why they did not sail with them. It is also read κείνην with barytone accent as an anaphoric reference, and κεινὴν with oxytone accent meaning κενήν ("empty").

105-08a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-68

105—08 a. Τῖφυς δ’ Ἀγνιάδ〈ης〉: αἱ Σῖφαι τῆς Βοιωτίας πόλις, Σιφαεὺς δὲ δῆμος Θεσπιέων· Θέσπεια δὲ 〈καὶ〉 πόλις Θεσσαλίας. Φερεκύδης (3 fg 107 J.) δὲ Ποντέως ἱστορεῖ τὸν Τῖφυν, ὁ δὲ Αἰσχύλος ἐν τῇ Ἀργοῖ (fg 21 N. 2) τὸν Τῖφυν Ἴφυν καλεῖ.


105-08a. Tiphys son of Hagnias: Siphae is a city of Boeotia, and Siphaean is a deme of the Thespians; Thespeia is also a city of Thessaly. Pherecydes (3 fg 107 J.) records that Tiphys was the son of Ponteus, but Aeschylus in his Argo (fg 21 N.2) calls Tiphys "Iphys."

105-08b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-69

b. προδαῆναι: προμαθεῖν. ἀρίστου γὰρ αὕτη τέχνη κυβερνήτου.
ὁ δὲ λόγος· ἀγαθὸς μὲν καὶ ἡμέρας τῷ ἡλίῳ, νυκτὸς δὲ πρός τινα τῶν ἀστέρων τὸν καιρὸν τοῦ πλοῦ τεκμήρασθαι.


b. προδαῆναι: to learn beforehand. For this is the skill of a good helmsman. The meaning: he was good at judging the time for sailing by the sun by day, and by night by reference to some of the stars.

109. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-70

109. Τριτωνίς: Τρίτωνες τρεῖς, Βοιωτίας, Θεσσαλίας, Λιβύης· ἐν δὲ τῷ κατὰ Λιβύην ἐτέχθη ἡ Ἀθηνά.


109. Tritonis: There are three Tritons: of Boeotia, of Thessaly, of Libya; and in the one in Libya Athena was born.

112. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-71

112. 〈κείνης ὑποθημοσύνῃσι:〉 διὰ τὸ ταῖς βουλαῖς τῆς
Ἀθηνᾶς γενέσθαι. L g


112. 〈κείνης ὑποθημοσύνῃσι:〉 because it came about through the counsels of Athena. Lg

115. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-72

115. Φλείας δ’ αὖτ’ ἐπὶ τοῖσιν: πόλις Πελοποννήσου ἡ Ἀραιθυρέα, ἡ νῦν ὀνομαζομένη Φλιοῦς ἀπὸ Φλιοῦντος τοῦ Διονύσου καὶ Χθονοφύλης. κεῖται δὲ ἡ Φλιοῦς ἐπὶ ὅροις τῆς Σικυῶνος. καὶ αὐτὸς δὲ Διόνυσος Φλιοῦς ὠνομάζετο ἀπὸ τοῦ φλεῖν τὸν οἶνον, ὅ
ἐστιν εὐθηνεῖν.


115. Phleias, and after him: A city of the Peloponnese, Araethyrea, now called Phlius, from Phlius, son of Dionysus and Chthonophyle. Phlius lies on the borders of Sicyon. And Dionysus himself was called Phlius, from φλεῖν ("to abound") in wine, that is, to flourish.

117. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-73

117. ἐφέστιος Ἀσωπ〈οῖο〉: Ἀσωπὸς ποταμὸς Θηβῶν ἔχων


117. ἐφέστιος Ἀσωπ〈οῖο〉: Asopus is a river of Thebes, having

117_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-74

τὰς πηγὰς ἐν Ἀραιθυρέᾳ. ἐκεραυνώθη δὲ ὑπὸ Διὸς διώκων αὐτὸν διὰ τὸ ἡρπακέναι τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Αἴγιναν, ὡς καὶ Καλλίμαχός (fg 375 Schn.) φησιν. 〈...〉 εἰς Αἴγιναν τὴν πόλιν 〈...〉.


its springs in Araethyrea. He was struck by lightning by Zeus while pursuing him because he had abducted his daughter Aegina, as Callimachus (fr. 375 Schn.) also says. 〈...〉 to Aegina the city 〈...〉.

118-21a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-75

118—21 a. Ἀργόθεν αὖ Ταλαός: ἐκ τοῦ Ἄργους τῆς χώρας,
οὐ τῆς πόλεως. ἐν δὲ ταῖς Μεγάλαις Ἠοίαις (Hesiodi fg 149 Rz. 2) λέγεται, ὡς ἄρα Μελάμπους φίλτατος ὢν τῷ Ἀπόλλωνι ἀποδημήσας κατέλυσε παρὰ Πολυφόντῃ. βοὸς δὲ αὐτῷ τεθυμένου, δράκοντος ἀνερπύσαντος παρὰ τὸ θῦμα, διαφθεῖραι αὐτὸν τοὺς θεράποντας τοῦ βασιλέως· τοῦ δὲ βασιλέως χαλεπήναντος τὸν Μελάμποδα λαβεῖν καὶ
θάψαι, τὰ δὲ τούτου ἔγγονα τραφέντα ὑπὸ τούτου λείχειν τὰ ὦτα καὶ ἐμπνεῦσαι αὐτῷ τὴν μαντικήν. διόπερ κλέπτοντα αὐτὸν τὰς βόας τοῦ Ἰφίκλου περιληφθέντα δεθῆναι καὶ τοῦ οἴκου μέλλοντος πεσεῖν, ἐν ᾧ ἦν ὁ Ἴφικλος, τῇ διακόνων πρεσβύτιδι μηνῦσαι καὶ τούτου χάριν ἀφεθῆναι τῷ Ἰφίκλῳ. σαφὴς δὲ ἡ ἱστορία.


118-21a. Ἀργόθεν αὖ Ταλαός: from Argos the region, not the city. In the Great Ehoiai (Hesiod fr. 149 Rz.²) it is said that Melampus, being most dear to Apollo, went abroad and lodged with Polyphonte. When an ox was sacrificed to him, a serpent crawled up beside the victim, and the king's servants killed it; the king was angered, and Melampus took it and buried it, and its offspring, reared by him, licked his ears and breathed into him the art of prophecy. Therefore, when he was caught stealing the cattle of Iphiclus, he was bound, and when the house in which Iphiclus was was about to fall, he revealed it to the old woman among the servants, and for this favor he was released by Iphiclus. The story is clear.

118-21b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-76

b. 〈τῆς δ’ ἀμφί:〉 διὰ τὸν ἀδελφὸν Βίαντα. L g


b. 〈τῆς δ’ ἀμφί:〉 because of his brother Bias. Lg

118-21c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-77

c. 〈Αἰολίδης:〉 Ἀμυθάονος γὰρ ἔστι τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου τοῦ Ἕλληνος τοῦ Διός. L m(P)


c. 〈Αἰολίδης:〉 for he is the son of Amythaon, son of Cretheus, son of Aeolus, son of Hellen, son of Zeus. Lm(P)

118-21d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-78

d. σταθμοῖσιν ἐν Ἰφίκ〈λοιο〉: Ἴφικλος Φυλάκου παῖς τοῦ Δηιονέως. μήτηρ δὲ Μελάμποδος Δωρίππη, ὡς Διευχίδας (fg 9 M.
IV 390). φησὶ δὲ καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ ὀνόματος, ὅτι τεκοῦσα αὐτὸν ἡ μήτηρ εἰς σύνδενδρον ἐξέθετο τόπον, συνέβη δὲ τοὺς πόδας αὐτοῦ ὑπὸ ἡλίου μελανθῆναι ἀσκίους ὄντας.


d. σταθμοῖσιν ἐν Ἰφίκ〈λοιο〉: Iphiclus, son of Phylacus, son of Deioneus. The mother of Melampus is Dorippe, as Dieuchidas (fr. 9 M. IV 390) says. He also gives the reason for the name: that his mother, after giving birth to him, exposed him in a wooded place, and it happened that his feet were darkened by the sun, being unshaded.

124-29a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-79

124—29 a. νεῖον ἀπ’ Ἀρκαδ〈ίης〉: προπερισπωμένως ἀντὶ


124-29a. νεῖον ἀπ’ Ἀρκαδ〈ίης〉: with circumflex on the penult, meaning

124-29a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-80

τοῦ νεωστί, ὀξυτόνως δὲ τὴν γῆν. ὁ δὲ ἑξῆς λόγος οὕτω· ἐπειδὴ ἤκουσε μέλλειν πλεῖν τοὺς Ἀργοναύτας, νεωστί διεληλυθὼς τὸ Ἄργος, καθ’ Ἣν ὁδὸν ἐκόμιζε τὸν κάπρον ζῶντα ἐκ τοῦ Ἐρυμανθίου ὄρους, ὅπου κατὰ τὰς βήσσας ἐνέμετο Λαμπείας τε καὶ Ἐρυμάνθου, ἦλθεν ὡς Ἰάσονα. Λάμπεια δὲ ὄρος Ἀρκαδίας, ἐξ ἧς Ἐρύμανθος ποταμὸς
ἔχει τὰς πηγάς.


“recently,” but with acute on the ultima, “the earth.” The sequence of thought is as follows: when he heard that the Argonauts were about to sail, having recently passed through Argos, along which road he was bringing the boar alive from Mount Erymanthus, where it grazed in the glens of Lampeia and Erymanthus, he came to Jason. Lampeia is a mountain of Arcadia, from which the river Erymanthus has its springs.

124-29b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-81

b. Λυγκήιον: ἀπὸ Λυγκέως τοῦ βασιλεύσαντος Ἄργους. ἐὰν δὲ Λυρκήιον , ἀπὸ ὄρους Ἄργους ἀκουστέον, ἀφ’ οὗ ὁ Ἴναχος καταφέρεται ποταμός.


b. Λυγκήιον: from Lynceus, the king of Argos. But if it is Λυρκήιον, it must be understood from the mountain of Argos, from which the river Inachus flows down.

124-29c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-82

c. τῖφος: ὁ κάθυγρος τόπος, ἔνθα διέτριβεν ὁ κάπρος. περὶ
δὲ τοῦ κάπρου καὶ Ἡρόδωρός (31 fg 24 J.) φησιν, ὅτι ἐπὶ τὰς πύλας τῶν Μυκηνῶν κομίσας αὐτὸν ἀπέθετο.
ἰλλόμενον δὲ δεδεμένον. διὰ δὲ τοῦ ἀπεθήκατο τοῦ βαστάζοντος ἐπιδείκνυται ἡ δύναμις, ὅτι εὐχερῶς.


c. τῖφος: the marshy place where the boar spent its time. About the boar, Herodorus (31 FGrH 24 J.) also says that he carried it to the gates of Mycenae and set it down. "ἰλλόμενον" means "bound." Through the word "ἀπεθήκατο" the strength of the one carrying it is shown, that he did so easily.

131. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-83

131. σὺν καί οἱ Ὕλας: οὗτος Ἡρακλέους ἐρώμενος, υἱὸς δὲ
Θειοδάμαντος τοῦ Δρύοπος. καὶ Μνασέας (fg 10 M. III 151) μὲν οὕτως. Ἑλλάνικος (4 fg 131 a J.) δὲ Θειομένη ἀντὶ Θειοδάμαντος ὀνομάζει.


131. σὺν καί οἱ Ὕλας: This man was Heracles' beloved, son of Theiodamas son of Dryops. So Mnaseas (fr. 10 M. III 151). Hellanicus (4 FGrH 131a J.) names Theiomene instead of Theiodamas.

132a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-84

132 a. 〈ἰῶν:〉 τῶν βελῶν. L g


132a. 〈ἰῶν:〉 of arrows. Lg

132b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-85

b. φύλακος: Ἰωνικῶς ὁ φύλαξ. Ἴωνες γὰρ τὰς γενικὰς ποιοῦ-
σιν εὐθείας· τοῦ φύλακος ὁ φύλακος, τοῦ μάρτυρος ὁ μάρτυρος. τοῦ δὲ φύλακος ὀξυτονητέον τὴν πρώτην· Ἡρωδιανὸς (I 150, 3 L.) δὲ τὴν τελευταίαν ὀξύνει.
φορεὺς δὲ ὁ φέρων. L m(P)


b. φύλακος: in Ionic fashion for "the guard." For the Ionians make genitives into nominatives: "of the guard" becomes "the guard," "of the witness" becomes "the witness." The first syllable of φύλακος should be accented acute; but Herodian (I 150, 3 L.) accents the last syllable. φορεύς means "the one who carries." Lm(P)

133-38. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-86

133—38. Ναύπλιος υἱὸς Ποσειδῶνος καὶ Ἀμυμώνης τῆς Δαναοῦ.


133-38. Nauplius, son of Poseidon and Amymone, daughter of Danaus.

133-38_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-87

οὗτος δὲ ἀπὸ τοῦ ἀρχαίου Ναυπλίου ἐστίν. Προίτου δὲ λέγει τοῦ Βελλεροφόντου ἐχθροῦ, ἀνδρὸς δὲ Ἀντείας· καὶ Ὅμηρος (Ζ 152 sqq.) οἶδεν.


This man is descended from the ancient Nauplius. He speaks of Proetus, the enemy of Bellerophon and husband of Anteia; Homer (Iliad Z 152 ff.) also knows this.

139-44a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-88

139—44 a. Ἴδμων δ’ ὑστάτ〈ιος〉: Χαμαιλέων (fg 6 Koepke) φησι τὸν Θέστορα Ἴδμονα παρὰ τοῖς ἀρχαίοις καλεῖσθαι διὰ τὸ ἔμπειρον εἶναι,
ἄλλοι φασὶ καὶ Θέστορα συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις. τὸν Ἀμφιάραον δὲ φησι συμπλεῦσαι Δηίοχος (fg 1 M. II 17). ὁ δὲ Ἴδμων, ὡς ἱστορεῖ Φερεκύδης (3 fg 108 J.), ἐγένετο παῖς Ἀστερίας τῆς Κορώνου καὶ Ἀπόλλωνος, οὗ καὶ Λαοθόης Θέστωρ· τοῦ δὲ Κάλχας. ἀναιρεῖται δὲ Ἴδμων ἐν Μαριανδυνίᾳ ὑπὸ κάπρου. ὅτι δὲ Ἄβαντος υἱὸς Ἴδμων, φησὶ
καὶ Ἡρόδωρος (31 fg 44 J.).


139-44a. Ἴδμων δ’ ὑστάτ〈ιος〉: Chamaeleon (fr. 6 Koepke) says that Thestor was called Idmon among the ancients because of his experience; others say that Thestor also sailed with the Argonauts. Deiiochus (fr. 1 M. II 17) says that Amphiaraus sailed with them. Idmon, as Pherecydes (3 FGrH 108 J.) relates, was the child of Asteria, daughter of Coronus, and Apollo; from him and Laothoe came Thestor; and from Thestor, Calchas. Idmon was killed in Mariandynia by a boar. That Idmon was the son of Abas, Herodorus (31 FGrH 44 J.) also says.

139-44b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-89

b. 〈ὑστάτιος:〉 τῶν ἐξ Ἄργους ὕστατος. L g


b. 〈ὑστάτιος:〉 the last of those from Argos. Lg

139-44c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-90

c. μὴ ὁ δῆμος μέμψηται αὑτοῦ τὸ κλέος. L m(P)


c. lest the people find fault with his glory. Lm(P)

139-44d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-91

d. Αἰολίδῃσιν: τοῖς υἱωνοῖς 〈Αἰόλου〉. Αἰόλου γὰρ τοῦ
Ἕλληνος Κρηθεὺς καὶ Ἀθάμας, Κρηθέως δὲ Αἴσων, Αἴσονος δὲ ὁ Ἰάσων. Ἄβας δὲ Μελάμποδος ἦν τοῦ Ἀμυθάονος τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου. L m(P)


d. To the Aeolidae: to the descendants of Aeolus. For Cretheus and Athamas were sons of Aeolus, son of Hellen; Aeson was son of Cretheus, and Jason son of Aeson. Abas was son of Melampus, son of Amythaon, son of Cretheus, son of Aeolus.

146-49a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-92

146—49 a. καὶ μὴν Αἰτωλὶς κρα〈τερόν〉: εἰκότως αὐτὴν Αἰτωλίδα εἶπεν, ἐπεὶ Αἰτωλὸς ὁ Θέστιος. καὶ εἴρηκεν ἀπὸ τῆς χώρας,
ὡς ἐάν τις τὸν Συρακόσιον Σικελὸν λέγῃ ἢ τὸν Ῥωμαῖον Ἰταλόν. ὁ δὲ Ἴβυκος (fg 41 B. III 249) αὐτὴν Πλευρωνίαν φησίν, Ἑλλάνικος (4 fg 119 J.) δὲ Καλυδωνίαν. ἡ δὲ Λήδα ἦν Θεστίου θυγάτηρ τοῦ βασιλέως τῆς Αἰτωλίας, Ἄρεως υἱοῦ καὶ Δημοδίκης, μητέρα δὲ αὐτῆς 〈λέγουσι Δηιδά〉μειαν. Γλαύκου δὲ αὐτὴν τοῦ Σισύφου εἶναι πατρὸς
ἐν Κορινθιακοῖς λέγει Εὔμηλος (fg 6 Kink. 191) καὶ Παντειδυίας μη-


146-49a. And indeed the Aetolian woman, mighty: reasonably he called her Aetolian, since Thestius was an Aetolian. And he has spoken from the country, as if someone calls the Syracusan Sicilian or the Roman Italian. But Ibycus (fr. 41 B. III 249) calls her Pleuronian, and Hellanicus (4 fr. 119 J.) Calydonian. Leda was the daughter of Thestius, king of Aetolia, son of Ares and Demodice; and they say her mother was Deidamia. Eumelus (fr. 6 Kink. 191) in his Corinthiaca says that her father was Glaucus, son of Sisyphus, and her mother Panteidyia,

146-49a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-93

τρός, ἱστορῶν ὅτι τῶν ἵππων ἀπολομένων ἦλθεν εἰς Λακεδαίμονα ὁ Γλαῦκος καὶ ἐκεῖ ἐμίγη Παντειδυίᾳ· ἣν ὕστερον γήμασθαι Θεστίῳ, ὥστε τὴν Λήδαν γόνῳ μὲν οὖσαν Γλαύκου λέγεσθαι Θεστίου. Φερεκύδης δὲ ἐν τῇ β' (3 fg 9 J.) ἐκ Λαοφόνης τῆς Πλευρῶνος Λήδαν καὶ Ἀλθαίαν Θεστίῳ γενέσθαι φησίν. ὅτι δὲ Γλαύκου ἐστὶ θυγάτηρ, καὶ Ἀλκμὰν
(fg 8 B. III 17) αἰνίττεται, λέγων ‘τοὺς τέκε θυγάτηρ Γλαύκω μάκαι- ρα’. φασὶ τὸν μὲν Πολυδεύκην Διός, τὸν δὲ Κάστορα Τυνδάρεω. τηλυγέτους δὲ νῦν ἀντὶ τοῦ ἀγαπητούς, Ὅμηρος δὲ τοὺς ἐν γήρᾳ γεννωμένους.


recounting that when his horses perished, Glaucus came to Lacedaemon and there had intercourse with Panteidyia; later she married Thestius, so that Leda, though by birth Glaucus' daughter, was called Thestius' daughter. Pherecydes in the second book (3 fr. 9 J.) says that Leda and Althaea were born to Thestius from Laophonte, daughter of Pleuron. That she is Glaucus' daughter, Alcman (fr. 8 B. III 17) also hints, saying 'whom the blessed daughter of Glaucus bore'. They say that Polydeuces was son of Zeus, and Castor son of Tyndareus. 'Telygetous' here means 'beloved', but Homer uses it for those born in old age.

146-49b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-94

b. Αἰτωλὶς δὲ ἤτοι διὰ τὴν χώραν ἢ ἀπὸ Αἰτωλοῦ τοῦ
ἥρωος. L


b. Aetolian, either because of the country or from Aetolus the hero.

152. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-95

152. Ἀρήνηθεν: Φερεκύδης (3 fg 127 J.) τὴν μητέρα τῶν περὶ Ἴδαν Ἀρήνην φησίν, ἀφ’ ἧς ἡ πόλις, Πείσανδρος (16 fg 2 J.) Πολυδώραν, Θεόκριτος (XXII 206) Λαοκόωσαν. οὗτοι δὲ συνηκμασαν τοῖς Διοσκούροις. Ἀρήνη δὲ πόλις Πελοποννήσου πλησίον Πύλου· καὶ
Ὅμηρος (Β 591)· ‘οἱ δὲ Πύλον τ’ ἐνέμοντο καὶ Ἀρήνην ἐρατεινήν’.


152. From Arene: Pherecydes (3 fr. 127 J.) says that the mother of Idas and his brothers was Arene, after whom the city is named; Pisander (16 fr. 2 J.) says Polydora; Theocritus (XXII 206) says Laocoosa. These men were contemporaries of the Dioscuri. Arene is a city of the Peloponnese near Pylos; and Homer (B 591): 'and they dwelt in Pylos and lovely Arene'.

156-60a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-96

156—60 a. σὺν δὲ Περικλύμενος: ὅτι Νηλέως παῖς Περι- κλύμενος, δῆλον. φησὶ γὰρ ὁ ποιητὴς (λ 286)· ‘Νέστορά τε Χρόμιόν τε Περικλύμενόν τ’ ἀγέρωχον’. τοῦτον δὲ ὡς ἔγγονον αὑτοῦ ὁ Ποσει- δῶν — Νηλεὺς γὰρ Ποσειδῶνος — καὶ τοῖς ἄλλοις ἐκόσμησεν καὶ
ἐχαρίσατο αὐτῷ εἰς πάντα μεταβάλλεσθαι, ὡς καὶ ὁ Εὐφορίων (fg 74 Scheidw.)· ‘ὅς ῥά τε πᾶσιν ἔικτο, θαλάσσιος ἠύτε Πρωτεύς’. ἀνήρηκεν


156-60a. And with them Periclymenus: that Periclymenus was the son of Neleus is clear. For the poet says (Od. 11.286): 'Nestor and Chromius and lordly Periclymenus.' Poseidon, as his descendant—for Neleus was the son of Poseidon—both adorned him among the others and granted him the ability to change into all things, as Euphorion also says (fr. 74 Scheidw.): 'who was like to all things, a sea-creature like Proteus.'

156-60a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-97

δὲ αὐτὸν Ἡρακλῆς εἰς μυῖαν μεταβληθέντα ἐν τῷ πρὸς Πυλίους πολέμῳ κατὰ συμβουλὴν Ἀθηνᾶς τῷ ῥοπάλῳ αὐτὸν πλήξας 〈...〉 ἐμπαγέντα ὥσπερ μέλισσαν τῷ κέντρῳ· Ἡσίοδος (fg 14 Rz. 2) δὲ μεταβληθέντα εἴς
τινα τῶν συνήθων μορφῶν ἐπικαθεσθῆναι τῷ ὀμφαλῷ τοῦ ζυγοῦ τῶν Ἡρακλέους ἵππων, βουλόμενον εἰς μάχην καταστῆναι τῷ ἥρωι, τὸν δὲ Ἡρακλέα καιρίως αὐτὸν κατατοξεῦσαι τῆς Ἀθηνᾶς ὑποδειξάσης. φησὶ δὲ οὕτως·
Περικλύμενόν τ’ ἀγέρωχον
ὄλβιον, ᾧ πόρε δῶρα Ποσειδάων Ἐνοσίχθων

παντοῖ’· άλλοτε μὲν γὰρ ἐν ὀρνίθεσσι φάνεσκεν
αἰετός, άλλοτε δ’ αὖτε πελέσκετο — θαῦμα ἰδέσθαι —
μύρμηξ, άλλοτε δ’ αὖτε μελισσέων ἀγλαὰ φῦλα,
άλλοτε δ’ αἰνὸς ὄφις καὶ ἀμείλιχος. εἶχε δὲ δῶρα
παντοῖ’, οὐκ ὀνομαστά, τά μιν καὶ ἔπειτα δόλωσεν

βουλῇ Ἀθηναίης’.


Heracles killed him when he had changed into a fly in the war against the Pylians, striking him with his club on the advice of Athena, 〈...〉 stuck like a bee with its sting. But Hesiod (fr. 14 Rz.²) says that he changed into one of his customary forms and sat upon the navel of the yoke of Heracles' horses, wishing to engage in battle with the hero, and that Heracles shot him fatally with an arrow when Athena pointed him out. He speaks thus: 'and lordly Periclymenus, blessed, to whom Poseidon the Earth-shaker gave gifts of all kinds: at one time he would appear among birds as an eagle, at another he would become—a wonder to behold—an ant, at another the splendid tribes of bees, at another a dread and pitiless serpent. He had gifts of all kinds, not to be named, which later deceived him by the counsel of Athena.'

156-60b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-98

b. 〈Πύλῳ:〉 ἀφ’ ἧς ἦν ὁ Νέστωρ, ἥτις ἐστὶ καὶ ἀμμώδης ἀπὸ τοῦ παραρρέοντος ποταμοῦ. Νηλεὺς δὲ ἔσχεν παῖδας ἐκ μὲν Χλώριδος Νέστορα, Περικλύμενον, Χρόμιον, ἐκ δὲ διαφόρων γυναικῶν Ταῦρον, Ἀστέριον, Πυλάωνα, Δηίμαχον, Εὐρύβιον, Ἐπιλέοντα, Φράσιν, Ἀντι-
μένη, Εὐαγόραν ἤ, ὡς Ἀσκληπιάδης (12 fg 21 J.) φησίν, Ἀλάστορα. καὶ ὁ ποιητής (Λ 692)· ‘δώδεκα γὰρ Νηλῆος ἀμύμονος υἱέες ἦμεν’.


b. 〈Pylos:〉 from which Nestor came, which is also sandy from the river flowing past. Neleus had sons: from Chloris, Nestor, Periclymenus, Chromius; and from various women, Taurus, Asterius, Pylaon, Deimachus, Eurybius, Epileon, Phrasis, Antimenes, Euagoras, or, as Asclepiades (12 fr. 21 J.) says, Alastor. And the poet (Il. 11.692): 'for we were twelve sons of blameless Neleus.'

156-60c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-99

c. 〈συνοχῇ:〉 τῇ συμβολῇ. L g


c. 〈συνοχῇ:〉 at the meeting-place. Lg

161-63. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-100

161—63. οἳ Τεγέην: Τεγέα πόλις Ἀρκαδίας. κλῆρον δὲ 〈Ἀφειδάντειον〉 τὴν βασιλείαν τὴν Ἀφείδαντος. ὁ γὰρ Ἀλεὸς ἱστο-


161-63. They who Tegea: Tegea is a city of Arcadia. And 〈the portion of Apheidas〉 means the kingdom of Apheidas. For Aleus is said to be the son of Apheidas, son of Arcas, from whom the land is called Arcadia. Apheidas, son of Arcas, an ancient hero, ruled over Tegea. There are two Cepheuses: one the son of Aleus, whom Apollonius mentions, and the other 〈...〉, whom Hellanicus mentions in his work On Arcadia (4 fr. 37 J.).

161-63_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-101

ρεῖται Ἀφείδαντος υἱὸς εἶναι τοῦ Ἀρκάδος, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ χώρα Ἀρκαδία. Ἀφείδας δὲ ὁ Ἀρκάδος, ἀρχαῖος ἥρως, ἐβασίλευσε Τεγέας. δύο δέ εἰσι Κηφεῖς, ὁ μὲν Ἀλεοῦ, οὗ μνημονεύει Ἀπολλώνιος, ὁ δὲ ἕτερος 〈...〉, οὗ μνημονεύει Ἑλλάνικος ἐν τῷ Περὶ Ἀρκαδίας (4 fg 37 J.).


He is said to be the son of Apheidas, son of Arcas, from whom the land is called Arcadia. Apheidas, son of Arcas, an ancient hero, ruled over Tegea. There are two Cepheuses: one the son of Aleus, whom Apollonius mentions, and the other 〈...〉, whom Hellanicus mentions in his work On Arcadia (4 fr. 37 J.).

164. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-102

164. Ἀγκαῖος: Λυκούργου καὶ Ἀντινόης Ἀγκαῖος καὶ Ἔποχος·
τιμᾶται δὲ ὁ Λυκοῦργος παρ’ Ἀρκάσιν, ὥς φησιν Ἀριστομένης (M. IV 336). μνημονεύει καὶ Ὅμηρος τούτου τοῦ Λυκούργου (Η 142—45): ‘τὸν Λυκό- οργος — ὑποφθὰς δουρὶ μέσον περόνησε’. καὶ ἄγεται Μώλεια ἑορτὴ παρὰ Ἀρκάσιν, ἐπειδὴ Λυκοῦργος λοχήσας κατὰ τὴν μάχην εἷλεν Ἐρευθα- λίωνα·
μῶλος δὲ ἡ μάχη.


164. Ancaeus: Ancaeus and Epochus were sons of Lycurgus and Antinoe; Lycurgus is honored among the Arcadians, as Aristomenes says (M. IV 336). Homer also mentions this Lycurgus (H 142–45): ‘τὸν Λυκόοργος — ὑποφθὰς δουρὶ μέσον περόνησε’. And a festival called Moleia is held among the Arcadians, because Lycurgus, having lain in ambush during the battle, captured Ereuthalion; for molos means battle.

168-70. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-103

168—70. βῆ δ’ ὅγε Μαιναλίης: Μαίναλος ὄρος Ἀρκαδίας
καὶ πόλις, ἀπὸ Μαινάλου τοῦ Ἀρκάδος, οὗ πατὴρ Λυκάων.
καλιῇ δὲ ἀντὶ τοῦ οἰκίᾳ, κυρίως δὲ ἡ ἐκ κάλων κατεσκευασμένη· κάλα δὲ τὰ ξύλα. ξυλίναις γὰρ ἐχρῶντο τὸ παλαιὸν οἰκίαις λιθ〈ίν〉ων μηδέπω ἐπινοηθέντων.


168–70. βῆ δ’ ὅγε Μαιναλίης: Maenalus is a mountain and city of Arcadia, named after Maenalus the Arcadian, whose father was Lycaon. καλιῇ is used instead of οἰκίᾳ, but properly it means a dwelling made of wood; κάλα are pieces of wood. For in ancient times they used wooden houses, since stone ones had not yet been devised.

172-73. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-104

172—73. βῆ δὲ καὶ Αὐγείης: οὗτος γόνῳ μὲν ἦν Ἡλίου,
ἐπίκλησιν δὲ Φόρβαντος ἐκ τῆς Νηλέως Ὑρμίνης· οἱ δέ φασιν ἀπὸ τῆς Νυκτέως, οἱ δὲ αὐτὴν Ἐπειοῦ θυγατέρα εἶναι. δοκοῦσι δὲ ἀκτῖνες ἀπο- λάμπειν αὐτοῦ τῶν ὀφθαλμῶν. τούτου δὲ τῶν βοσκημάτων ὁ Ἡρακλῆς τὴν κόπρον ἐκάθηρεν.


172–73. βῆ δὲ καὶ Αὐγείης: He was by birth the son of Helius, but by adoption the son of Phorbas, from Hyrmine daughter of Neleus; but some say he was from the daughter of Nycteus, and others that she was the daughter of Epeius. Rays seem to flash from his eyes. Heracles cleansed the dung of his cattle.

176. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-105

176. Ἀστέριος δέ: τὸν Ἀστερίωνα λέγει. ἀπὸ δὲ τοῦ Ὑπερ-
ασίου βασιλέως τῆς Ἀχαΐας πόλις Ὑπερασία. Ὅμηρος (Β 573)· ‘οἵ θ’ Ὑπερασίην’.


176. Ἀστέριος δέ: He means Asterion. From Hyperasius, king of Achaea, the city Hyperesia is named. Homer (B 573): ‘οἵ θ’ Ὑπερασίην’.

177. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-106

177. Πελλήνης: ἡ Ἀχαϊκὴ Πελλήνη διὰ τοῦ ε, ἡ δὲ ἑτέρα ἡ τῆς


177. Πελλήνης: The Achaean Pellene is spelled with ε, but the other one, in

177_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-107

Ἀρκαδίας διὰ τοῦ α γράφεται, Παλλήνη. Ἀχαιὶς δὲ μέρος τῆς Θεσσα- λίας, ἧς ἡ Πελλήνη.


Arcadia, is spelled with α, Pallene. Achaeis is a part of Thessaly, to which Pellene belongs.

179. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-108

179. Ταίναρον ἀκρωτήριον τῆς Λακωνικῆς ἀπὸ Ταινάρου τοῦ Ποσειδῶνος.


179. Taenarum is a promontory of Laconia, named after Taenarus son of Poseidon.

181. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-109

181. Εὐρώπη Τιτυοῦ τοῦ Ἐλάρης παιδός. οὗτος δὲ ἐν Ἅιδου
τετιμώρηται διὰ τὸ εἰς Πυθῶνα στελλομένην κατασχεῖν τὴν Λητώ, ὡς καὶ Ὅμηρος (λ 576)· ‘Τιτυὸν Γαίης υἱόν’. ὁ δὲ Εὐφορίων (fg 123 Scheidw.) Ἀρτέμιδός φησιν αὐτὸν ἧφθαι καὶ διὰ τοῦτο τιμωρεῖσθαι.


181. Europa was the daughter of Tityus, son of Elara. He is punished in Hades because he seized Leto as she was going to Pytho, as Homer also says (λ 576): ‘Τιτυὸν Γαίης υἱόν’. But Euphorion (fg 123 Scheidw.) says that he was beloved of Artemis and is punished for that reason.

184. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-110

184. διερῇ πεφόρητο: διερή κυρίως ἡ ἐκ Διὸς γινομένη
κάθυγρος γῆ, ἐξ οὗ καὶ διαίνω τὸ βρέχω. παρὰ δὲ τὸ Ὁμηρικόν (Υ 226—29)· ‘αἱ δ’ ὅτε δὴ σκιρτῷεν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν’ καὶ τὰ ἑξῆς.


184. διερῇ πεφόρητο: διερή properly means the earth made wet by Zeus, from which also comes διαίνω, "I moisten." It is after the Homeric passage (Y 226-29): "but when they gambol over the grain-giving earth" and so forth.

185-88a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-111

185—88 a. καὶ δ’ ἄλλω δύο παῖδε: ὁ μὲν ἦν υἱός, ὁ δὲ Ἐργῖνος ἀπόγονος· Ἀγκαῖος υἱὸς Ἀστυπαλαίας τῆς Φοίνικος καὶ Ποσει-
δῶνος, Ἐργῖνος δὲ Κλυμένου τοῦ Πρέσβωνος καὶ Βουζύγης τῆς Λύκου. ὁ δὲ Μίλητος, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πόλις Μίλητος, Εὐξαντίου τοῦ Μίνωος, οἱ δέ φασιν αὐτὸν Ἀπόλλωνος καὶ Ἀρείας τῆς Κλεόχου· ἐκλήθη δὲ Μί- λητος, ὅτι ἐκρύβη ὑπὸ τῆς μητρὸς ἐν μίλακι. οἱ δέ φασιν ὑπὸ Σαρπη- δόνος τοῦ Διὸς Μίλητον κτισθῆναι, ὀνομασθεῖσαν ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ.
ὀνομασθῆναι δὲ αὐτὴν πρῶτον λέγουσι Πιτυοῦσσαν, οἱ δὲ Ἀστερίαν, εἶτα Ἀνακτορίαν, εἶτα Μίλητον. καὶ Ἀριστόκριτός (fg 1 M. IV 334) φησι,


185-88a. And two other sons: one was a son, the other Erginus was a descendant; Ancaeus was the son of Astypalaea, daughter of Phoenix, and Poseidon, while Erginus was the son of Clymenus, son of Presbon, and Buzyge, daughter of Lycus. Miletus, from whom the city Miletus is named, was the son of Euxantius, son of Minos; but some say he was the son of Apollo and Areia, daughter of Cleochus. He was called Miletus because he was hidden by his mother in a milax (yew). Others say that Miletus was founded by Sarpedon, son of Zeus, and named after the city in Crete. They say it was first called Pityussa, others Asteria, then Anactoria, then Miletus. And Aristocritus (fg 1 M. IV 334) says,

185-88a_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-112

ὅτι Ἀρεία θυγάτηρ ἐγένετο Κλεόχου, ἧς καὶ Ἀπόλλωνος γενέσθαι βρέφος, καὶ τοῦτο ἐκτεθῆναι εἰς μίλακα, τὸν δὲ Κλέοχον ἀνελέσθαι καὶ ὀνομάσαι ἀπὸ τῆς μίλακος Μίλητον· τοῦτον δὲ ἀνδρωθέντα καὶ φθονούμενον ὑπὸ τοῦ Μίνωος ἀναχωρῆσαι εἰς τὴν Σάμον, ἀφ’ οὗ καὶ τόπος ἐκεῖ Μίλητος. καὶ ἀπὸ τῆς Σάμου μεταβὰς εἰς τὴν Καρίαν ἔκτισε πόλιν, Μίλητον ἀφ’
ἑαυτοῦ καλέσας. μαρτυρεῖ Ἡρόδωρος (31 fg 45 J.).


That Areia was the daughter of Cleochus, and from her and Apollo a child was born, and this child was exposed in a milax, and Cleochus took him up and named him Miletus from the milax. When he grew up and was envied by Minos, he withdrew to Samos, from which also a place there is called Miletus. And moving from Samos to Caria he founded a city, calling it Miletus after himself. Herodorus (31 fg 45 J.) bears witness.

185-88b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-113

b. 〈ὁ δ’ Ἰμβρασίης ἕδος Ἥρης Παρθενίην:〉 τὴν Σάμον φησίν. Ἴμβρασος γὰρ ποταμὸς Σάμου, ὃς μετεκλήθη Παρθένιος διὰ τὸ ἐκεῖ παρθένον ἔτι οὖσαν τετράφθαι τὴν Ἥραν. καὶ Καλλίμαχος (fg 213 Schn.) μέμνηται. ὁ δὲ Ταρραῖος οὕτως (fg 10 Linnenkugel) Παρθενία δὲ ἡ Σάμος ἀπὸ
Παρθενίας τῆς Σάμου γυναικὸς ὠνομάσθη. L m (P)


b. 〈ὁ δ’ Ἰμβρασίης ἕδος Ἥρης Παρθενίην:〉 He means Samos. For Imbrasus is a river of Samos, which was renamed Parthenius because Hera was raised there while still a virgin. Callimachus (fg 213 Schn.) also mentions it. And Tarrhaeus says (fg 10 Linnenkugel): "Parthenia, Samos, was named after Parthenia, a woman of Samos." Lm (P)

185-88c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-114

c. 〈Παρθενίης〉 Ἀγκαῖος: Ἀριστοτέλης (fg 530 Rose) φησὶ τιθεὶς ἐπὶ Ἀγκαίου τὴν παροιμίαν, ὅτι γέγονε φιλογεώργος Ἀγκαῖος καὶ πολλὰς ἐφύτευσεν ἀμπέλους. εἰπόντος δὲ αὐτῷ τοῦ θερά-
ποντος, ὅτι θᾶττον ἀποθανεῖται ἢ πίεται ἐκ τῶν καρπών τῆς ἀμπέλου, Ἀγκαῖος ὡρίμου γενομένου τοῦ καρποῦ, τρίψας βότρυν ἐκάλεσε τὸν θε- ράποντα καὶ εἶπεν, ὡς ἔζησεν μέχρις οὗ καρποφορήσῃ ἡ ἄμπελος, καὶ ἔμελλε πίνειν. τοῦ δὲ θεράποντος εἰπόντος ‘πολλά μεταξὺ πέλει κύλικος καὶ χείλεος ἄκρου’ διηγγέλη αὐτῷ τις σῦς διαλυμαινόμενος τὴν χώραν
ἐφ’ ὃν ἐκδραμὼν πρὶν πίῃ, ἀνηρέθη ὑπ’ αὐτοῦ· διὸ ἐπεκράτησεν ἡ παρ- οιμία ἐπὶ τῶν παρὰ προσδοκίαν τι πασχόντων. καὶ Φερεκύδης ἐν τῇ η’ (3 fg 36 J.) φησὶ τὸν Ἀγκαῖον ὑπὸ τοῦ Καλυδωνίου συὸς πληγέντα τὸν μηρὸν ἀποθανεῖν.


c. 〈Parthenian〉 Ancaeus: Aristotle (fr. 530 Rose) says, applying the proverb to Ancaeus, that Ancaeus was fond of farming and planted many vines. When his servant told him that he would die sooner than drink from the fruit of the vine, Ancaeus, when the fruit was ripe, crushed a grape, called the servant, and said that he had lived until the vine bore fruit, and was about to drink. But when the servant said, 'Many things happen between the cup and the lip,' it was reported to him that a boar was ravaging the land; he rushed out against it before drinking and was killed by it. Therefore the proverb prevailed for those who suffer something contrary to expectation. And Pherecydes in the eighth book (3 fr. 36 J.) says that Ancaeus was struck in the thigh by the Calydonian boar and died.

193. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-115

193. ἀλλά ἑ θῆσσα γυ〈νή〉: θῆσσα ἡ δούλη. Ἀθηναῖοι δὲ καὶ τοὺς
πενιχροὺς θῆτας λέγουσιν ἀπὸ τοῦ θητεύειν ἐπὶ μισθῷ διὰ τὸ ἐνδεεῖς εἶναι τῶν ἐπιτηδείων· καὶ ὥσπερ τῷ Κρὴς παράκειται τὸ Κρῆσσα θη- λυκόν, οὕτω καὶ τῷ θὴς θῆσσα.


193. But a hired woman: 'thessa' means a female slave. The Athenians also call the poor 'thetes', from 'theteuein' (to serve for hire), because they lack the necessities. And just as 'Kres' has the feminine 'Kressa', so 'thes' has 'thessa'.

194. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-116

194. 〈κοσμήτορα:〉 ἀντὶ τοῦ καθηγητήν. L g


194. 〈commander:〉 instead of 'leader'. Lg

195a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-117

195 a. 〈ὧδ’ ἔτι κουρίζων:〉 οὕτως ἀκμάζων ἔτι. L g


195a. 〈thus still in his youth:〉 thus still in his prime. Lg

195b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-118

b. τὸ δὲ κουρίζων ἐνταῦθα ἀντὶ τοῦ κοῦρος ὤν, ἀλλαχοῦ δὲ καὶ ἀντὶ τοῦ κούρους τρέφων. P


b. Here 'κουρίζων' means 'being a youth', but elsewhere it also means 'rearing youths'. P

196. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-119

196. 〈τοῦ δ’:〉 τοῦ Μελεάγρου. L g


196. 〈of him:〉 of Meleager. Lg

198. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-120

198. 〈λυκάβαντα:〉 ἐνιαυτόν. L g


198. 〈lykabanta:〉 year. Lg

199-201a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-121

199/201 a. μήτρως: Ἀλθαία καὶ Ἴφικλος ἀδελφοὶ ἐκ Δηιδαμείας
τῆς Περιήρους. L m (P)


199/201a. Maternal uncle: Althaea and Iphiclus were siblings, children of Deidameia, daughter of Perieres. Lm (P)

199-201b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-122

b. Θεστιάδης Ἴφικλος: κασίγνητος Τοξέως καὶ Πληξίππου καὶ Ἀλθαίας τῆς Μελεάγρου μητρός. μήτρως οὖν ὁ Ἴφικλος Μελεάγρου [ἐκ τῆς Ἐφύρης ἵκανεν]. Η


b. Thestiades Iphiclus: brother of Toxeus and Plexippus and Althaea, the mother of Meleager. Therefore Iphiclus is Meleager's maternal uncle [he came from Ephyra]. H

202. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-123

202. Ὠλενίοιο: Ὤλενοι δύο, τῆς Ἀχαΐας 〈καὶ〉 τῆς Αἰτωλίας.
Ὅμηρος (Β 639)· ‘οἳ Πλευρῶν’ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον’.


202. Olenian: There are two Oleni, one in Achaea and one in Aetolia. Homer (Iliad 2.639): 'who dwelt in Pleuron and Olenus'.

204a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-124

204 a. σιφλός: ἀντὶ τοῦ κεκακωμένος· οἱ δὲ τὸν κακόποδα καὶ ἐπιμωμητὸν ἀπέδοσαν.. σιφλὸς δὲ ὁ μῶμος.


204a. 'siphlos': instead of 'injured'; but some rendered it as 'bad-footed' and 'blameworthy'. 'Siphlos' means 'blame'.

204b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-125

b. 〈σιφλός:〉 χωλός. S g


b. 〈siphlos:〉 lame. Sg

205. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-126

205. 〈ὅ:〉 ἀντὶ τοῦ διό. L g


205. 〈which:〉 instead of 'therefore'. Lg

207-09a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-127

207—09 a. ἐκ δ’ ἄρα Φωκή〈ων〉: οἱ Φωκεῖς ἐκλήθησαν ἀπὸ Φώκου τοῦ Αἰακοῦ. τὸν δὲ Ἴφιτον γενεαλογοῦσι Ναυβόλου καὶ Περι- νείκης τῆς Ἱππομάχου. ἡ δὲ Πυθὼ πόλις Φωκίδος, ἔνθα τὸ μαντεῖον, ἀπὸ τοῦ πυνθάνεσθαι τῶν μαντειών οὕτω κληθεῖσα ἢ ἀπὸ τοῦ ἐκεῖσε
σεσῆφθαι τὸν δράκοντα.


207-09a. And from Phocis: the Phocians were named after Phocus, son of Aeacus. They trace Iphitus' lineage to Naubolus and Perineice, daughter of Hippomachus. Pytho is a city of Phocis, where the oracle is, so called from inquiring of the oracles (πυνθάνεσθαι) or from the dragon having rotted (σεσῆφθαι) there.

207-09b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-128

b. 〈ξεῖνος:〉 τοῦ Ἰάσονος φίλος ἦν. L g


b. 〈ξεῖνος:〉 He was a friend of Jason. Lg

211-15a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-129

211—15 a. 〈Ζήτης:〉 ὄνομα κύριον. L g


211-15a. 〈Ζήτης:〉 a proper name. Lg

211-15b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-130

b. 〈Κάλαϊς:〉 ὄνομα κύριον. L g


b. 〈Κάλαϊς:〉 a proper name. Lg

211-15c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-131

c. Ζήτης καὶ Κάλαϊς: τούτους ἐκ διαφόρων τόπων συμπλεῦσαι τοῖς Ἀργοναύταις φασίν. οἱ μὲν γὰρ ἐκ Θράκης ὡς Ἀπολλώνιος, Ἡρό-
δωρος (31 fg 46 J.) δὲ ἐκ Δαυλίδος, Δοῦρις (76 fg 86 J.) δὲ ἐξ Ὑπερβορέων. καταλέγει δὲ τούτους καὶ Ἀντίμαχος (fg 7 B. II 290). Φανόδικος δὲ ἐν α’ Δηλιακῶν (fg 1 M. IV 473) ἐξ Ὑπερβορέων φησὶν αὐτοὺς ἐλθεῖν ἐπὶ τὸν πλοῦν. τὴν δὲ Ὠρείθυιαν Σιμωνίδης (fg 3 B. III 382) ἀπὸ Βριλησσοῦ φησιν ἁρπαγεῖσαν ἐπὶ τὴν Σαρπηδονίαν
πέτραν τῆς Θράκης ἐνεχθῆναι· ἔστι γὰρ καὶ τῆς Κιλικίας ὁμώνυμος, ὡς Καλλισθένης (124 fg 39 J.) Στησίχορος δὲ ἐν τῇ Γηρυονίδι (fg 10 B. III 210) καὶ νῆσόν τινα ἐν τῷ Ἀτλαντικῷ πελάγει Σαρπηδονίαν φησί. περὶ δὲ τῆς Θρᾳκίας Σαρπηδονίας πέτρας, ὅτι πρὸς τῷ Αἵμῳ ὄρει ἐστί, Φερε- κύδης (3 fg 145 J.) φησί, περὶ τῆς ἁρπαγῆς ἱστορῶν τῆς Ὠρειθυίας.
Χοιρίλος (fg 5 Kink.) δὲ ἁρπασθῆναί φησιν αὐτὴν ἄνθη ἀμέργουσαν ὑπὸ τὰς τοῦ Κηφισοῦ πηγάς. Ἡραγόρας δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς (fg 4 M. IV 427) τὸν τὴν Ὠρείθυιαν ἁρπάσαντα Βορέαν υἱὸν Στρυμόνος φησίν, οὐχὶ δὲ τὸν ἄνεμον. ἡ δὲ Ὠρείθυια Ἐρεχθέως θυγάτηρ, ἣν ἐξ Ἀττικῆς ἁρπάσας ὁ Βορέας ἤγαγεν εἰς Θράκην, κἀκεῖσε συνελθὼν ἔτεκε
Ζήτην καὶ Κάλαϊν, ὡς Σιμωνίδης ἐν τῇ Ναυμαχίᾳ (v. supra). 〈...〉 Φινεύς δὲ Κλεοπάτραν τὴν Ὠρειθυίας πρώτην ἔγημεν, μετὰ ταῦτα δὲ Ἰδαίαν τὴν Δαρδάνου, ἥτις ἀπεχθῶς ἔχουσα πρὸς τοὺς προγόνους, λέγω δὴ πρὸς τοὺς ἀπὸ Κλεοπάτρας υἱούς, ἐπειρᾶτο τυφλῶσαι αὐτούς. οἱ δέ, ὅτι ὁ πατὴρ ἐτύφλωσεν αὐτοὺς διαβαλούσης τῆς μητρυιᾶς πρὸς αὐτόν.


c. Zetes and Calais: they say that these sailed with the Argonauts from different places. For some say from Thrace, as Apollonius; Herodorus (31 FGrH 46 J.) from Daulis; Duris (76 FGrH 86 J.) from the Hyperboreans. Antimachus (fr. 7 B. II 290) also lists them. Phanodicus in the first book of his Deliaca (fr. 1 M. IV 473) says that they came from the Hyperboreans for the voyage. Simonides (fr. 3 B. III 382) says that Orithyia was snatched from Brilessus and carried to the Sarpedonian rock of Thrace; for there is also one of the same name in Cilicia, as Callisthenes (124 FGrH 39 J.) says. Stesichorus in the Geryoneis (fr. 10 B. III 210) says that there is also a certain island in the Atlantic sea called Sarpedonia. Concerning the Thracian Sarpedonian rock, that it is near Mount Haemus, Pherecydes (3 FGrH 145 J.) says, when relating the abduction of Orithyia. Choerilus (fr. 5 Kink.) says that she was snatched while gathering flowers by the springs of Cephisus. Heragoras in his Megarica (fr. 4 M. IV 427) says that the one who snatched Orithyia was Boreas, son of Strymon, not the wind. Orithyia was the daughter of Erechtheus, whom Boreas snatched from Attica and brought to Thrace, and there he lay with her and fathered Zetes and Calais, as Simonides says in the Naumachia (see above). 〈...〉 Phineus first married Cleopatra, daughter of Orithyia, and afterwards Idaea, daughter of Dardanus, who, being hostile to the stepchildren, I mean the sons of Cleopatra, tried to blind them. But they, because their father blinded them after their stepmother slandered them to him.

211-15d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-132

d. Κεκροπίηθεν: 〈...〉 Κρέουσα, Ὠρείθυια, Πρόκρις· Ὠρει- θυίας δὲ Χιόνη, Χθονία, Κλεοπάτρα, Ζήτης καὶ Κάλαϊς. ὁ δὲ Βορέας ἰδὼν παίζουσαν Ὠρείθυιαν πρὸς τῷ Ἰλισσῷ ἠράσθη αὐτῆς· ἐξ ἧς οὗτοι.


d. From Cecropia: 〈...〉 Creusa, Orithyia, Procris; and of Orithyia, Chione, Chthonia, Cleopatra, Zetes and Calais. Boreas, seeing Orithyia playing by the Ilissus, fell in love with her; from her these were born.

211-15e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-133

e. Κεκροπίηθεν: ἡ ἀκρόπολις τῆς Ἀττικῆς Κεκροπία ἐκαλεῖτο
τὸ πρότερον. L m (P)


e. From Cecropia: the acropolis of Attica was formerly called Cecropia. Lm (P)

211-15f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-134

f. 〈Ἰλισσοῦ:〉 ποταμὸς Ἀττικῆς. L g


f. 〈Of the Ilissus:〉 a river of Attica. Lg

216-17a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-135

216—17 a. Σαρπηδονίην ὅθι πέ〈τρην〉: πόλις τῆς Ἀστι- κῆς ἀπὸ Σαρπηδόνος τοῦ τῆς Θράκης βασιλέως, ἀδελφοῦ Πόλτυος. 〈ποταμοῖο παρὰ ῥόον Ἐργίνοιο:〉 τοῦτο δὲ προσέθηκεν, ἐπεὶ
καὶ ἑτέρα ἐστὶ Σαρπηδονία πέτρα τῆς Κιλικίας.


216-17a. Sarpedonian rock: a city of Attica named after Sarpedon, king of Thrace, brother of Poltys. 〈Beside the stream of the river Erginus:〉 he added this because there is also another Sarpedonian rock in Cilicia.

216-17b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-136

b. 〈Ἐργίνοιο:〉 ποταμὸς Θράκης. L g


b. 〈Of Erginus:〉 a river of Thrace. Lg

218. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-137

218. λυγαίοις: σκοτεινοῖς, κατὰ μετωνυμίαν· λύγος γὰρ τὸ σκότος ἀπὸ τοῦ λύγου τοῦ φυτοῦ, ὅπερ ἐστὶ πυκνὸν καὶ δασύ. L mP


218. λυγαίοις: dark, by metonymy; for λύγος means darkness, from the plant λύγος, which is dense and thick. LmP

219-20. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-138

219—20. ἐπ’ ἀκροτάτοισι ποδ〈ῶν〉: τοῖς σφυροῖς ἢ τοῖς
ἀστραγάλοις. ἐρεμνὰς δὲ ἤτοι κατὰ συγκοπὴν τὰς ἐρεβεννάς, τουτέστι [καταπληκτικὰς] σκοτεινὰς κυρίως, ἐξ οὗ μελαίνας. ὁ δὲ λόγος· ἔσειον μελαίνας πτέρυγας κινούμενοι, καταπληκτικὰς τῷ ἰδέσθαι.


219-20. On the tips of their feet: on their ankles or heels. And ἐρεμνάς, by syncope for ἐρεβεννάς, that is, properly dark, hence black. The sense: they shook their black wings as they moved, terrifying to behold.

221-22. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-139

221—22. φολίδεσσι: ταῖς στίξεσι, τοῖς ποικίλμασι τῶν πτερῶν. 〈κράατος〉 ὑπάτοιο δὲ ἄκρας κεφαλῆς.


221-22. φολίδεσσι: with the spots, the variegated markings of the wings. 〈κράατος〉 ὑπάτοιο: of the top of the head.

224-26a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-140

224—26 a. οὐδὲ μὲν οὐδ’ αὐτοῖο πά〈ις〉: Ἄκαστος Πελίου
υἱὸς ἔγημεν Κρηθηΐδα ἤ, ὥς τινες, Ἱππολύτην. ἡ δὲ Πηλέως ἐρασθεῖσα


224-26a. Nor even the son of him himself: Acastus, son of Pelias, married Cretheis or, as some say, Hippolyte. She fell in love with Peleus

224-26a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-141

224/26 a. ἀπήτει συνελθεῖν. ὡς δὲ ἀπετύγχανεν, προβαλοῦσα τὸν Πηλέα τῷ ἀνδρὶ κατηγόρει, ὅτι ἤθελεν αὐτῇ συνελθεῖν. ὁ δὲ δεξάμενος τὸν Πηλέα ὡς ἐπὶ θήραν εἰς τὸ Πήλιον κατέλειψεν ἄοπλον, ἵνα ὑπὸ θηρίων διαφθαρῇ. ἐπιστὰς δὲ Ἑρμῆς ἤ, ὥς τινες, Χείρων ἔδωκεν αὐτῷ ἡφαιστότευκτον
μάχαιραν. καὶ τὰ ἐπιτυγχάνοντα θηρία ἀναιρῶν ἦλθεν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀνεῖλεν Ἄκαστον αὐτόν 〈τε〉 καὶ τὴν τοῦ Ἀκάστου γυναῖκα.


224/26a. and demanded to lie with him. When she failed, she accused Peleus to her husband, claiming that he wanted to lie with her. He took Peleus hunting on Pelion and left him unarmed, so that he would be killed by wild beasts. But Hermes appeared, or, as some say, Chiron, and gave him a Hephaestus-made knife. Killing the beasts he encountered, he returned to the city and killed Acastus himself and Acastus' wife.
εἰ δὲ ἐπὶ κίνδυνον αὐτοὺς ἔπεμπεν ὁ Πελίας, διὰ τί ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐξήρχετο; καὶ οὗτος μέν φησιν, ἄκοντος τοῦ πατρός· Δημάγητος δέ, ὅτι ἐκέλευσεν ὁ Πελίας τὴν Ἀργὼ ἀραιοῖς γόμφοις παγῆναι, ἵνα ταχέως
ἀπολέσῃ αὐτούς· ὁ δὲ Ἄργος τοὐναντίον πεποίηκεν, καὶ πιστὸν ἔχων τὸν τέκτονα Ἄκαστος ἐπέβη.


But if Pelias was sending them into danger, why did his son go along? And this one says, against his father's will; but Demagetus says that Pelias ordered the Argo to be built with loose bolts, so that it would quickly destroy them; but Argus did the opposite, and Acastus, trusting the builder, went aboard.

224-26b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-142

b. Ἄργος τε θεᾶς ὑπ〈οεργός〉: διὰ τὸ τὴν Ἀργὼ κατασκευάσαι Ἀθηνᾶς προνοίᾳ. διὰ τοῦτο ὁ ποιητής φησιν (I 19) Ἀθηνᾶς ὑποθημοσύνῃσι γενέσθαι αὐτήν.


b. Argus, the goddess’s helper: because he built the Argo by Athena’s forethought. For this reason the poet says (I 19) that it came into being by Athena’s instructions.

228. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-143

228. 〈συμμήστορες:〉 σύμβουλοι. L g


228. 〈συμμήστορες:〉 counselors. Lg

230-33a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-144

230—33 a. ἀντὶ τοῦ γὰρ ὁ ἐπεί. L g


230-33 a. For γὰρ ὁ is used instead of ἐπεί. Lg

230-33b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-145

b. ἐπεὶ Μινύαο θυγα〈τρῶν〉: ὁ γὰρ Μινύας πολλὰς εἶχεν θυγατέρας. καὶ γὰρ ὁ Ἰάσων Ἀλκιμέδης ἐστὶ τῆς Κλυμένης τῆς Μινύου θυγατρός. Στησίχορος (fg 54 B. III 225) δὲ Ἐτεοκλυμένης φησίν, Φερεκύδης (3 fg 104 b J.) δὲ Ἀλκιμέδης τῆς Φυλάκου. Ἰσονόης δὲ
τῆς Δαναοῦ καὶ Διὸς γίνεται Ὀρχομενός, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πόλις Ὀρχομενὸς καλεῖται· Ὀρχομενοῦ δὲ καὶ Ἑρμίππης τῆς Βοιωτοῦ γίνεται Μινύας — ἐπίκλησιν, φύσει δὲ Ποσειδῶνος —, ὃς ᾤκει ἐν Ὀρχομενῷ, ἀφ’ οὗ ὁ


b. Since the daughters of Minyas: for Minyas had many daughters. And indeed Jason is the son of Alcimede, daughter of Clymene, daughter of Minyas. Stesichorus (fg 54 B. III 225) says he is the son of Eteoclymene, and Pherecydes (3 fg 104 b J.) says he is the son of Alcimede, daughter of Phylacus. From Isonoe, daughter of Danaus and Zeus, was born Orchomenus, after whom the city Orchomenus is named; and from Orchomenus and Hermippe, daughter of Boeotus, was born Minyas — by surname, but in nature son of Poseidon — who lived in Orchomenus, from whom the

230-33b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-146

λαὸς Μινύαι ἐκλήθησαν· ἐκ δὲ Μινύου καὶ Κλυτοδώρας γίνεται Πρέσβων καὶ Περικλυμένη καὶ Ἐτεοκλυμένη, ἐκ δὲ Φανοσύρας τῆς Παιῶνος καὶ Μινύου Ὀρχομενὸς καὶ Διοχθώνδης καὶ Ἀθάμας. ὁ δὲ Σκήψιος Δημήτριος (fg 51 Gaede) φησι τοὺς τὴν Ἰωλκὸν οἰκοῦντας Μινύας προσαγορεύεσθαι.


people were called Minyae; and from Minyas and Clytodora were born Presbon, Periclymene, and Eteoclymene, and from Phanosyra, daughter of Paeon, and Minyas were born Orchomenus, Diochthondes, and Athamas. But Demetrius of Scepsis (fg 51 Gaede) says that those who inhabit Iolcus are called Minyae.

238. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-147

238. Παγασαί: ἀκρωτήριον Μαγνησίας· ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ τοῦ ἐκεῖ πεπῆχθαι τὴν Ἀργώ. ὁ δὲ Σκήψιος (Demetrii Scepsii fg 52 Gaede) ἀπὸ τοῦ πηγαῖς περιρρέεσθαι τοὺς τόπους. ἔστι δὲ καὶ Παγασαίου Ἀπόλλωνος ἱερόν.


238. Pagasae: a headland of Magnesia; it was named from the Argo having been built there. But the Scepsian (Demetrius of Scepsis fg 52 Gaede) says from the places being washed by springs. There is also a sanctuary of Apollo Pagasaeus.

240. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-148

240. ἀστέρες ὣς νεφέ〈εσσι〉: πρὸς τὸ γένος καὶ τὴν τύχην
καὶ τὴν ἀνδρίαν ἀπιδών, ἀστέρας μὲν τοὺς ἥρωάς φησι, νεφέλας δὲ τοὺς δημοτικοὺς ὄχλους.


240. Like stars among clouds: looking to their lineage, fortune, and courage, he calls the heroes stars, and the common crowds clouds.

242-43. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-149

242—43. πόθι τόσσον ὅμιλον: οὐχ ὑγιῶς τὸ πόθι· ἔστι γὰρ τοῦ ἐν τόπῳ δηλωτικόν. ἔδει οὖν ποῖ εἰπεῖν. τὸ δὲ ἔκτοθι βάλλει ἀντὶ τοῦ ἀποστέλλει. Παναχαιίδα δὲ τὴν Θεσσαλίαν φησίν,
ὅτι αὕτη πρώτη ἐκλήθη Ἀχαία ἀπὸ Ἀχαιοῦ τοῦ Ξούθου.


242-43. "Where such a throng": the word "where" is not used correctly; for it indicates place. It should have said "whither." And "he casts" is used for "he sends." He calls Thessaly "Panachaean," because it was first called Achaea after Achaeus, son of Xuthus.

244. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-150

244. πυρὶ δηώσειαν: συμφλέξειαν, καταπολεμήσειαν, καταστρέ- ψειαν. δόμους δὲ τὴν χώραν, τὴν γῆν, συνεκδοχικῶς.


244. "May they destroy with fire": may they burn up, may they subdue in war, may they overturn. "Houses" means the land, the earth, by synecdoche.

246a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-151

246 a. ἀλλ’ οὐ φυκτὰ κέλ〈ευθα〉: ἀλλ’ οὐκ ἐκφεύξιμος αὐτοῖς ἡ ὁδός, κατ’ ἀνάγκην γάρ ἐστιν· οὐδὲ ἄπρακτος ὁ ἆθλος, ἀνύσουσι
γὰρ ῥᾳδίως, οἷον εὐκατόρθωτος· [ἢ οὕτως] ὥστε εἶναι τὸν λόγον· ἀλλ’ οὐχ ὑποφεύξιμα, οἷον ἀδύνατον ἦν αὐτοῖς μὴ ἐπιτελέσαι τὴν ἐπιταγήν, 〈...〉.


246a. "But not escapable are the paths": but the road is not avoidable for them, for it is by necessity; nor is the contest without accomplishment, for they will accomplish it easily, as it were easy to succeed; [or thus] so that the meaning is: but not to be fled from, as it were impossible for them not to fulfill the command, 〈...〉.

246b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-152

b. πόνος δ’ ἄπρηκτος ἰοῦσιν: κατὰ κοινοῦ τὸ οὐ, ἵνα ᾖ· ἀλλ’ οὐ φυκτὰ κέλευθα οὐδέ ὁ πόνος ἄπρακτος, πρὸς τὸ αὐτῆμαρ δὲ δόμους ὀλοῷ πυρὶ δηώσειαν Αἰήτεω ὅτε μή σφιν
ἑκὼν δέρος ἐγγυαλίξῃ
. οἱ δὲ οὕτως· 〈οὐ φυκτά〉 οὐκ εὔπλοα 〈καὶ〉 ἄπρηκτος δύσπρακτος, δυσεργής, δυσκατόρθωτος.


b. "And the toil not unaccomplished for those who go": the negative is common, so that it is: but not escapable are the paths, nor is the toil unaccomplished, but on the same day may they destroy the house of Aeetes with destructive fire, unless he willingly gives them the fleece. Others thus: 〈not escapable〉 not easy to sail 〈and〉 unaccomplished, hard to accomplish, hard to work, hard to succeed.

247-49a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-153

247—49 a. 〈αἱ δὲ γυναῖκες:〉 καὶ τοῦτο ὡς πρὸς γυναικείαν φύσιν. ἄγαν θαυμαστῶς πρὸς τὰς φύσεις καὶ τοὺς λόγους ἀμφοτέροις ἀνέπλασεν. τοῖς μὲν γὰρ ἀνδράσιν, ἐπεὶ θρασυτέρα ἡ φύσις, ἄνυσιν καὶ τέλος τῶν μελλόντων εἰσάγει, ταῖς δὲ γυναιξίν, ἐπεὶ ἀσθενέστεραι, εὐχὰς καὶ ἱκεσίας ποιεῖ. τοιαῦται γὰρ ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ φοβερῶν πραγμάτων
αἱ γυναῖκες.


247-49a. 〈But the women:〉 this too is in accordance with feminine nature. He has marvelously adapted the natures and speeches to both. For to the men, since their nature is bolder, he introduces accomplishment and fulfillment of what is to come, but for the women, since they are weaker, he makes prayers and supplications. For such are women in great and fearful matters.

247-49b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-154

b. νόστοιο τέλος θυμηδέες: θυμήρεες.


b. "Sweet end of return": pleasing.

251-52. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-155

251—52. δειλὴ Ἀλκιμέδη: ἐπίπονε. ὁ δὲ νοῦς· εἰ καὶ ὀψέ, ὅμως δ’ οὖν ἦλθε καὶ σοὶ κακόν, Ἀλκιμέδη. λείπει δὲ ἡ διὰ πρόθεσις· καὶ οὐ διετέλεσας λαμπρῶς τὸν βίον, αὐχοῦσα ἐπὶ τοιούτῳ υἱῷ.


251-52. "Wretched Alcimede": toil-worn. The sense: even if late, nevertheless evil came also to you, Alcimede. The preposition "through" is missing; and you did not continue your life splendidly, boasting in such a son.

254-55a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-156

254—55 a. 〈εἰ τὸ πάροιθεν:〉 [ἢ τέ οἱ ἦεν] πρὸ τοῦ τὸν ἆθλον ἐπιστῆναι. κακῶν δὲ ἤτοι τῶν ἰδίων ἢ τῶν μελλόντων ἐπι- τελεῖσθαι τοῖς Ἀργοναύταις.


254-55a. 〈If formerly:〉 [or "was to him"] before the contest came upon him. "Of evils" either of his own or of those about to be accomplished by the Argonauts.

254-55b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-157

b. κτερέεσσιν: ἐνταφίοις. L g (P)


b. "With funeral offerings": with burial gifts. Lg (P)

256-59. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-158

256—59. ὧς ὄφελεν καὶ Φρίξον: λέγεται γάρ, ὅτι τῆς Ἕλλης
καταπεσούσης ἀγωνιῶντι τῷ Φρίξῳ κατὰ Διὸς βούλησιν ἐφθέγξατο θαρ- σύνων αὐτὸν ὁ κριὸς διασώσειν αὐτὸν εἰς τὴν Σκυθίαν. τοῦτο δὲ αὐτὸ τῇ Ἀλκιμέδῃ ἔμελλε κακὸν γενέσθαι τοῦ υἱοῦ ἐκεῖσε στελλομένου. ἡ δὲ ἱστορία κεῖται παρὰ Ἑκαταίῳ (1 fg 17 J.), ὅτι ὁ κριὸς ἐλάλησεν. ἔνιοι δὲ φασιν αὐτὸν ἐπὶ κριοπρώρου σκάφους πλεῦσαι. Διονύσιος δὲ ἐν β'
(32 fg 2 b J.) Κριόν φησι Φρίξου τροφέα γενέσθαι καὶ συμπεπλευκέναι αὐτῷ εἰς Κόλχους· διὸ καὶ μεμυθεῦσθαι τὰ περὶ τῆς τοῦ κριοῦ θυσίας αὐτόθι.


256-59. Would that Phrixus too: for it is said that when Helle fell, the ram, by the will of Zeus, spoke to the anxious Phrixus, encouraging him that it would bring him safely to Scythia. This very thing was destined to become an evil for Alcimede, since her son was sent there. The story is found in Hecataeus (1 fr. 17 J.), that the ram spoke. But some say that he sailed on a ram-prowed vessel. Dionysius in his second book (32 fr. 2b J.) says that Crius was Phrixus' foster-father and sailed with him to Colchis; for this reason the story of the ram's sacrifice there was mythologized.

260. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-159

260. ἐπὶ προμολῇσι: 〈ἐπὶ〉 τῇ ἐξόδῳ τῶν ἀριστέων· ἀπὸ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν μολεῖν. ἐντεῦθεν καὶ τὰς πρώτας προβάσεις τῶν ὀρῶν
προμολὰς λέγουσι.


260. At the entrance: at the exit of the nobles; from 'to go forward'. Hence they also call the first approaches of mountains 'entrances'.

262-63a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-160

262—63 a. 〈βεβολημένη:〉 λύπῃ βλαβεῖσα ἢ δυσθυμοῦσα. L g


262-63a. 〈Stricken:〉 harmed by grief or dispirited. Lg

262-63b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-161

b. ὀξὺ δ’ ἑκάστην: μετενήνεκται ἀπὸ τῶν κατὰ τὴν ἁφήν, ὡς


b. Sharp for each: it is transferred from things pertaining to touch, as

262-63b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-162

παρ’ Ὁμήρῳ (Λ 269)· ‘ὡς δ’ ὅταν ὠδίνουσαν ἔχῃ βέλος ὀξύ’. ἄχος δὲ ἐστι σύγχυσις ψυχῆς, λύπη ἐπιτεταμένη· σαφὲς δὲ ἐκ τοῦ λέγειν τὸν ποιητήν (ο 358)· ‘ἡ δ’ ἄχεϊ οὗ παιδὸς ἀπέφθιτο’.


in Homer (Λ 269): 'as when a sharp dart holds a woman in labor'. Grief is a confusion of the soul, intense pain; this is clear from the poet saying (ο 358): 'she wasted away with grief for her son'.

264. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-163

264. ἐντυπὰς ἐν λεχ〈έεσσιν〉: ἄγαν περιεσφιγμένος, ὡς πάντα τὰ μέλη ἐκτυποῦσθαι ἐκ τῆς σφίγξεως. ἐντυπὰς δὲ λέγεται καὶ
ὁ περιβεβλημένος κατὰ τῆς ὄψεως οὕτως ὥς καὶ τὸν τύπον διὰ τοῦ ἱματίου θεωρεῖσθαι.


264. Wrapped in bed: tightly bound, so that all the limbs are impressed from the constriction. 'Wrapped' is also said of one who has covered his face in such a way that the outline is seen through the cloak.

265. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-164

265. 〈ἔπειτα:〉 ἀντὶ τοῦ δή· ἡ γὰρ ἔπειτα φωνὴ τῷ δὴ ἰσο- δυναμεῖ νῦν. L g


265. 〈Then:〉 instead of 'indeed'; for the word 'then' is now equivalent to 'indeed'. Lg

266. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-165

266. νῦν λέγει τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν οἱ δοῦλοι συνηθροίζοντο. L g


266. Now he gives the reason why the slaves were gathering. Lg

267. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-166

267. κατηφέες: κατάστυγνοι διὰ τὴν λύπην. τὸ δὲ ἠείροντο παθητικὸν ἀντὶ ἐνεργητικοῦ κεῖται τοῦ ἤειρον.


267. Downcast: gloomy because of grief. The passive 'were gathered' is used instead of the active 'gathered'.

268. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-167

268. 〈ἐπεχεύατο:〉 ἀντὶ τοῦ ἐπέθηκεν, ἐπέβαλεν. L g


268. 〈Poured upon:〉 instead of 'placed upon', 'threw upon'. Lg

269-72a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-168

269—72 a. ἀδινώτερον: ὅμοιον τὸ σχῆμα τῷ ‘μελάντερον ἠύτε
πίσσα’ (Δ 277)· τὸ γὰρ συγκριτικόν ἔλαβεν ἀντὶ τοῦ ἀπολελυμένου.


269-72a. More thickly: the figure is similar to 'blacker than pitch' (Δ 277); for he used the comparative instead of the positive.

269-72b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-169

b. ἠύτε κούρη: ἀκαταλλήλως τὴν παραβολὴν τέθεικεν· ὑπο- τίθεται γὰρ γραῦν μὲν τὸν Ἰάσονα, κόρην δὲ τὴν μητέρα· ἔδει δέ, φασί, κατὰ τὸ ἐναντίον ταῦτα τάξαι. ἀλλ’ ἐροῦμεν, ὅτι προσφόρως ὑπόκειται ὁ Ἰάσων οὐ κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν γηροκομίαν τῆς μητρός
— καὶ γὰρ ἡ γραῦς τὴν κόρην ἀνατρέφει —, ὡς ἡ μήτηρ πρός τε τὸ ἀφερέπονον διὰ τὴν ἡλικίαν — καὶ γὰρ τὸ γῆρας καὶ ἡ βραχεῖα ἡλικία παρεοίκασι — καὶ πρὸς τὸ χρήζειν τῆς τρεφούσης.
μητρυιὰ δὲ ὥσπερ ἀπηνὴς ἐπικειμένη ἐστὶν ὁ Πελίας. τὸ δὲ κηδεμονῆες ἀπὸ τοῦ κηδε-


b. Like a maiden: he has made the comparison incongruously; for he supposes Jason to be an old woman and his mother a maiden; but they say it should have been arranged in the opposite way. But we shall say that Jason is appropriately placed not according to age, but according to the care of his mother—for the old woman rears the maiden—, as the mother is suited both to helplessness because of age—for old age and tender age are alike—and to needing someone to nourish her. And Pelias lies upon them like a harsh stepmother. And κηδεμονῆες is derived from κηδε-

269-72b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-170

μόνες παρήκται. οὕτω δὲ λέγονται οἱ κατὰ γάμον οἰκεῖοι, οἱ κηδεσταὶ καὶ κηδόμενοι.


μόνες is derived. Thus are called those related by marriage, the κηδεσταί and κηδόμενοι.

269-72c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-171

c. 〈οἰόθεν:〉 ἀντὶ τοῦ οἴη. L g


c. 〈οἰόθεν:〉 instead of οἴη. Lg

269-72d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-172

d. 〈πολιήν:〉 γραῦν. L g


d. 〈πολιήν:〉 old woman. Lg

269-72e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-173

e. 〈μύρεται:〉 κλαίει, θρηνεῖ. L g


e. 〈μύρεται:〉 weeps, laments. Lg

269-72f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-174

f. 〈ἡ οὐκ εἰσὶν ἔτ’ ἄλλοι:〉 τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Ἀλκιμέδην, ᾗ οὐκ εἰσὶν ἄλλοι παῖδες. L m


f. 〈ἡ οὐκ εἰσὶν ἔτ’ ἄλλοι:〉 this also refers to Alcimede, who has no other children. Lm

269-72g. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-175

g. 〈ὑπὸ μητρυιῇ〉 βίοτον βαρὺν 〈ἡγηλάζει〉: λείπει τὸ οὖσα· ὑπὸ μητρυιᾷ οὖσα κακὴν ζωὴν διάγει. τίθεται γὰρ τὸ βίοτος καὶ ἐπὶ τῆς ζωῆς ὡς νῦν καὶ ἐπὶ τοῦ πλούτου. τὸ δὲ ἡγηλάζει καὶ τὸ
ἠλάσκει κατὰ τοῦ αὐτοῦ πράγματος κεῖται· δηλοῖ δὲ τὸ ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόπῳ διατρίβειν καὶ ἐνέχεσθαι καὶ ἐν [τῷ] αὐτῷ ἀναστρέφεσθαι. ἐπὶ γὰρ τῶν μυιῶν φησιν Ὅμηρος (Β 470)· ‘αἵτε κατὰ σταθμὸν ποιμνήιον ἠλάσκουσι’ καὶ (ι 457)· ‘ὅππῃ κεῖνος ἐμὸν μένος ἠλασκάζει’.


g. 〈ὑπὸ μητρυιῇ〉 βίοτον βαρὺν 〈ἡγηλάζει〉: the word οὖσα is missing; being under a stepmother she leads a wretched life. For βίοτος is used both of life, as here, and of wealth. And ἡγηλάζει and ἠλάσκει are used of the same thing; they mean to spend time in the same place and to be entangled and to move about in the same place. For Homer says of flies (Iliad 2.470): 'which buzz about the pastoral steading' and (Odyssey 9.457): 'wherever that one wanders with my strength'.

273a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-176

273 a. 〈νέον:〉 νεωστί. L g


273 a. 〈νέον:〉 recently. Lg

273b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-177

b. 〈ἐστυφέλιξεν:〉 ἀντὶ τοῦ καθήψατο, ἐλύπησεν. L g


b. 〈ἐστυφέλιξεν:〉 instead of attacked, grieved. Lg

275a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-178

275 a. ἐκφλύξαι: ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν. φλύζειν δὲ κυρίως τοὺς λέ- βητάς φαμεν καιομένους ἀναβάλλειν τῇ θερμότητι τὸ ὕδωρ. περισπᾶται δὲ τὸ ὀρεχθεῖν ὡς ποιεῖν· ἔστι δὲ μίμημα φωνῆς ἀνάρθρου. Ὅμηρος (Ψ 30)· ‘πολλοὶ μὲν βόες ὀρέχθεον’. δεῖ δὲ μᾶλλον ἀκούεσθαι ἐπὶ τοῦ
στένειν.


275 a. ἐκφλύξαι: instead of to say. And properly we say that boiling cauldrons φλύζειν, that is, throw up water with heat. And ὀρεχθεῖν is circumflexed like ποιεῖν; it is an imitation of an inarticulate sound. Homer (Iliad 23.30): 'many oxen bellowed'. But it should rather be understood as groaning.

275b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-179

b. 〈ὀρεχθεῖ:〉 τραχύνεται. καὶ Ὅμηρος (ε 83)· ‘ἐν ἄλγεσι θυμὸν ὀρεχθών’. L m(P)


b. 〈ὀρεχθεῖ:〉 is distressed. And Homer (Odyssey 5.83): 'groaning in his heart with grief'. Lm(P)

275c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-180 c. ἔοικε δὲ τὸ μὲν διὰ τοῦ ο περισπώμενον εἶναι, ὀρεχθῶ, τὸ δὲ διὰ τοῦ ε βαρύτονον [ὄν], ἐρέχθω. P

277. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-181

277. 〈κηδοσύνῃσιν:〉 ταῖς λύπαις ἐνεχομένη. L m


277. 〈κηδοσύνῃσιν:〉 afflicted with sorrows. Lm

278a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-182

278 a. 〈ἐξειπόντος:〉 περιττὴ ἡ ἐξ. L g


278 a. 〈ἐξειπόντος:〉 the ἐξ is redundant. Lg

278b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-183

b. 〈ἄκουσα:〉 Ἰωνικῶς. L g


b. 〈ἄκουσα:〉 in Ionic fashion. Lg

280. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-184

280. 〈κηδέων:〉 τῶν λυπῶν. L g


280. 〈κηδέων:〉 of sorrows. Lg

283a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-185

283 a. ἄλλα δὲ πάντα θρεπτή〈ρια〉: τὰ μὲν ἄλλα πάντα 〈θρεπτήρια〉 — ἀντὶ τῶν τροφείων — παρὰ σοῦ ἔχω, λοιπὸν δὲ ἐπε- θύμουν παρὰ σοῦ περισταλῆναι. L


283 a. ἄλλα δὲ πάντα θρεπτή〈ρια〉: all other things 〈θρεπτήρια〉—instead of τροφεῖα—I have from you, but finally I desired to be buried by you. L

283b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-186

b. τὸ δὲ πέσσειν ἀντὶ τοῦ ἔχειν. P


b. And “to cook” instead of “to have.” P

284a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-187

284 a. Ἀχαιιάδεσσι: ταῖς Θεσσαλαῖς, ἀπὸ Ἀχαιοῦ τοῦ Φθίου. Ὅμηρος (Β 684)· ‘Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί’. L


284a. Achaean women: the Thessalian women, from Achaeus son of Phthius. Homer (Iliad 2.684): “They were called Myrmidons and Hellenes and Achaeans.” L

284b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-188

b. 〈ἀγητή:〉 διὰ τὴν σὴν παρουσίαν. L g


b. 〈admired:〉 because of your presence. Lg

285-86a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-189

285—86 a. δμωὶς ὅπως: ἐν τῇ προεκδόσει κεῖται· ‘βείομαι οὐλο- μένοισιν ὀιζυρὴ ἀχέεσσιν’ καὶ τὰ ἑξῆς ‘σεῖο πόθῳ φίλε κοῦρε δυσάμμορος’.


285–86a. “Like a slave woman”: in the earlier edition it reads: “I shall go, wretched amid destructive griefs,” and the following: “through longing for you, dear youth, ill-fated.”

285-86b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-190

b. 〈σεῖο πόθῳ:〉 διὰ τὴν σὴν ἀπουσίαν. L g


b. 〈through longing for you:〉 because of your absence. Lg

287. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-191

287. ᾧ ἔπι μούνῳ: ἄρρενι μόνῳ. εἶχεν γὰρ ἀδελφὴν Ἱππο- λύτην, ὡς φησιν Ἴβυκος (fg 39 B. III 249).


287. “On whom alone”: on the only male. For he had a sister Hippolyte, as Ibycus says (fr. 39 B. III 249).

288. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-192

288. μίτρην πρῶτον ἔλυ〈σα〉: λύουσι γὰρ τὰς ζώνας αἱ πρώτως τίκτουσαι καὶ ἀνατιθέασιν Ἀρτέμιδι· ὅθεν καὶ Λυσιζώνου Ἀρτέ-
μιδος ἱερὸν ἐν Ἀθήναις.


288. “First loosed her girdle”: for women giving birth for the first time loosen their girdles and dedicate them to Artemis; hence also the sanctuary of Artemis the Girdle-loosener in Athens.

292. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-193

292. κινύρετο: ἐθρήνει. κυρίως δὲ κινύρεσθαί ἐστιν ἐπὶ βοὸς καὶ εἴρηται παρὰ τὸ κινεῖν τὴν οὐρὰν ἐν τῷ μυκᾶσθαι· καὶ Ἀπίων δὲ εὑρὼν τὴν ἐτυμολογίαν παρὰ Ἀπολλοδώρῳ (244 fg 277 J.) ταύτην, ὅτι ταῦρος λέγεται παρὰ τὸ τείνειν τὴν οὐράν, μετέθηκε τὴν εὕρεσιν
τῆς ἐτυμολογίας.


292. “Lamented”: mourned. Properly, “to lament” is used of a cow, and it is derived from “moving the tail” while lowing; and Apion, having found this etymology in Apollodorus (244 fr. 277 J.), that “bull” is derived from “stretching the tail,” transferred the discovery of the etymology.

293a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-194

293 a. 〈ἐπισταδόν:〉 ἐφεστηκυῖαι. L g


293a. 〈standing over:〉 standing by. Lg

293b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-195

b. 〈τήν γε:〉 τὴν μητέρα. L g


b. 〈her:〉 the mother. Lg

294. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-196

294. 〈παρηγορέων:〉 παραμυθούμενος. L g


294. 〈consoling:〉 comforting. Lg

296a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-197

296 a. ὧδε λίην: πάνυ τετηρημένως. ἀδύνατον γὰρ μητέρα εἰς
τοσοῦτον κίνδυνον ἐξιόντος παιδὸς μὴ κλαίειν.


296a. “Thus excessively”: very guardedly. For it is impossible for a mother not to weep when her child goes out into such great danger.

296b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-198

b. 〈ἐπεὶ οὐ μέν:〉 πρὸς τὸ παρ’ Ὁμήρῳ (Ω 524)· ‘οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο’. L m (P)


b. 〈since not at all:〉 in reference to the Homeric line (Iliad 24.524): “for there is no profit in chilling lament.” Lm (P)

297a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-199

297 a. ἀλλ’ ἔτι κεν: παρὰ τὸ Ὁμηρικόν καὶ τοῦτο (Ω 551)· ‘πρὶν καὶ κακὸν ἄλλο πάθησθα’. L m (P)


297a. “But still”: this too is from Homer (Iliad 24.551): “before you suffer some other evil.” Lm (P)

297b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-200

b. ἄροιο: λάβοις. ὅθεν καὶ τὸν Ἄρη τινὲς ἐτυμολογοῦσιν, ἀπὸ
τοῦ λαμβάνειν καὶ ἀφελέσθαι ἐν πολέμῳ. ὁ δὲ λόγος· ἐπὶ κακῷ κακὸν ἀποίσῃ.


b. “May you take”: may you receive. Whence some derive Ares, from taking and carrying off in war. The sense: you will carry away evil upon evil.

298. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-201

298. 〈ἀίδηλα:〉 ἀπροόρατα. L g


298. 〈destructive:〉 unforeseen. Lg

299. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-202

299. ἀνιάζουσά περ ἔμπ〈ης〉: ὅτι ὁ πὲρ σύνδεσμος τίθεται πολλάκις ἀντὶ τοῦ γὲ καὶ δή. ‘μήδ’ οὕτως ἀγαθός περ ἐών’ (Α 131)
οὕτως· Ἀρίσταρχος ἀπέδωκεν ‘ἀγαθὸς δὴ ὤν’· καὶ ‘φυγόντι περ αἰπὺν ὄλεθρον’ (ρ 47) ‘φυγόντι δή’. ἢ τὸ ἑξῆς οὕτως· τὴν μοῖραν καίπερ κατὰ θυμὸν ἀνιάζουσα ὅμως τλῆθι φέρειν.


299. “Though grieving, nevertheless”: that the conjunction “per” is often used instead of “ge” and “dē.” “Not even so, good though he is” (Iliad 1.131) thus: Aristarchus rendered it “being good indeed”; and “though he escaped sheer destruction” (Odyssey 17.47) “having escaped indeed.” Or the order is thus: though grieving in your heart over your fate, nevertheless endure to bear it.

300. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-203

300. 〈συνημοσύνησιν:〉 συνθήκαις, συμβουλαῖς. L g


300. 〈συνημοσύνησιν:〉 with compacts, with counsels. Lg

302a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-204

302 a. 〈ἔχρη:〉 ὡς τὸ ἔφη καὶ ἔχρη. L g


302a. 〈ἔχρη:〉 like "he said" and "he proclaimed." Lg

302b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-205

b. ἔχρη: ἀντὶ τοῦ· ἐχρησμῴδησε περὶ τῆς ναυτιλίας.


b. ἔχρη: equivalent to: he prophesied about the voyage.

302c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-206

c. ἀτὰρ μετέπειτά γε: ἐπὶ δὲ τοῖς προειρημένοις, τῇ τε Ἀθηνᾷ καὶ ταῖς θεοπροπίαις, ἔτι θάρσει καὶ ἐπὶ τῇ τῶν ἀριστέων ἀρωγῇ τουτέστι βοήθεια. L


c. ἀτὰρ μετέπειτά γε: in addition to the things previously mentioned, namely Athena and the prophecies, take courage also in the aid of the nobles, that is, assistance. L

303. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-207

303. ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν αὖθ〈ι〉: παρὰ τὸ Ὁμηρικόν (φ 350)·
‘ἀλλ’ εἰς οἶκον ἰοῦσα’.


303. ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν αὖθ〈ι〉: after the Homeric passage (φ 350): "but go into the house."

304. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-208

304. μὴ δ’ ὄρνις ἀεικελ〈ίη〉: πάλιν παρὰ τὸ Ὁμηρικόν (Ω 218 sq.)· ‘μηδέ μοι αὐτὴ ὄρνις’ [ἀεικελίη].


304. μὴ δ’ ὄρνις ἀεικελ〈ίη〉: again after the Homeric passage (Ω 218 sq.): "nor let any bird be unseemly for me" [ἀεικελίη].

305. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-209

305. κεῖσε δ’ ὁμαρτήσουσιν ἔται: ἐπὶ Σκυθίαν συνελεύ- σονται. καὶ τὸ ὁμοῦ τυχεῖν ὁμαρτεῖν φασιν. ἔται δὲ ἀντὶ τοῦ
ἑταῖροι. [οὐκ] ἔστι δὲ συνώνυμος ἡ λέξις, κατὰ ἀποκοπὴν δὲ ἐξενή-


305. κεῖσε δ’ ὁμαρτήσουσιν ἔται: they will go together to Scythia. And they say that "to meet together" is "to accompany." ἔται is used for ἑταῖροι (companions). [It is not] a synonymous word, but it is formed by apocope.

305. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-210

νεκται. πρῶτος δὲ Ὅμηρος κέχρηται λέγων (Π 456) ‘κασίγνητοί τε ἔται τε’. διὸ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ πλήρους ἐκφέρεται (ε 141)· ‘οὐ γάρ μοι πάρα νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῖροι’.


It is formed. Homer first used it, saying (Π 456) "brothers and kinsmen." Therefore it is also for the most part expressed in full (ε 141): "for I have no ships with oars and companions."

306. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-211

306. προτέρωσε: ἀντὶ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν· ‘οὐδ’ ἄρα μοι
προτέρω νῆες κίον’ (ι 64).


306. προτέρωσε: equivalent to "forward": "nor did my ships go forward for me" (ι 64).

307. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-212

307. οἷος δ’ ἐκ νη〈οῖο〉: οἰκεία ἡ παραβολή· ὅ τε γὰρ Ἰάσων νέος καὶ ὁ Ἀπόλλων νέος. L


307. οἷος δ’ ἐκ νη〈οῖο〉: the comparison is appropriate; for Jason is young and Apollo is young. L

308a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-213

308 a. Δῆλος μία τῶν Κυκλάδων νήσων, ἱερὰ Ἀπόλλωνος, ἡ πρὶν μὲν ἄδηλος, ὕστερον δὲ Ἀστερία διὰ τὸ σχῆμα, πάλιν δὲ Ὀρτυγία ἀπὸ
τῆς ἀδελφῆς τῆς Λητοῦς.


308a. Delos is one of the Cyclades islands, sacred to Apollo, formerly called "unseen," later Asteria because of its shape, and again Ortygia from the sister of Leto.

308b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-214

b. ἠὲ Κλάρον: τόπος τῆς Κολοφῶνος ἀνιερωμένος Ἀπόλλωνι καὶ χρηστήριον ἔχων τοῦ θεοῦ, ὑπὸ Μαντοῦς τῆς Τειρεσίου θυγατρὸς καθι- δρυμένον ἢ ὑπὸ Κλάρου τινὸς ἥρωος, ὡς Θεόπομπος (115 fg 346 J.). Νεάνθης (84 fg 42 J.) δέ φησιν, ὅτι κατὰ κλῆρον ὁ Ἀπόλλων ἔλαχε
τὴν πόλιν καὶ ἀπὸ τοῦ κλήρου οὕτως αὐτὴν ὠνομάσθαι· ἢ διὰ τὸ αὐτόθι κληρώσασθαι Ποσειδῶνα Δία Ἅιδην. οἱ δὲ τὴν Θηβαΐδα γεγρα- φότες (Epigon. fg 4 Kink.) φασίν, ὅτι ὑπὸ τῶν Ἐπιγόνων ἀκροθίνιον ἀνετέθη Μαντὼ ἡ Τειρεσίου θυγάτηρ εἰς Δελφοὺς πεμφθεῖσα, καὶ κατὰ χρησμὸν Ἀπόλλωνος ἐξερχομένη περιέπεσε Ῥακίῳ τῷ Λέβητος υἱῷ Μυκη-
ναίῳ τὸ γένος. καὶ γημαμένη αὐτῷ — τοῦτο γὰρ περιεῖχε τὸ λόγιον, γαμεῖσθαι ᾧ ἂν συναντήσῃ — ἐλθοῦσα εἰς Κολοφῶνα καὶ ἐκεῖ δυσθυ- μήσασα ἐδάκρυσε διὰ τὴν τῆς πατρίδος πόρθησιν. διόπερ ὠνομάσθη Κλάρος ἀπὸ τῶν δακρύων. ἐποίησεν δὲ Ἀπόλλωνι ἱερόν. λέγεται δὲ καὶ


b. ἠὲ Κλάρον: a place in Colophon consecrated to Apollo and having an oracle of the god, founded by Manto, daughter of Teiresias, or by a certain hero Clarus, as Theopompus (115 FGrH 346 J.) says. Neanthes (84 FGrH 42 J.) says that Apollo obtained the city by lot and that it was named from the lot (κλῆρος); or because there Poseidon, Zeus, and Hades cast lots. The authors of the Thebaid (Epigonoi fr. 4 Kink.) say that Manto, daughter of Teiresias, was sent to Delphi as an offering by the Epigoni, and in accordance with an oracle of Apollo she went out and met Rhacius, son of Lebes, a Mycenaean by descent. And she married him—for the oracle contained this, that she should marry whomever she met—and coming to Colophon and being distressed there, she wept because of the destruction of her fatherland. Therefore the place was named Clarus from her tears (κλάρα). She built a temple to Apollo. It is also said that

308b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-215

κρήνην ἀναβλύσαι ἀπὸ τῶν δακρύων Μαντοῦς κατὰ Κλάρον. ὁ δὲ Ῥάκιος οὕτως ὠνομάζετο διὰ τὴν πενιχρότητα καὶ κακοειμονίαν. 〈ὀνομάζεται δὲ καὶ Λάκιος·〉 συγγενὲς γὰρ τὸ λ̄ τῷ ρ̄, ὡς ὑδρηλοὶ ἀντὶ τοῦ ὑδρηροί.


a spring gushed forth from the tears of Manto at Claros. And Rhacius was so named because of his poverty and wretched clothing. 〈He is also called Lacius;〉 for λ is akin to ρ, as in ὑδρηλοί for ὑδρηροί.

311-12a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-216

311—12 a. 〈κεκλομένων:〉 πάντων ὁμοῦ κελευομένων καὶ ἐπευ-
φημούντων. L m


311-12a. 〈κεκλομένων:〉 all together being summoned and shouting approval. Lm

311-12b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-217

b. τῷ δὲ ξύμβλητο: τοῦτο σύμβολον πρὸς τὸ καταγωνίσασθαι τὸν ἆθλον, ὅτι τε πρεσβυτέρα καὶ ὅτι ἱέρεια.


b. τῷ δὲ ξύμβλητο: this was a sign for overcoming the contest, both that she was older and that she was a priestess.

311-12c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-218

c. ξύμβλητο: συνήντησεν. L g (P)


c. ξύμβλητο: she met. Lg (P)

311-12d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-219

d. πολιηόχου: τῆς φυλασσούσης τὰς πόλεις. L


d. πολιηόχου: of the one who guards cities. L

311-12e. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-220 e. ἐν δὲ τῷ πολιήοχος ἐπεντέθη τὸ η̄. P

311-12f. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-221

f. ἀρήτειρα: ἱέρεια.


f. ἀρήτειρα: priestess.

313-14a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-222

313—14 a. καί μιν δεξιτερῆς: γράφεται καὶ οὕτως 〈χειρὸς κύρεν〉, ἵν’ ᾖ· καὶ αὐτοῦ τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἔθιγεν. L


313-14a. καί μιν δεξιτερῆς: it is also written thus 〈χειρὸς κύρεν〉, so that it means: and he touched her right hand. L

313-14b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-223

b. οὐδέ τι φάσθαι: προσεληπτέον τὸν καί· ὅμως δὲ καὶ λαλῆσαι προθυμουμένη οὐκ ἔφθασε. τὸ γὰρ ἔμπης νῦν ἀντὶ τοῦ ὅμως. L


b. οὐδέ τι φάσθαι: the καί must be understood; nevertheless, though eager to speak, she did not succeed. For ἔμπης here means 'nevertheless'. L

319. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-224

319. 〈δειδέχατ’:〉 ἐδεξιοῦντο ἢ προσεδέχοντο. L g


319. 〈δειδέχατ’:〉 they welcomed or received. Lg

320. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-225

320. προμολῆς: ταῖς προόδοις. ἢ γράφεται προμολὼν ἀντὶ τοῦ προελθὼν ἐπέστη. L


320. προμολῆς: with the advances. Or it is written προμολὼν instead of προελθὼν, 'having come forward, he stood by'. L

322. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-226

322. καταβλώσκοντας: κατερχομένους, καταμολίσκοντας. τὸ
β̄ ἀντὶ τοῦ μ̄· συγγενῆ γὰρ τῷ β̄π̄ τῷ μ̄. ὅθεν καὶ ὁ ψωμὸς
βλωμὸς ἀπὸ τοῦ βλώσκειν διὰ τοῦ λαιμοῦ, ὅ ἐστι κατέρχεσθαι, καὶ πίτυν βλωθρήν Ὅμηρος τὴν ἄχρι τοῦ αἰθέρος μολίσκουσαν.


322. καταβλώσκοντας: going down, coming down. β is used for μ; for β and π are akin to μ. Hence also a morsel is called βλωμός from βλώσκειν through the throat, that is, to go down, and Homer calls a pine βλωθρήν, the one that goes up to the aether.

323. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-227

323. 〈παρὲκ νόον:〉 παρὰ γνώμην. L g


323. 〈παρὲκ νόον:〉 contrary to expectation. Lg

324. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-228

324. δέρμα δ’ ὁ μέν: σύνηθες τοῖς ἥρωσι δέρματα φορεῖν. L m(P)


324. δέρμα δ’ ὁ μέν: it was customary for heroes to wear skins. Lm(P)

325. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-229

325. 〈αὐτὰρ ὅ:〉 ὁ Ἄκαστος. L g


325. 〈αὐτὰρ ὅ:〉 Acastus. Lg

354. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-230

354. 〈παρασχεδόν:〉 παραχρῆμα. L g


354. 〈παρασχεδόν:〉 immediately. Lg

389. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-231

389. 〈ἀιδνή:〉 σκοτεινή. S m


389. 〈ἀιδνή:〉 dark. Sm

401a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-232

401 a. ἐυστείρης: εὐτρόπιδος. οἰήια δὲ τὰ πηδάλια οἷον οἰήσια , ἐπειδὴ οἰήσεως χρεία τῷ κυβερνήτῃ. οἱ δὲ γλωσσογράφοι τοὺς
οἴακας.


401a. ἐυστείρης: with a good keel. And οἰήια are the rudders, as it were οἰήσια, because the helmsman has need of steering (οἴησις). But the glossographers say τοὺς οἴακας.

401b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-233

b. 〈ἔρυσθαι:〉 φυλάττειν. L g


b. 〈ἔρυσθαι:〉 to guard. Lg

402a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-234

402 a. 〈λάιγγας:〉 λίθους. L g


402a. 〈λάιγγας:〉 stones. Lg

402b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-235

b. 〈ὀχλίζοντες:〉 κινοῦντες. L g


b. 〈ὀχλίζοντες:〉 moving. Lg

403a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-236

403 a. νήεον αὐτόθ〈ι〉: ᾠκοδόμουν, κατεσκεύαζον, ἀπὸ τῆς
τῶν λίθων συνθέσεως, ἥ ἐστι νῆσις. ἢ ἐσώρευον· ἔνθεν καὶ ναῦς, ἐν ᾗ σωρεύεται ὁ φόρτος.


403a. νήεον αὐτόθ〈ι〉: they were building, constructing, from the placing together of stones, which is νῆσις. Or they were heaping up; hence also ναῦς, in which the cargo is heaped up.

403b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-237

b. 〈νηόν:〉 γράφεται βωμόν. G g


b. 〈νηόν:〉 it is written βωμόν. Gg

403c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-238

c. ἐπάκτιος ὁ ἐν τῇ ἀκτῇ τιμώμενος. L m(P)


c. ἐπάκτιος is the one honored on the shore. Lm(P)

406. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-239

406. τείως δ’ αὖτ’ ἀγέλη〈θεν ἐπιπροέηκαν:〉 ἐν τοσούτῳ,
ἐν ὅσῳ ταῦτα ἐποίουν. ἡ δὲ
πρὸ πρόθεσις νῦν ἐστι τόπου δηλωτική, ἀντὶ τοῦ εἰς τοὔμπροσθεν, ὡς τὸ ‘ἐκ δ’ ἄγαγε πρὸ φόωσδε’ (Τ 118).


406. τείως δ’ αὖτ’ ἀγέλη〈θεν ἐπιπροέηκαν:〉 in the meantime, while they were doing these things. The preposition πρό here indicates place, meaning "forward," as in "ἐκ δ’ ἄγαγε πρὸ φόωσδε" (Iliad 19.118).

407. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-240

407. δύω βόε: εἰκότως ἐπὶ δυσὶ προσηγορίαις ‘Ἀκτίου Ἐμβασίου τε’ (ν. 404) δύο βοῦς ἄγουσιν.


407. δύω βόε: reasonably, for the two titles "Ἀκτίου Ἐμβασίου τε" (v. 404) they bring two oxen.

408. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-241

408. κουρότεροι: ἐπεὶ ἴσως ἀεὶ νέος ὁ θεός, καὶ οἱ τῶν ἑταί-
ρων νεώτεροι τὴν θυσίαν ἐπιτελοῦσιν. καὶ Ὅμηρος ἐπὶ τῆς τῶν νέων θυσίας (Α 470)· ‘κοῦροι μὲν κρητῆρας ἐπεστέψαντο’. ἢτοι οὖν συγκρι- τικῶς ἐστιν ἢ πρωτοτύπως. L


408. κουρότεροι: since perhaps the god is always young, and the younger of the companions perform the sacrifice. Homer also, in the sacrifice of the young men (Iliad 1.470): "κοῦροι μὲν κρητῆρας ἐπεστέψαντο". So it is either comparative or in the positive degree. L

409. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-242

409. οὐλοχύτας: οἱ μὲν τὰ κανᾶ, ἐπεὶ δι’ αὐτῶν φέρεται τὰ πρὸς θυσίαν, οἱ δὲ τὰς κριθάς, ἐπειδὴ ὅλας ἔβαλλον ἐν τοῖς βωμοῖς.


409. οὐλοχύτας: some say the baskets, because through them the sacrificial materials are carried; others say the barley grains, because they threw them whole on the altars.

411. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-243

411. Αἰσωνίδ〈α〉: Αἰσωνὶς πόλις τῆς Μαγνησίας ἀπὸ τοῦ πατρὸς Ἰάσονος, ὡς καὶ Πίνδαρός (fg 273 Schr.) φησι καὶ Φερεκύδης (3 fg
103 a J.).


411. Αἰσωνίδ〈α〉: Aesonis is a city of Magnesia named after Jason's father, as Pindar (fr. 273 Schr.) and Pherecydes (3 fr. 103a J.) say.

413. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-244

413. ἄνυσιν καὶ πείραθ’ ὁδ〈οῖο〉: ἄνυσιν τὴν ἐνέργειαν. Ὅμηρος (Δ 56)· ‘οὐκ ἀνύω φθονέουσα’. πείραθ’ ὁδοῖο αὐτὸν τὸν πλοῦν καὶ τὸ πέρας τῆς ὁδοῦ.


413. ἄνυσιν καὶ πείραθ’ ὁδ〈οῖο〉: ἄνυσιν means the accomplishment. Homer (Iliad 4.56): "οὐκ ἀνύω φθονέουσα". πείραθ’ ὁδοῖο means the voyage itself and the end of the journey.

414. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-245

414. ἐπαίτιοε: διὰ τὸ χρησμῳδῆσαι τῷ Πελίᾳ. ῥητορικῶς δὲ
ὥσπερ αἰτίῳ γενομένῳ τοῦ πλοῦ τῷ θεῷ καὶ τὸ πᾶν πρᾶγμα ἀνατίθησι ὥσπερ οἰκεῖον.


414. ἐπαίτιοε: because he prophesied to Pelias. Rhetorically, as if the god were responsible for the voyage, he attributes the whole affair to him as his own.

416. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-246

416. παλίνορσον ἐς Ἑλλά〈δα〉: Ἑλλάδα οἱ μὲν τὴν Φθίαν φασὶ συνωνύμως, ἡμεῖς δὲ χώραν ὑπολαμβάνομεν εἶναι Ἑλλάδα, οὐ μέντοι γε τὴν αὐτὴν τῇ Φθίᾳ.


416. παλίνορσον ἐς Ἑλλά〈δα〉: Some say Hellas is Phthia, using the name synonymously, but we understand Hellas to be a region, not the same as Phthia.

419. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-247

419. Ὀρτυγίην: περὶ τῆς Ὀρτυγίας Φανόδικος ἐν τοῖς Δηλια-
κοῖς (fg 2 M. IV 473) ἱστόρηκεν. καὶ Νίκανδρος ἐν τῷ α' τῶν Αἰτω- λικῶν ἐκ τῆς ἐν Αἰτωλίᾳ Ὀρτυγίας φησι τὴν Δῆλον ὀνομασθῆναι, γρά- φων τάδε (fg 5 Schn.)· ‘οἱ δ’ ἐξ Ὀρτυγίης Τιτηνίδος ὁρμηθέντες. οἱ μὲν τὴν Ἔφεσον, οἱ δὲ τὴν πρότερον Δῆλον καλουμένην, ἄλλοι δὲ τὴν ὁμοτέρμονα Σικελίᾳ νῆσον, 〈...〉 ὅθεν Ὀρτυγίαι πᾶσαι βοῶνται’. καὶ
ἡ Δῆλος οὖν οὐχ, ὡς μεμύθευται, ἀπὸ τῆς Ἀστερίας μεταμορφώσεως


419. Ortygia: Phanodicus in his Deliaca (fr. 2 M. IV 473) has recorded the story about Ortygia. And Nicander in the first book of his Aetolica says that Delos was named from the Ortygia in Aetolia, writing as follows (fr. 5 Schn.): 'But they set out from Ortygia, daughter of Titan; some to Ephesus, some to the island formerly called Delos, others to the island bordering Sicily, ... whence all are called Ortygiae.' And so Delos is not, as the myth has it, from the transformation of Asteria,

419_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-248

τῆς Λητοῦς ἀδελφῆς, ἀλλὰ καθὸ πᾶσαι Ὀρτυγίαι ἀποικίαι εἰσὶ τῆς κατ’ Αἰτωλίαν Ὀρτυγίας.


the sister of Leto, but because all Ortygiae are colonies of the Ortygia in Aetolia.

421a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-249

421 a. ἐπίβαθρα: ἐπιβατήρια, μισθόν· νυνὶ δὲ τιμὴν ὑπὲρ τοῦ εὐτυχῶς ἐπιβῆναι νῦν πρῶτον τῆς νεώς.


421a. ἐπίβαθρα: embarkation fees, payment; but here the price for having now first embarked successfully on the ship.

421b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-250

b. προτεθείμεθα: ἀντὶ τοῦ ποιοῦμεν· θεῖναι γὰρ τὸ ποιῆσαι.


b. προτεθείμεθα: instead of 'we do'; for 'to set' means 'to do'.

424. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-251

424. εὐδιόωντες: εὐδίως πλέοντες. L g (P)


424. εὐδιόωντες: sailing in fair weather. Lg (P)

425. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-252

425. προχύτας: οἱ μὲν τὰς κριθάς, οἱ δὲ τὸ ὕδωρ, ὃ εἰώθασιν ἐμβάλλειν εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερείου ὑπὲρ τοῦ ἐπινεύειν τὸ ἱερεῖον. λείπει δὲ ἡ σῦν.


425. προχύτας: some say the barley grains, others the water which they are accustomed to pour into the ear of the sacrificial victim so that the victim nods assent. The preposition σύν is missing.

426a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-253

426 a. 〈ζωσάσθην:〉 ἀντὶ τοῦ ἀνέστησαν. L g


426a. 〈ζωσάσθην:〉 instead of 'they arose'. Lg

426b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-254

b. τὸ ζώσασθαι ἀντὶ τοῦ ἀναστῆναι ἢ ἑτοιμασθῆναι. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ὁπλίσασθαι. P


b. 'to gird oneself' instead of 'to arise' or 'to prepare oneself'. It also means 'to arm oneself'. P

430a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-255

430 a. χαλκείῳ πελέκει: Ἀπολλώνιός φησιν ἐν τῷ α' τῶν Ὑπομνημάτων (M. IV 314) τὸν σίδηρον ὑπὸ τῶν ἀρχαίων χαλκὸν λέ- γεσθαι, ἀγνοῶν ὅτι μηδέπω εὑρεθέντος σιδήρου χαλκῷ ἐχρῶντο, ὡς καὶ
Ἡσίοδός φησι (Op. 151)· ‘χαλκῷ δ’ εἰργάζοντο, μέλας δ’ οὐκ ἔσκε σίδηρος’.


430a. χαλκείῳ πελέκει: Apollonius says in the first book of his Commentaries (M. IV 314) that iron was called 'bronze' by the ancients, not realizing that before iron was discovered they used bronze, as Hesiod also says (Op. 151): 'They worked with bronze, and there was no black iron.'

430b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-256

b. 〈τένοντας:〉 τὰ νεῦρα, παρὰ τὴν τάσιν. L g


b. 〈τένοντας:〉 the sinews, from 'stretching'.

431a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-257

431 a. περιρρηδὴς κερ〈άεσσιν〉: ἐπὶ πρόσωπον μεθ’ ὁρμῆς κατενεχθείς, ἐπιρραγεὶς εἰς τοὔμπροσθεν. ἢ [ἐπενεχθείς] ἀντὶ τοῦ περι- φερόμενος, ὡς καὶ παρὰ τῷ ποιητῇ (χ 84 sq.)· ‘περιρρηδὴς δὲ τραπέζῃ
κάππεσεν’. Ἀντίμαχος δὲ τὸ κατὰ κύκλον πεσεῖν οὕτω λέγει. νυνὶ δὲ ἀντὶ τοῦ ἐπενεχθεὶς εἰς τὸ ἔμπροσθεν.


431a. περιρρηδὴς κερ〈άεσσιν〉: fallen headlong with force, dashed forward. Or [ἐπενεχθείς] instead of 'whirled around', as also in the poet (χ 84 sq.): 'and he fell headlong upon the table'. Antimachus uses the word for falling in a circle. But here it is instead of 'brought forward'.

431b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-258

b. 〈περιρρηδής:〉 περιφερής. G g S m


b. 〈περιρρηδής:〉 round. Gg Sm

434. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-259

434. καλύψαντες πύκα δημῷ: τῷ ἐπίπλῳ, ᾧ ἐνειλοῦσι τὰ ἱερεῖα, ἵνα εὐκαέστατα ὦσι.


434. Having covered them thickly with fat: with the caul, in which they wrap the sacrificial victims so that they may burn very well.

436. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-260

436. θηεύμενος: τὸ θηεῖσθαι Ὅμηρος ἐπὶ τοῦ θαυμάζειν τί- θησιν (κ 180)· ‘θηήσαντ’ ἔλαφον’· ὁ δὲ Ἀπολλώνιος ἐπὶ τοῦ βλέπειν. L


436. Gazing at: Homer uses 'to gaze at' for 'to marvel at' (κ 180): 'they gazed at the deer'; but Apollonius uses it for 'to look at'. L

437. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-261

437. 〈λιγνύν:〉 κάπνον. L g


437. 〈smoke:〉 smoke. Lg

438. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-262

438. πορφυρέαις ἑλίκεσσιν: ταῖς τοῦ καπνοῦ συστροφαῖς πορφυριζούσαις, ταῖς τοῦ πυρὸς καμπαῖς καὶ [οἷον πορφυριζούσαις] εἰλή- σεσιν· ἐναργὴς δὲ ἡ φράσις.


438. With purple coils: with the smoke's convolutions turning purple, with the fire's twists and [as it were purpling] spirals; the expression is vivid.

441. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-263

441. κῶας ἄγοντας: ἔδει ‘ἄγουσιν’ εἰπεῖν πρὸς τὸ ὑμῖν (ν. 440).
καὶ ὁ ποιητὴς δέ (A 541)· ‘αἰεί τοι φίλον ἐστὶν ἐμεῦ ἀπονόσφιν 〈ἐόντα〉’. L


441. Bringing the fleece: he should have said 'bringing' in agreement with 'you' (v. 440). And the poet too (A 541): 'always it is dear to you to be apart from me'. L

444. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-264

444. Ἀσίδος: ἡ Ἀσία ὠνομάσθη ἀπὸ Ἀσίας τῆς Προμηθέως μητρὸς καὶ Ἄτλαντος, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ πολλὴν ἄσιν ἔχειν. L


444. Of Asia: Asia was named after Asia, the mother of Prometheus and daughter of Atlas; but others say from having much mud (ἄσις). L

445-47a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-265

445—47 a. ὧδε κακοῖς δεδα〈ώς〉: οὐκ ἐκ τῶν καθόλου, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐμοὶ βλαβερῶν. ὑπέρβατον δέ ἐστι καὶ πλεονάζει ὁ καὶ σύνδεσμος,
λείπει δὲ ἡ ἐξ̄ πρόθεσις, καὶ 〈ἡ〉 πτῶσις ἐνήλλακται, δοτικὴ ἀντὶ γενικῆς. ἔστι δὲ καὶ τὸ ῥῆμα συντελικόν, ἀντὶ τοῦ ἐξῆλθον. ὁ δὲ λόγος οὕτως· ἔμπροσθεν ἐκ κακῶν οἰωνῶν ἐγνωκὼς τὸν ἐμαυτοῦ μόρον ἐξῆλθον ἐκ τῆς πατρίδος, ἵνα ὑμῖν συμπλεύσας κλέος ἀπενέγκωμαι. L


445-47a. Thus with evil 〈bonds〉: not from the general, but from the things harmful to me. It is a hyperbaton and the conjunction 'and' is redundant, the preposition 'from' is missing, and the case is changed, dative instead of genitive. The verb is also in the perfect tense, instead of 'I went out'. The sense is this: having known beforehand from evil omens my own fate, I went out from my homeland, so that by sailing with you I might win renown. L

445-47b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-266

b. ὄφρ’ ἐπιβαίην: ὑπέρβατόν ἐστι. τὸ δὲ ἑξῆς· ὄφρ’ ἐπιβαίην
νηός, ἐπιβάντι δὲ τῆς νηὸς ἡ εὐδοξία τοῖς οἴκοις λίποιτο. L


b. So that I might embark: it is a hyperbaton. The order is: so that I might embark on the ship, and for the one who has embarked on the ship, good repute might be left to his household. L

450. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-267

450. σταθερόν: ἀντὶ τοῦ καυματηρὸν καὶ θερμόν· λέγει δὲ τὴν μεσημβρίαν ἐκ τοῦ συμβαίνοντος, ἐπειδή μεσουρανήσας ὁ ἥλιος θερμαίνει


450. Steadfast: instead of 'scorching' and 'hot'; he speaks of midday from what happens, since the sun, having culminated, warms

450_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-268

πάντα διὰ τὸ πανταχόθεν ἐπίσης ἀπέχειν τῶν ὑποκειμένων ἢ διὰ τὸ ἑστηκέναι, ἧττον γὰρ δοκεῖ τότε κινεῖσθαι ὁ ἥλιος.


all things because it is equally distant from the things below on all sides, or because it stands still, for the sun seems to move less then.

454. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-269

454. πολιοῦ: διὰ τὸ λευκαίνεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενον. φυλλάδα δὲ τὴν στιβάδα τῶν φύλλων.


454. Of the gray: because it is whitened by being washed by the waves. And 'leafage' means the bed of leaves.

456a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-270

456 a. λαρόν: παρὰ τὸ λίαν ἀρηρὸς ἢ παρὰ τὸ λῶ̄ τὸ θέλω
πεποίηται. Ἡσίοδος δέ φησι (fg 207 Rz. 2) ‘λαροῖς ποσίν’· τοῖς κατ’ ὄψιν ἡδέσιν.


456a. Sweet: derived from 'exceedingly fitted' or from λῶ, 'I wish'. Hesiod says (fr. 207 Rz.²) 'with sweet feet': those pleasing to the sight.

456b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-271

b. 〈λαρόν:〉 ἡδύ. L g


b. 〈λαρόν:〉 sweet. Lg

459a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-272

459 a. ἐψιόωνται: παρὰ τὴν ἐψίαν, ἥ ἐστι διὰ λόγων παιδιά,
οἷον ἐπεσία τις οὖσα παρὰ τὸ ἔπος· διὸ καὶ ψιλοῦται. ὅτε δὲ δασύνεται, ἀντὶ τοῦ ἀκολουθοῦσιν.


459a. ἐψιόωνται: from ἐψία, which is jesting through words, as if it were some ἐπεσία from ἔπος; for this reason it is written with a smooth breathing. But when it has a rough breathing, it means 'they follow'.

459b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-273

b. 〈ἐψιόωνται:〉 διὰ λόγου μετριάζουσιν. S m


b. 〈ἐψιόωνται:〉 they behave moderately in speech. Sm

459c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-274

c. ἄατος: ἡ ἄγαν βλαπτική· τὸ γὰρ ᾱ τὸ πρῶτον ἐπίτασίς ἐστιν, ὡς ἀχανὲς καὶ ἀτενές. L


c. ἄατος: the exceedingly harmful; for the first α is intensive, as in ἀχανές and ἀτενές. L

461. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-275

461. πορφυρέεσκεν: ἀντὶ τοῦ κατὰ βάθους ἐνεθυμεῖτο· πορ-
φύρα γάρ ἐστιν εἶδος ἰχθύος ἐν βάθει εὑρισκόμενον. ἢ ἀντὶ τοῦ ἐμερίμνα καὶ τὸν τῆς γῆς καὶ τὸν 〈τῆς〉 θαλάσσης κίνδυνον.


461. πορφυρέεσκεν: instead of 'he was pondering deeply'; for πορφύρα is a kind of fish found in the deep. Or instead of 'he was anxious about the danger both of land and of sea'.

462. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-276

462. 〈ὑποφρασθείς:〉 θεωρήσας. L g


462. 〈ὑποφρασθείς:〉 having observed. Lg

468. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-277

468. Ζεὺς τόσον: περὶ τοῦ Κύκλωπος Ὅμηρος (ι 277)· ‘οὐδ’
ἂν ἐγὼ Διὸς ἄχθος ἀλευάμενος πεφιδοίμην’. διὰ τούτων δὲ αὐτοῦ ἡ ὑπερηφανία δηλοῦται. καὶ Ὅμηρος δὲ ἀσεβῆ αὐτὸν λέγει (I 559)· ‘καί ῥα ἄνακτος ἐναντίον εἵλετο τόξον’.


468. Ζεὺς τόσον: about the Cyclops Homer (ι 277): 'not even I, avoiding the wrath of Zeus, would spare you'. Through these words his arrogance is shown. And Homer also calls him impious (I 559): 'and he took up his bow against the lord'.

471. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-278

471. τοῖον μ’ Ἀρήνη〈θεν〉: Ἀρήνη πόλις Πελοποννήσου· νῦν δὲ Ἔρανα λέγεται, ὡς φησι Πείσανδρος (16 fg 3 J.). φησὶ δὲ ὑπερηφά-
νως, ὡς οὐ φέρεις με σύμπλουν, ἀλλὰ βοηθόν.


471. τοῖον μ’ Ἀρήνη〈θεν〉: Arene is a city of the Peloponnese; now it is called Erana, as Pisander says (16 fg 3 J.). He speaks arrogantly, as if 'you are not carrying me as a fellow-sailor, but as a helper'.

473. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-279

473. χαλίκρητον: τὸν ἄκρατον, τὸν χαλῶντα τὰς φρένας. Ἀθηναῖοι δὲ τὸν ἄκρατον χάλιν λέγουσιν. Αἰσχύλος (fg 448 N. 2) δὲ καὶ τὰς Βάκχας χαλιμάδας φησὶ λέγεσθαι.


473. χαλίκρητον: the unmixed, that which relaxes the mind. The Athenians call unmixed wine χάλις. Aeschylus (fg 448 N.2) also says that the Bacchae are called χαλιμάδες.

475. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-280

475. Ἴδμων δὲ κα〈ί〉: οἰκείως τὸν Ἴδμονα ὡς μάντιν ὄντα ποιεῖ ἐναντιούμενον τῷ Ἴδᾳ ἐχθρῷ ὄντι Ἀπόλλωνι.


475. Ἴδμων δὲ κα〈ί〉: appropriately he makes Idmon, being a seer, oppose Idas, who is an enemy of Apollo.

477. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-281

477. 〈ζωρόν:〉 τὸ ἄκρατον. L g


477. 〈ζωρόν:〉 the unmixed. Lg

478a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-282

478 a. οἰδάνει: ἐπαίρει, μετεωρίζει, θρασύνει· ἡ δὲ μεταφορὰ ἀπὸ τῆς θαλάσσης, ὅταν ἄρξηται μετεωρίζεσθαι.


478a. οἰδάνει: stirs up, raises, emboldens; the metaphor is from the sea, when it begins to swell.

478b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-283

b. 〈οἰδάνει:〉 ἀναπείθει. S m


b. 〈οἰδάνει:〉 persuades. Sm

481a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-284

481 a. 〈ἐπιφλύειν:〉 ὑβρίζειν, φλυαρεῖν. L g S m


481a. 〈ἐπιφλύειν:〉 to insult, to talk nonsense. Lg Sm

481b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-285

b. τὸ ἐπιφλύειν ἀντὶ τοῦ φλυαρεῖν καὶ λοιδορεῖν. P


b. ἐπιφλύειν instead of φλυαρεῖν and λοιδορεῖν. P

482a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-286

482 a. Ἀλωιάδας: τὴν περὶ τούτων ἱστορίαν καὶ Ὅμηρος (Ε 385 sqq. λ 305 sqq.) οἶδεν. Ἐρατοσθένης (241 fg 35 J.) δὲ γηγενεῖς αὐτούς φησι, διὰ δὲ τὸ ἀνατετράφθαι ὑπὸ τῆς Ἀλωέως γυναικὸς μυθευθῆναι ὡς Ἀλωέως εἰσὶν υἱοί. Ἡσίοδος (fg 9 Rz. 2) δὲ Ἀλωέως καὶ Ἰφιμεδείας κατ’ ἐπίκλησιν, ταῖς δὲ ἀληθείαις Ποσειδῶνος καὶ Ἰφιμεδείας ἔφη, καὶ Ἄλον πόλιν Αἰτωλίας ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἐκτίσθαι, ἧς Ὅμηρος (Β 682) μνημονεύει· ‘οἵ τ’ Ἄλον εἶχον’.


482a. Ἀλωιάδας: Homer (Ε 385 sqq. λ 305 sqq.) also knows the story about them. Eratosthenes (241 fg 35 J.) says they were earth-born, and because they were reared by the wife of Aloeus, the myth arose that they were sons of Aloeus. Hesiod (fg 9 Rz.2) said they were sons of Aloeus and Iphimedeia by adoption, but in truth of Poseidon and Iphimedeia, and that the city Alos in Aetolia was founded by their father, which Homer (Β 682) mentions: 'who held Alos'.

482b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-287

b. 〈Ἀλωιάδας:〉 τοὺς Ἀλωέως. S m


b. 〈Ἀλωιάδας:〉 the sons of Aloeus. Sm

483. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-288

483. οὐδ’ ὅσον: οὐδὲ ὀλίγον. L g (S g) (P)


483. οὐδ’ ὅσον: not even a little. Lg (Sg) (P)

485. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-289

485. ἐκ δ’ ἐγέλασσε: καὶ τοῦτο κουφότητος σημεῖον, εἴγε καὶ Ἰσοκράτης (Ad Demon. 15) φησί· ‘μήτε γέλωτα προπετῆ στέργε’.


485. And she laughed: this too is a sign of frivolity, since Isocrates (Ad Demon. 15) says: 'Do not cherish precipitate laughter'.

486a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-290

486 a. κερτομίοισιν: εἰρωνευτικοῖς, τὸ κέαρ τέμνειν καὶ λυπεῖν δυναμένοις. ἐπιλλίζων δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπιμωκώμενος· ἔπιλλοι γὰρ οἱ στραβοί.


486a. With mocking words: with ironic words, able to cut and pain the heart. And 'winking' means mocking with the eyes; for 'squint-eyed' people are called 'epilloi'.

486b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-291

b. 〈ἐπιλλίζων:〉 ἀγρίως βλέπων. S g


b. 〈Winking:〉 looking fiercely. Sg

487-89a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-292

487—89 a. ἄγρει νυν: δι’ ἀμφοτέρων ἐπισκώπτει τὸν Ἴδμονα, πρῶτον μὲν ὡς ἀτεχνῆ μάντιν, δεύτερον δὲ ὡς μέγα φρονοῦντα ἐπὶ Ἀπόλλωνι τῷ πατρὶ ὡς μέγα δυναμένῳ τοὺς αὐθάδεις καθαιρεῖν.
τοῦτο δὲ μετὰ ἀπειλῆς δρᾷ λοιδορῶν.


487-89a. Come now: through both he mocks Idmon, first as an unskilled seer, and second as one who takes pride in Apollo his father as being very powerful to bring down the arrogant. And he does this with a threat, reviling him.

487-89b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-293

b. 〈ἐνίεπε:〉 ἔνειπε. S g


b. 〈Tell:〉 say. Sg

487-89c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-294

c. 〈πατὴρ τεός:〉 Ἀπόλλων. S m


c. 〈Your father:〉 Apollo. Sm

491a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-295

491 a. τὸ δὲ χρειὼ δηλοῖ καὶ τὸ κατὰ χρείαν καὶ μοῖραν λε- γόμενον καὶ τὸ μέλλον. P


491a. The word 'chreio' indicates both what is said according to need and fate, and what is destined. P

491b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-296

b. 〈χρειώ:〉 μαντείαν. S m


b. 〈Chreio:〉 prophecy. Sm

491c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-297

c. χρειὼ θεσπίζων μεταμώλιον: μεταμελείας ἄξιον. γρά- φεται δὲ καὶ μεταμώνιον , ὅ ἐστι μάταιον, μετὰ ἀνέμων φερόμενον. ἀπὸ γενικῆς πληθυντικῆς γίνεται κτητικὸς τύπος εἰς -ιος τῷ ῑ παραληγό- μενος, οἷον ἄλλων ἀλλώνιος, ἀνέμων ἀνεμώνιος.


c. Prophesying a vain chreio: worthy of regret. It is also written 'metamonion', which means vain, carried away with the winds. From a plural genitive a possessive form in -ios is made, with iota in the penultimate syllable, as 'allon' 'allonios', 'anemon' 'anemonios'.

492. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-298

492. χώετ’ ἐνιπτάζων: ἐχολοῦτο καὶ ὠργίζετο κακολογῶν καὶ
μεμφόμενος.


492. He was angry, rebuking: he was enraged and angered, speaking ill and blaming.

494-95. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-299

494—95. λαιῇ: κατ’ εὐφημισμὸν τῇ ἀριστερᾷ. πείραζεν δὲ ἀντὶ τοῦ ἥρμοττεν. περιττὴ δὲ ἡ ἀνά · τὸ γὰρ ἑξῆς· καὶ Ὀρφεὺς δέ. εἰ μὴ ἄρα ἐκ τῆς ἀνά τὸ ἀναστὰς λέγει· ἀναστὰς δὲ καὶ ὁ Ὀρφεύς. τοῦτο δὲ ποιεῖ, ἵνα τὰς στάσεις καὶ τὰς φιλονεικίας τῇ ἑαυτοῦ μουσικῇ
καταπαύσῃ.


494-95. With the left hand: by euphemism, with the left hand. 'He tested' instead of 'he fitted'. The 'ana' is redundant; for the sequence is: 'and Orpheus'. Unless, indeed, from the 'ana' he means 'having stood up': 'and Orpheus having stood up'. He does this in order to put an end to the factions and rivalries by his own music.

496-98a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-300

496—98 a. ἤειδεν δ’ ὡς γαῖα: τὴν πρώτην σύγχυσιν τῶν στοι- χείων ᾄδειν βούλεται, ὡς ἔκ τινος φιλονεικίας τὸ ἴδιον ἕκαστον μετέσχεν καὶ τάξιν ἔλαβεν. οἰκεία δὲ καὶ τοῖς ὑποκειμένοις πράγμασιν ἡ ᾠδή, ὅτι πρέπον ἐστὶ τῆς μάχης παύσασθαι καὶ εἰς τὴν οἰκείαν διάθεσιν ἐπα-
νιέναι.


496-98a. He sang how the earth: he wishes to sing of the first confusion of the elements, how from some strife each obtained its own place and took its order. The song is also appropriate to the present circumstances, because it is fitting to cease from battle and return to one's proper disposition.

496-98b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-301

b. νείκεος ἐξ ὀλοοῖο: Ἐμπεδοκλῆς (cf. 31 B 17 sqq. Diels- Kranz) φησιν, ὅτι συγκεχυμένων ἁπάντων τὸ πρότερον νεῖκος καὶ φιλία παραπεμφθέντα τὴν διάκρισιν ἐποιήσαντο, χωρὶς δὲ τούτων οὐδὲν δύ-


b. From destructive strife: Empedocles (cf. 31 B 17 sqq. Diels-Kranz) says that when all things were previously mixed together, strife and love, being introduced, brought about the separation, and apart from these nothing...

496-98b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-302

ναται γενέσθαι· ᾧ ἕπεται, ὡς εἰκός, καὶ Ἀπολλώνιος. ὁ δὲ Θαλῆς (cf. 11 A 12 Diels-Kranz) ἀρχὴν ὑπεστήσατο πάντων 〈τὸ〉 ὕδωρ, λαβὼν παρὰ τοῦ ποιητοῦ λέγοντος (H 99)· ‘ἀλλ’ ὑμεῖς πάντες ὕδωρ καὶ γαῖα γέ- νοισθε’. καὶ Ζήνων (fg 104 Arn.) δὲ τὸ παρ’ Ἡσιόδῳ (Theog. 116 sq.) χάος ὕδωρ εἶναί φησιν, οὗ συνιζάνοντος ἰλὺν γίνεσθαι, ἧς πηγνυμένης ἡ
γῆ στερεμνιοῦται· τρίτον δὲ ἔρωτα γεγονέναι καθ’ Ἡσίοδον (ib. 120), ἵνα τὸ πῦρ παραστήσῃ· πυρωδέστερον γὰρ πάθος ὁ ἔρως. Ἀναξα- γόρας (cf. 59 Α 72 Diels-Kranz) δὲ μύδρον εἶναι τὸν ἥλιόν φησιν, ἐξ οὗ τὰ πάντα γίνεσθαι. διὸ καὶ Εὐριπίδης (Or. 983) γνώριμος αὐτῷ γεγονὼς φησι χρυσέαν βῶλον τὸν ἥλιον εἶναι. τὴν δὲ σελήνην ὁ
αὐτὸς Ἀναξαγόρας (59 Α 77 Diels-Kranz) χώραν πλατεῖαν ἀποφαίνει, ἐξ ἧς δοκεῖ ὁ Νεμεαῖος λέων πεπτωκέναι.


to become; whom Apollonius, as is likely, also follows. But Thales (cf. 11 A 12 Diels-Kranz) posited water as the principle of all things, taking it from the poet who says (H 99): 'but may you all become water and earth.' And Zeno (fg 104 Arn.) says that the chaos in Hesiod (Theog. 116 sq.) is water, from the settling of which mud comes to be, and when this solidifies the earth is made firm; and third, Eros came to be according to Hesiod (ib. 120), in order to represent fire; for love is a rather fiery passion. Anaxagoras (cf. 59 A 72 Diels-Kranz) says that the sun is a red-hot mass, from which all things come to be. Therefore Euripides (Or. 983), who was his pupil, says that the sun is a golden clod. And the same Anaxagoras (59 A 77 Diels-Kranz) declares that the moon is a broad land, from which the Nemean lion is thought to have fallen.

501. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-303

501. οὔρεα: Δοῦρις (76 fg 87 J.) φησι τοὺς ὑπὸ τῶν Γιγάντων κατενεχθέντας λίθους, τοὺς μὲν εἰς τὴν θάλασσαν πεσόντας γενέσθαι νήσους, τοὺς δὲ εἰς τὴν γῆν ὄρη.


501. Mountains: Duris (76 fg 87 J.) says that the stones brought down by the Giants, those that fell into the sea became islands, and those that fell on the land became mountains.

509. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-304

509. Δικταῖον: τὸ Κρητικόν, ἔνθα ἀνετράφη ὁ Ζεύς, ὡς καὶ Καλλίμαχος (Hymn. I 4 sqq.) ἱστορεῖ.


509. Dictaean: Cretan, where Zeus was reared, as Callimachus (Hymn. I 4 sqq.) also relates.

513-15a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-305

513—15 a. τοὶ δ’ ἄμοτον: ἀντὶ τοῦ ἀμότως καὶ ἀκορέστως. ὁ δὲ νοῦς· λήξαντος δὲ τῆς ᾠδῆς ἀπλήρωτοι αὐτῆς ὄντες ἔτι προετετά- κεισαν τὰς κεφαλὰς ἀνατετακότες τὰ ὦτα καὶ ἠρεμοῦντες ἐν ἡσυχίᾳ·
τοιαύτῃ ἡδονῇ συνείχοντο.


513-15a. But they unceasingly: instead of 'unceasingly' and 'insatiably.' The sense: when the song ceased, still unsatisfied with it, they had stretched their heads forward with ears pricked up and were keeping quiet in stillness; such was the pleasure that held them.

513-15b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-306

b. τοῖόν σφιν: τοιαύτην ἐπέθηκεν ἡδονὴν τοῖς ἀκούουσιν αὐ- τοῦ. L


b. Such for them: such pleasure did he impose on those listening to him. L

516-18a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-307

516—18 a. οὐδ’ ἐπιδὴν μετέπειτ〈α〉: οὕτως ἀναστρεπτέον τὴν φράσιν· ἔπειτα οὐκ ἐπιδὴν οὐδὲ μετὰ χρόνον κεράσαντες, ἀντὶ
τοῦ εὐθέως καὶ μετολίγον.


516-18a. Nor even after mixing: the phrase must be read thus: 'then not even after mixing nor after a time,' meaning 'immediately and after a little while.'

516-18b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-308

b. 〈ἡ θέμις:〉 ὅτι ἔθος ἦν τοῖς παλαιοῖς κρατῆρα κιρνᾶν, ὅτε μέλλοιεν καθεύδειν, καὶ τὰς γλώσσας τῶν ἱερείων ἐπιθύειν τῷ Ἑρμῇ καὶ


b. because it was the custom of the ancients to mix a bowl when they were about to sleep, and to offer the tongues of the sacrificial victims to Hermes and

516-18b_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-309

ἐπισπένδειν οἶνον. καὶ ἴσως φυσικῶς. ἐπεὶ γὰρ Ἑρμῆς λόγος εἶναι παραδέδοται, ὄργανον δὲ αὐτοῦ ἡ γλῶσσα, ἥτις ὕπνου ἐπιπεσόντος ἠρε- μεῖ, εἰκότως τῷ Ἑρμῇ αὐτὴν θύουσιν. καὶ Ὅμηρος (γ 332) ‘ἀλλ’ ἄγε τάμνετε γλώσσας’ ἀντὶ τοῦ παύετε τοὺς λόγους.


To pour wine as a libation. And perhaps this is natural. For since Hermes is traditionally said to be reason, and his instrument is the tongue, which rests when sleep falls, they fittingly sacrifice it to Hermes. And Homer (Od. 3.332): 'But come, cut out the tongues' instead of 'stop your speeches.'

516-18c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-310

c. ἡ θέμις ἐστί: Διευχίδας ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς (fg 8 M. IV
390) ἱστορεῖ, ὅτι Ἀλκάθους ὁ Πέλοπος διὰ τὸν Χρυσίππου φόνον φυγα- δευθεὶς ἐκ τῶν Μυκηνῶν ἤρχετο κατοικήσων εἰς ἑτέραν πόλιν. ὡς δὲ περιέπεσε λέοντι λυμαινομένῳ τὰ Μέγαρα, ἐφ’ ὃν καὶ ἕτεροι ἦσαν ἀπε- σταλμένοι ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Μεγάρων, καταγωνίζεται τοῦτον καὶ τὴν γλῶτταν αὐτοῦ εἰς πήραν θέμενος ἤρχετο πάλιν εἰς τὰ Μέγαρα.
καὶ ἀπαγγελλόντων τῶν ἀπεσταλμένων ἐπὶ τὴν θήραν, ὅτι αὐτοί εἰσιν οἱ κατηγωνισμένοι, προσκομίσας τὴν πήραν ἤλεγξεν αὐτούς. διόπερ θύσας τοῖς θεοῖς ὁ βασιλεὺς τὸ τελευταῖον τὴν γλῶσσαν ἐπέθηκεν τοῖς βωμοῖς, καὶ ἀπὸ τότε ἔθος τοῦτο διέμεινε Μεγαρεῦσι. Φιλόχορος δὲ ἐν τῷ Περὶ θυσιῶν (fg 173 M. I 413) φησίν, ὅτι τὸ κάλλιστον τοῦ σώ-
ματος καὶ πρωτεῦόν ἐστι. καὶ Ὅμηρος (γ 341) ‘γλώσσας δ’ ἐν πυρὶ βάλλον’.


c. Themis is: Dieuchidas in his Megarian History (FGrH 8 M. IV 390) relates that Alcathous, son of Pelops, exiled from Mycenae because of the murder of Chrysippus, was on his way to settle in another city. When he encountered a lion ravaging Megara, against which others had also been sent by the king of Megara, he overcame it and, placing its tongue in a pouch, went back to Megara. And when those sent on the hunt reported that they were the ones who had overcome it, he brought forward the pouch and exposed them. Therefore the king, after sacrificing to the gods, finally placed the tongue on the altars, and from then on this custom remained among the Megarians. Philochorus in his On Sacrifices (FGrH 173 M. I 413) says that it is the finest and foremost part of the body. And Homer (Od. 3.341): 'they cast the tongues into the fire.'

516-18d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-311

d. [κηληθμῷ:] ἐν δὲ τῇ προεκδόσει μετὰ τοῦτο γέγραπται·
‘ἦμος δὲ τριτάτη φάνη ἠὼς τῇδ’ ἐπὶ νυκτί

βουθύσιον Ἑκάτοιο καταυτόθι δαινυμένοισι,
τῆμος ἄρ ἐκ Διόθεν πνοιὴ πέσεν, ὦρτο δὲ Τῖφυς
κεκλόμενος βαίνειν ἐπὶ σέλμασι. τοὶ δ’ ἀΐοντες 〈...〉.’
ἑξῆς δὲ τῶν ἐκκειμένων ‘σμερδαλέον δὲ λιμήν’ (ν. 524).


d. [With enchantment:] In the preliminary edition after this is written: 'But when the third dawn appeared on that night, while they were feasting there on a sacrifice of oxen to the Far-shooter, then from Zeus a breeze fell, and Tiphys arose, bidding them to go aboard the benches. And they, hearing <...>.' Then after the quoted lines: 'and dreadfully the harbor' (v. 524).

525. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-312

525. 〈ἐπισπέρχουσα:〉 προτρεπομένη. L g


525. encouraging. Lg

526-27. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-313

526—27. ἐν γάρ οἱ δόρυ: πιθανῶς ἐκ τῆς Δωδωνίδος φησὶ δρυὸς τὸ ξύλον εἶναι ἐν τῇ Ἀργοῖ τὸ φωνῆεν, ἐπεὶ καὶ αὕτη ἐφθέγγετο, ὡς φησιν Ὅμηρος (Ξ 327 sq.)· ‘ὄφρα θεοῖο ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο βουλὴν ἐπακούσοι.’


526-27. For in it a spear: plausibly he says that the speaking timber in the Argo is from the Dodonian oak, since that too spoke, as Homer says (Il. 14.327-8): 'so that he might hear the counsel of the god from the high-leafed oak.'

528. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-314

528. οἱ δ’ ἀνὰ σέλματα: τὰς τῶν ἐρετῶν καθέδρας, τὰ σελι-
δώματα. καθόλου δὲ τὸ πλατὺ ξύλον σέλμα λέγεται καὶ σελίδωμα, ὅθεν καὶ τὰς σελίδας τῶν ῥαψῳδιῶν διὰ τὸ πλάτος φαμέν.


528. They upon the benches: the seats of the rowers, the rowing-benches. In general the broad plank is called a bench and a rowing-bench, whence we also call the columns of rhapsodies 'pages' because of their breadth.

530. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-315

530. 〈ἔντεσιν:〉 νῦν ταῖς κώπαις. L g


530. here, with oars. Lg

532-33. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-316

532—33. ποσσὶν ὑπεκλύσθ〈η〉: καὶ αὐτῷ ἐπικαθεσθέντι κά- τωθεν παρὰ τοῖς ποσὶ μᾶλλον ἐπεκλύσθη ἡ τρόπις τῆς νεὼς καὶ ἐν
βάθει τῆς θαλάσσης ἐγένετο τῷ βάρει τοῦ ἥρωος.


532-33. With his feet he was washed under: and as he sat upon it, the keel of the ship was washed from below rather at his feet and went into the depth of the sea by the weight of the hero.

536-41a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-317

536—41 a. ἢ ἐνὶ Πυθοῖ 〈ἢ που ἐν Ὀρτυγίῃ〉: ἐν τῇ Δήλῳ. τὸ δὲ ἑξῆς οὕτως· καθάπερ ἠΐθεοι ἐν Δελφοῖς ἢ ἐν Δήλῳ ἢ ἐπὶ Ἰσμηνῷ περὶ τὸν βωμὸν τοῦ Ἀπόλλωνος χορὸν στήσαντες πρὸς τὸ τῆς κιθάρας μέλος ἡρμοσμένως 〈τὴν γῆν〉 κροτοῦσι τοῖς ποσίν, οὕτω καὶ
οὗτοι τῇ τοῦ Ὀρφέως κιθάρᾳ κηλούμενοι σφοδρότερον πρὸς τὴν κωπη- λασίαν ἤεσκαν. τὸ δὲ ἑξῆς
ὁμαρτῇ ῥήσσωσιν . ἡ δὲ ὑπὸ πρόθεσις παρήκται ὡς παρ’ Ὁμήρῳ (Β 824) ‘ὑπαὶ πόδα νείατον Ἴδης.’


536-41a. Or in Pytho or perhaps in Ortygia: in Delos. The sequence is as follows: just as young men in Delphi or in Delos or on the Ismenus, having set up a dance around the altar of Apollo, beat the ground with their feet in time to the lyre's melody, so these men, charmed by Orpheus' lyre, drove the ship more vigorously. The sequence is: they strike together. The preposition hypo is derived as in Homer (Iliad 2.824) 'beneath the lowest foot of Ida.'

536-41b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-318

b. Ἰσμηνοῖο: Ἰσμηνὸς ποταμὸς Βοιωτίας, ἐφ’ ᾧ Ἰσμηνίου Ἀπόλ- λωνος ἱερόν. L m P


b. Ismenus: Ismenus is a river of Boeotia, on which there is a sanctuary of Ismenian Apollo. Lm P

536-41c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-319

c. 〈ἐπὶ δὲ ῥόθια κλύζοντο:〉 ἀντὶ τοῦ· ἐπεκλύζοντο δὲ τὰ κύματα. L g


c. And the waves were dashed upon: meaning: the waves were dashed upon. Lg

542a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-320

542 a. 〈ἀφρῷ:〉 ἀντὶ τοῦ μετὰ ἀφροῦ. L g


542a. With foam: meaning with foam. Lg

542b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-321

b. κήκιεν ἄλμ〈η〉: ἀνεδίδοτο καὶ ἀνεπήδα ἑκατέρωθεν τῆς νεὼς ἡ θάλασσα. L


b. The sea gushed: the sea was thrown up and leaped up on either side of the ship. L

543. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-322

543. μορμύρου〈σα〉: δεινῶς ταρασσομένη καὶ κινουμένη φο- βερῶς. ἐν δὲ τῇ προεκδόσει·
‘μορφύρουσα τυπήσιν ἐρισθενέων †μένει† ἀνδρῶν’.


543. Roaring: terribly disturbed and moving fearfully. In the earlier edition: 'roaring with the blows of mighty men'.

544. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-323

544. στράπτε δ’ ὑπ’ ἠελ〈ίῳ〉: εἰς κόσμον τῆς νεὼς εἰώθασιν ὅπλα περιτιθέναι.


544. And it flashed beneath the sun: for the adornment of the ship they are accustomed to attach ornaments.

545-46. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-324

545—46. μακραὶ δ’ αἰὲν ἐλ〈ευκαίνοντο〉: ὁ νοῦς· ἐλευ- καίνετο δὲ τὸ ὕδωρ καθάπερ ἀτραπὸς διὰ χλοηφοροῦντος πεδίου. ἢ ἄλλως· ὡς δήλη ἐστὶν ἡ ὁδὸς πεδίου μεταξὺ χλοηφόρου, οὕτω καὶ ὁ τύπος τῆς νεὼς ἐφαίνετο.


545-46. And long white lines: the sense: the water was whitened like a path through a grassy plain. Or otherwise: just as a road is visible in the midst of a grassy plain, so also the track of the ship appeared.

547-48. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-325

547—48. ἡμιθέων ἀνδρῶν: διὰ τούτου ἐβεβαιώσατο καὶ τοὺς
θεοὺς σκοπεῖν καὶ θαυμάζειν τὸν πλοῦν· οὐ γὰρ ἁπλῶς τινες ναῦται ἦσαν, ἀλλ’ ἡμίθεοι. τὸ δὲ
νῆα πρὸς πᾶν θαῦμα κεῖται ὑπὸ Ἀθηνᾶς εἰργασμένης.


547-48. Of demigod men: through this he confirmed that even the gods watched and marveled at the voyage; for they were not simply some sailors, but demigods. The ship is set as a wonder for all, having been made by Athena.

551a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-326

551 a. Ἀθ〈ηναίης〉 Ἰτωνίδος: Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἐστιν ἱερόν ἐν Κορωνείᾳ τῆς Βοιωτίας. ὁ μέντοι Ἀπολλώνιος οὐκ ἂν λέγοι τὴν
Ἀθηνᾶν ἐπὶ κατασκευῇ τῆς Ἀργοῦς ἀπὸ τῆς ἐν Κορωνείᾳ ἐπικλήσεως, μᾶλλον δὲ ἀπὸ Θεσσαλικῆς Ἰτωνίας, περὶ ἧς Ἑκαταῖος μὲν ἐν τῇ α' τῶν Ἱστοριῶν (1 fg 2 J.) λέγει· Ἀρμενίδας δὲ ἐν τοῖς Θηβαϊκοῖς (fg 1 M. IV 339) Ἀμφικτύονος υἱὸν Ἴτωνον ἐν Θεσσαλίᾳ γεννηθῆναι, ἀφ’ οὗ Ἴτων πόλις καὶ Ἰτωνὶς Ἀθηνά. μέμνηται καὶ Ἀλέξανδρος ἐν τῷ α' τῶν
Κορίννης (fg 30 B. III 551) ὑπομνημάτων (fg 53 M. III 234).


551a. Of Itonian Athena: there is a sanctuary of Itonian Athena in Coronea in Boeotia. However, Apollonius would not say that Athena was called from the epithet in Coronea for the building of the Argo, but rather from the Thessalian Itonia, about which Hecataeus in the first book of his Histories (1 fg 2 J.) says: but Armenidas in his Thebaica (fg 1 M. IV 339) says that Itonus, son of Amphictyon, was born in Thessaly, from whom the city Iton and Itonian Athena are named. Alexander also mentions it in the first book of his commentary on Corinna (fg 30 B. III 551) (fg 53 M. III 234).

551b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-327

b. Τριτωνίδος: γράφεται Ἰτωνίδος. L gP


b. Tritonian: it is written Itonian. LgP

554. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-328

554. πολιῇ δ’ ἐπὶ κύματος ἀγῇ: τῷ αἰγιαλῷ, ἔνθα τὰ κύ- ματα περιάγνυται.


554. And on the gray break of the wave: on the shore, where the waves break around.
Σουίδας δὲ ἐν Θεσσαλικοῖς (fg 1 M. II 464) φησιν Ἰξίονος υἱὸν
εἶναι Χείρωνα ὥσπερ καὶ τοὺς λοιποὺς τῶν Κενταύρων. ὁ δὲ τὴν Γι- γαντομαχίαν ποιήσας (Titanomachiae fg 7 K.) φησίν, ὅτι Κρόνος μετα-


But Soudas in his Thessalica (fg 1 M. II 464) says that Chiron was the son of Ixion, just like the rest of the Centaurs. The author of the Gigantomachy (Titanomachiae fg 7 K.) says that Cronus...

554_cont. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-329

μορφωθεὶς εἰς ἵππον ἐμίγη Φιλύρᾳ τῇ Ὠκεανοῦ, διόπερ καὶ ἱπποκένταυρος ἐγεννήθη Χείρων. τούτου δὲ γυνὴ Χαρικλώ. εἰκότως δὲ παρεισήνεγκεν εἰκόνα τοῦ Χείρωνος, καὶ ὅτι φιλάνθρωπος δικαιότατός τε Κενταύρων, καὶ διὰ τὴν οἰκειότητα τὴν πρὸς τὸν Ἰάσονα· παρ’ αὐτοῦ γὰρ ἔμαθε τὴν ἰατρικήν, ὅθεν καὶ Ἰάσων ἐκλήθη, παρὰ τὴν ἴασιν.


Having taken the form of a horse, he had intercourse with Philyra, daughter of Oceanus, and for this reason Chiron was born a horse-centaur. His wife was Chariclo. It is reasonable that he introduced an image of Chiron, both because he was the most humane and most just of the Centaurs, and because of his close relationship with Jason; for from him Jason learned the art of medicine, whence he was also called Jason, from 'healing' (iasis).

555. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-330

555. 〈τέγγε:〉 ἔβρεχε. L g


555. 〈τέγγε:〉 he was wetting. Lg

557. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-331

557. 〈ἐπωλένιον φορέουσα:〉 ἐπὶ χειρὸς ἔχουσα. L g


557. 〈ἐπωλένιον φορέουσα:〉 having it on her arm. Lg

558. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-332

558. Πηλείδην Ἀχιλ〈ήα〉: ἠκολούθησεν Ἀπολλώνιος τοῖς μεθ’ Ὅμηρον ποιηταῖς ὑπὸ Χείρωνος λέγων τὸν Ἀχιλλέα τραφῆναι. δια- πεφωνήκασι δέ τινες καὶ περὶ τῆς Ἀχιλλέως μητρός, καθάπερ Λυσίμαχος
ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Νόστων (fg 11 M. III 338), κατὰ λέξιν λέγων· ‘Σουίδας (fg 6 M. II 465) γὰρ καὶ Ἀριστοτέλης ὁ περὶ Εὐβοίας πεπραγματευμένος (M. II 142) καὶ ὁ τοὺς Φρυγίους λόγους γράψας (cf. 595 B 299e Diels) καὶ Δαΐμαχος (65 fg 2 J.) καὶ Διο- νύσιος ὁ Χαλκιδεὺς (fg 6 M. IV 394) οὐ τὴν περὶ Ἀχιλλέως διεσπαρ-
μένην ἀφείκασιν μένειν ἐπὶ χώρας δόξαν, ἀλλὰ τοὐναντίον οἱ μὲν ἐκ Θέτιδος αὐτὸν νομίζουσι γεγονέναι τῆς Χείρωνος, Δαΐμαχος (v. supra) δὲ ἐκ Φιλομήλας τῆς Ἄκτορος’.


558. Peleus' son Achilles: Apollonius followed the poets after Homer in saying that Achilles was raised by Chiron. But some have disagreed also about the mother of Achilles, as Lysimachus of Alexandria in the second book of the Returns (fg 11 M. III 338), saying verbatim: 'For Souidas (fg 6 M. II 465) and Aristotle, who wrote about Euboea (M. II 142), and the writer of the Phrygian tales (cf. 595 B 299e Diels) and Daïmachus (65 fg 2 J.) and Dionysius of Chalcis (fg 6 M. IV 394) have not left the scattered opinion about Achilles to remain in place, but on the contrary some believe he was born from Thetis, daughter of Chiron, while Daïmachus (see above) says from Philomela, daughter of Actor.'

559. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-333

559. περιηγέα: τὴν καμπὰς ἔχουσαν. L g (P)


559. περιηγέα: having curves. Lg (P)

563. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-334

563. μεσόδμη: ἡ ἱστοθήκη, ὅπου τίθεται ὁ ἱστὸς καὶ κλίνεται.


563. μεσόδμη: the mast-holder, where the mast is placed and reclines.

564-67a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-335

564—67 a. πρότονοι οἱ ἀπὸ τοῦ ἱστοῦ ἐκτεινόμενοι κάλοι ἐπὶ πρώραν καὶ πρύμναν.


564-67a. πρότονοι are the ropes stretched from the mast to the prow and stern.

564-67b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-336

b. ἠλακάτη τὸ τοῦ ἱστοῦ λεπτότατον καὶ ἀνώτατον, ὑπὲρ ὅ ἐστι τὸ καρχήσιον. ἕως οὖν, φησί, τοῦ ἄκρου τοῦ ἱστοῦ ἀνείλκυσαν τὰ ἄρμενα.


b. The mast's thinnest and highest part, above which is the top. So, he says, they hauled the sails up to the tip of the mast.

564-67b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-337 διακριδὸν δὲ διόλου ἢ διατεταμένως. περόνῃσι δὲ τοῖς πασσάλοις τοῖς κατὰ τὰ σανιδώματα καὶ τοὺς τῆς νεὼς τοίχους, ἐφ᾽ ὧν τὰ τοῦ ἀρμένου σχοινία δεσμεύουσιν. 433 434


And 'distinctly' means throughout or stretched tight. And 'with pins' means with the pegs along the planking and the ship's sides, on which they bind the ropes of the rigging.

564-67c. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-338 ἐπ᾽ ἰκριόφιν: τὸ ἴκριον τοῦ ἱστοῦ μέρος. φησὶ δὲ Ἐρατοσθένης ἐν τῷ Ἀρχιτεκτονικῷ (fg 60 Strecker):

“ἱστός· πτέρνη, καρχήσιον, θωράκιον, ἠλακάτη, κεραία, ἴκριον”
. βέλτιον δὲ νοεῖν ἴκριον τὴν καλουμένην κεραίαν, ἧς τὰ ἄκρα ἀκροκέραια†. κάλωες δέ, δι᾽ ὧν στέλλεται τὸ ἱστίον, διὰ κρίκων διειλημμένοι. τούτων δὲ οἱ κάλοι, οἷς κατάγεται τὸ ἱστίον, μέσουροι λέγονται, οἱ δὲ ἑλκόμενοι εἰς πρώραν 〈καὶ πρύμναν〉 ἐξ ἑκατέρου μέρους τοῦ ἱστοῦ πρότονοι, οἱ δὲ κατὰ τὰς γωνίας πόδες· ἑξῆς τούτων πρόποδες, μεθ᾽ οὕς εἰσιν οἱ τέρθριοι λεγόμενοι, εἶτα μέσοι. ἠλακάτη δὲ τὸ ἀνώτατον τοῦ ἱστοῦ μέρος, ὥς φησιν Ἐρατοσθένης (v. supra). 435 436 437 438 439 440 441 442 443 444 445 446 447 448 449 450

564-67d. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-339 κάλωας ἀπ᾽ εὐθείας τῆς κάλως κατὰ Ἀττικούς. 451 452

568. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-340 Τισαίη ἀκρωτήριον Θεσσαλίας ἢ Μαγνησίας, τινὲς δὲ τῆς Θεσπρωτίας. 453 454

569. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-341 εὐθήμονι: εὖ διατεθειμένῃ, εὐρύθμῳ, εὐποιήτῳ· θεῖναι γὰρ τὸ ποιῆσαι. 455 456

570a. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-342 〈νηοσσόον:〉 τὰς ναῦς σῴζουσαν. L g

570b. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-343 νηοσσόον δέ φησι τὴν Ἄρτεμιν ἢ διὰ τὸ σῴζειν τὰς ναῦς ἢ διὰ τὸ σεύειν καὶ κινεῖν αὐτάς. P 457 458

571. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-344 〈Ἄρτεμιν:〉 τὴν Ἄρτεμιν ὑμνεῖ διὰ τὸ τὸν τόπον ἱερὸν αὐτῆς εἶναι. L m (P)

573—74. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-345 ἄπλετοι: ἀπροσπέλαστοι, μεγάλοι. διασκαίροντες δὲ διαψαίροντες, νηχόμενοι. διὰ δὲ τοῦ ἄμμιγα 〈παύροις〉 τὸ τοῦ μέλους θελκτικὸν σημαίνει, οἱονεὶ μηκέτι αὐτοὺς βλάπτοντες, ἀλλὰ μεθ᾽ ἡσυχίας ἑπόμενοι. 459 460

577. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-346 〈ὁ δέ τ᾽ εἶσι πάρος:〉 προπορεύεται ὁ ποιμήν. L g 461 462

578. mvp-tlg5012-tlg001-wendel1935e-com-eng1-347 νόμιον μέλ〈ος〉: ποιμενικόν, παρὰ τοὺς νομέας. ἢ νόμιον μέλος ὕμνος παρὰ τοῖς ἀρχαίοις οὕτω λεγόμενος.